Γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας
Σε λίγες μέρες και καθώς βαίνουμε προς τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, που, όπως και το Πάσχα, δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με όσα έχουμε συνηθίσει, με όσα αποτελούν σταθμό σε κάθε χρόνο της ζωής μας, μας δίνεται το δώρο να δούμε τους εαυτούς μας, τους ανθρώπους μας με νέα μάτια. Να δούμε με ποιους είμαστε, ποιοι μας αποδέχονται, ποιοι μας «αγκάλιασαν» και μας έδωσαν δύναμη. Να νιώσουμε το αόρατο αλλά ζωντανό δίκτυο που μας συνδέει όλους. Μας έχουν λείψει πολλά, είναι η αλήθεια. Οι αγκαλιές με τους ανθρώπους μας, οι παρέες που γιορτάζουν χωρίς ιδιαίτερο λόγο, τα «πηγαδάκια» στις πλατείες. Σταματήσαμε να αναπνέουμε ελεύθερα. Κυριολεκτικά και συμβολικά. Χάσαμε τον βασικό κοινωνικό πυρήνα μας. Ο οποίος έχει παγώσει. Μέχρι νεωτέρας. Από το βαρύ μαύρο. Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε αυτήν τη διάσταση, αφού δεν είχαμε καμία ανάλογη προετοιμασία;
Η πρώτη καραντίνα μάς βρήκε έτοιμους να κάνουμε υπερβάσεις. Ακόμη και να γελάσουμε με τις πρωτόγνωρες εμπειρίες μας. Τα βίντεο και οι ατάκες που ανταλλάσσαμε την άνοιξη με συγκλονιστική πυκνότητα είχαν χιούμορ, χαβαλέ, έδειχναν αποθέματα κουράγιου. Τώρα έχουν γίνει πικρόχολα, λιγότερο αστεία. Και είναι λογικό. Είναι πολλοί οι συμπολίτες μας που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα και δεν αντέχουν επίσης την αβεβαιότητα. Θέλουν να ξέρουν ότι θα ξημερώσει αύριο και θα πάνε ξανά στη δουλειά τους. Θέλουν να ξέρουν ότι θα ανοίξουν τα μαγαζιά τους την τάδε του μηνός και όλα θα αρχίσουν ξανά από την αρχή. Τώρα έχουμε φτάσει στα όριά μας. Ζούμε την πιο σκοτεινή στιγμή μιας μεγάλης περιπέτειας. Η Ιστορία μάς εκδικείται, γιατί ως μέλη μιας «πλαστικής» γενιάς νομίζαμε πως στην εποχή μας δεν γίνεται να ζούμε πράγματα που πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας.
Εμείς, όλοι όσοι δεν περάσαμε έναν παγκόσμιο πόλεμο ή μια άλλη τέτοια πανδημία, αλλά περάσαμε μια πολύ βαθιά οικονομική κρίση, που άλλαξε τα πάντα, δικαιολογημένα ανυπόμονοι, θέλουμε να γυρίσουμε το «καρούλι» αυτής της ανατριχιαστικής ταινίας όσο πιο γρήγορα γίνεται. Nα φτάσουμε στο τέλος. Θα φτάσουμε όμως στο τέλος σε τρεις, τέσσερις, σε έξι μήνες, όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος του εμβολιασμού. Κάποτε θα κηρύξουμε επίσημα τη λήξη της πανδημίας και τότε θα είναι μια στιγμή συλλογικής αγαλλίασης, αν όχι απογείωσης. Εκείνη η μέρα θα θυμίζει κάτι από εκείνες τις σκηνές που σηματοδότησαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τα πλήθη να γιορτάζουν χωρίς τέλος. Σίγουρα θα αφήσει πληγές αυτό το επεισόδιο. Σε άλλους τεράστιες, σε άλλους μικρότερες. Μην ξεχνάμε όμως ότι ο πλανήτης και η χώρα μας έχουν περάσει πολύ πιο τραγικές καταστάσεις. Το σπουδαιότερο τώρα είναι ότι τουλάχιστον βλέπουμε την αχτίδα και ξέρουμε ότι θα μπει κάποια στιγμή ένα τέλος.
Για όλους, ακόμη και γι’ αυτούς που βρίσκουν αποκούμπι σε θεωρίες συνωμοσίας και τους οποίους είναι δύσκολο να πείσεις ότι πέφτουν σε παγίδα. Θα έλθει η στιγμή που θα αγκαλιαστούμε, θα ξαναγίνουμε ελληνικές παρέες, θα γιορτάσουμε όλοι μαζί γύρω από ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι, χωρίς να φοβόμαστε αν θα κολλήσουμε ή αν θα ξανακλειδωθούμε μέσα. Και η Ιστορία θα θυμάται αυτούς που πάλεψαν κι εκείνους που έβαλαν πλάτη για να ξεπεράσουμε τη συμφορά, που έχει πλήξει τον πλανήτη. Όχι αυτούς που αναθεμάτιζαν, αυτούς που συνωμοσιολογούσαν και μόνο πετροβολούσαν… Και μέρες που είναι ας μη συμφιλιωθούμε με την απώλεια, κατά πώς έγραψε και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλλου. Ας μην τη συνηθίσουμε. Ας μην ξεχάσουμε όσους έφυγαν (από τον κορονοϊό), έστω κι αν η ανάμνησή τους εξουθενώνει την ηθική μας αντοχή.





