Ασφαλώς και δεν ήταν έκπληξη η ανακοίνωση, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, του αυστηρού lockdown για όλο τον Φεβρουάριο. Ήδη εδώ και ημέρες οι λοιμωξιολόγοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Τα στοιχεία που δίνονταν στη δημοσιότητα για τα κρούσματα, τις εισαγωγές στα νοσοκομεία, τους διασωληνωμένους και τη διαθεσιμότητα κρεβατιών στις ΜΕΘ –ειδικά στην Αττική– έκαναν σε όλους αντιληπτό ότι το άνοιγμα της οικονομίας (αλλά και των σχολείων), το τελευταίο διάστημα, είχε κόστος . Προσθέστε σε αυτό και τις «αρνητικές εντυπώσεις χαλαρότητας» που έδιναν πολίτες, αλλά και κυβερνητικοί παράγοντες, καθώς και το «ρίσκο να κολλήσουν κάποιοι άνθρωποι σε συγκεντρώσεις», που αναλάμβανε η αξιωματική αντιπολίτευση.
Το τρίτο lockdown, λοιπόν, ήταν αναπόφευκτο. Όπως και αναπόφευκτες είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία και ιδιαίτερα στους κλάδους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του λιανεμπορίου.
Βεβαίως, η προστασία –με τον καλύτερο δυνατό τρόπο– της δημόσιας υγείας και κατ’ επέκταση της ανθρώπινης ζωής είναι πάνω απ’ όλα, αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς ότι, με τη συμπλήρωση σε λίγες μέρες ενός χρόνου πανδημίας, έχουμε μπροστά μας, πέραν των όσων άλλων, και ένα υπαρξιακής φύσεως για την ελληνική οικονομία πρόβλημα: Ένα μεγάλο μέρος της αγοράς κινδυνεύει να μείνει από καύσιμα και εφεδρείες, καθώς οι μικρομεσαίοι προσεγγίζουν το όριο της αντοχής τους. «Λίπος» δεν υπάρχει, αφού τα μαγαζιά δεν κάνουν τζίρο. Και όσο δεν κάνουν τζίρο, έχουν ισχνή προοπτική επιβίωσης. Ακόμα και αν η αγορά επαναλειτουργήσει σε ορισμένες εβδομάδες ή σε ορισμένους μήνες, αρκετά καταστήματα κινδυνεύουν να κλείσουν.
Τα μέτρα που έχει λάβει μέχρι τώρα η κυβέρνηση, ναι, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Δεν αρκούν όμως. Μπορεί να ρίξει περισσότερα… πυρομαχικά η κυβέρνηση;
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε και για να ρίξουμε. «Τρώμε» μέρος από το μαξιλάρι, το οποίο αναπληρώνουμε με δάνεια. Και το πακέτο στήριξης για το 2021, μέχρι στιγμής, βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε χρήματα που θα πρέπει να αναπληρωθούν το επόμενο διάστημα. Όπως και να έχει, η παγκόσμια οικονομία, και μαζί η ελληνική, θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό δεσμευμένη και εγκλωβισμένη για σημαντικό διάστημα ακόμη, μη δυνάμενη να αναπτύξει με βεβαιότητα σχέδια και προσπάθειες ταχείας ανάκαμψης σε επιμέρους τομείς της επαγγελματικής δραστηριότητας (τουρισμός, λιανεμπόριο, εξαγωγές κ.ά.). Η οικονομική δραστηριότητα θα συνεχίσει δυστυχώς να στενάζει κάτω από την πίεση των περιορισμών που η υγειονομική κρίση επιβάλλει. Και βεβαίως θα συσσωρεύει βάρη και υποχρεώσεις για όλους, για το κράτος, τις επιχειρήσεις, τους πολίτες.
Έναντι αυτών των δυσμενών προοπτικών αλλά και των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται με πρωτοφανή ταχύτητα σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής παγκοσμίως, επιβάλλονται πρόνοιες και ευρύτερος ανασχεδιασμός των πάντων. Απαιτούνται ανασύσταση και ανασυγκρότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, υπό το πρίσμα των μεγάλων αλλαγών και της μεταβολής των προτεραιοτήτων που επιφέρει η μακρά, κατά τα φαινόμενα, υγειονομική κρίση.
Αναγνώρισε ο αναπληρωτής υπουργός Ανάπτυξης Νίκος Παπαθανάσης, λίγο μετά την ανακοίνωση του τρίτου lockdown, την ανάγκη να αντιμετωπιστούν δομικές αδυναμίες της οικονομίας στη μετα-Covid εποχή. Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι δομικές αδυναμίες όμως, για να σταθούν όρθιοι μικρομεσαίοι, λιανοπωλητές κ.ά., είναι ανάγκη κυβέρνηση και αντιπολίτευση και συνολικά οι πολιτικές δυνάμεις να ομονοήσουν και να επεξεργαστούν από κοινού ένα νέο εθνικό σχέδιο διάσωσης των μικρομεσαίων, κυρίως, επιχειρήσεων. Καλές και αναγκαίες οι πολιτικές αντιπαραθέσεις , έστω και αν σε μερικές περιπτώσεις καταφεύγουμε στον «λαϊκισμό», αλλά ο Έλληνας «εμποράκος» επιβάλλεται να ζήσει.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





