Δικαιολογημένα οι ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις «μας βρίσκουν ενωμένους σε ένα κοινό “όχι”, κεντροαριστερούς και αριστερούς», δηλώνει η ποινικολόγος, τομεάρχης Εσωτερικών και βουλευτής του ΚΙΝΑΛ, Ευαγγελία Λιακούλη. Επιπλέον, δε, υπενθυμίζει ότι πολλές φορές Αριστερά και Κεντροαριστερά βρέθηκαν απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, όμως ξεκαθαρίζει ότι «κοινά επιμέρους “όχι” της αντιπολίτευσης (σε νομοσχέδια) δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν στο κομβικό “ναι” μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής συμπόρευσης».
Η βουλευτής Λάρισας δηλώνει πεπεισμένη ότι, στη μετά την πανδημία εποχή, «για τη στήριξη του ΕΣΥ, τη διαφύλαξη και την επαναφορά των εργασιακών κεκτημένων, χρειάζεται μια ανοιχτή επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατική ατζέντα… δηλαδή στο ΠΑΣΟΚ».
Το νομοσχέδιο του Κωστή Χατζηδάκη βρήκε συσπειρωμένη όλη την κεντροαριστερή και αριστερή αντιπολίτευση, απέναντι στην κυβέρνηση. Διακρίνετε πιθανότητες να συνεχιστεί πιο ενεργά και οργανωμένα μια τέτοια συνεργασία με κυβερνητικό μέλλον;
Σε μια εξακομματική Βουλή, όπου κυβερνάει ένα διαπιστωμένα συντηρητικό κόμμα, και όπου τα τέσσερα από τα έξι κόμματα καταλαμβάνουν τον πολιτικό χώρο από το Κέντρο μέχρι την κομμουνιστική Αριστερά, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως τέτοια νομοσχέδια –όπως του κ. Χατζηδάκη για την πλήρη ανατροπή των εργασιακών σχέσεων– δικαιολογημένα μάς βρίσκουν ενωμένους σε ένα κοινό «όχι». Όμως δεν είναι η πρώτη φορά, τα τελευταία δύο χρόνια, που τα τέσσερα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς έχουμε καταψηφίσει κυβερνητικά νομοσχέδια, όπως –θυμίζω– τον αντι-περιβαλλοντικό νόμο του ίδιου υπουργού, την ψευδο-ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» του κ. Βρούτση και βέβαια πολλά άλλα.
Εξίσου διαπιστωμένα όμως και σχεδόν με μαθηματική νομοτέλεια τα πολλά, κοινά επιμέρους «όχι» της αντιπολίτευσης (σε νομοσχέδια), δύσκολα μπορούν να οδηγήσουν στο κομβικό «ναι» μιας ενδεχόμενης κυβερνητικής συμπόρευσης. Γιατί, όπως και στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν είναι τα «όχι» που σε φέρνουν κοντά, αλλά τα «ναι» και η δυνατότητα οραματισμού κοινών μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων. Και αυτοί, προς το παρόν, δεν φαίνεται να προκύπτουν από κάπου…
Το ΚΙΝΑΛ οραματίζεται πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, όπως άλλοτε το ΠΑΣΟΚ, ή ρόλο ρυθμιστή ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ;
Το Κίνημα Αλλαγής αποτελεί τη φυσική μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ, το οποίο υπήρξε ο κυρίαρχος πολιτικός εκφραστής των δημοκρατικών πολιτών, από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν. Παρότι από το 2012 υπήρξε μια υποχώρηση των ποσοστών μας, ακολουθώντας εν πολλοίς την πορεία των περισσότερων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων, εμείς στο Κίνημα Αλλαγής ποτέ δεν αποδεχθήκαμε πως ο ρόλος του πολιτικού «αντίβαρου» ή απλώς του «ρυθμιστή» μάς ήταν αρκετός. «Όμως εμείς δεν παραδεχθήκαμε την ήττα», για να παραφράσω τον αγαπημένο μου ποιητή, τον Μανόλη Αναγνωστάκη.
Οι συνθήκες της πανδημίας, αλλά όπως διαφαίνεται και της μετα-πανδημίας, που συμπεριλαμβάνουν την εκτεταμένη ύφεση, την ανάγκη τεράστιων δημοσίων επενδύσεων, την εκ νέου στήριξη των εθνικών Συστημάτων Υγείας, τη διαφύλαξη και την επαναφορά των εργασιακών κεκτημένων, κυριολεκτικά, «φωνάζουν» για μια ανοιχτή επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατική ατζέντα… δηλαδή στο ΠΑΣΟΚ. Και το κόμμα που διαθέτει σε επίπεδο DNA το «know-how» όλων των παραπάνω είναι προφανώς το… ΠΑΣΟΚ κι όχι οι «μιμητές» του, που απλώς εκμεταλλεύτηκαν με αρνητικό τρόπο μια αρνητική συγκυρία πριν από περίπου μία δεκαετία. Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν στο Κίνημα Αλλαγής να αρκεστούμε στον ρόλο του «πολιτικού κομπάρσου», όταν οι νέες συνθήκες, όπως διαμορφώνονται, αναζητούν έναν πρωταγωνιστή με τα δικά μας διαχρονικά χαρακτηριστικά;
Είναι αναγκαία μια αλλαγή ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ;
Η διαδικασία της αλλαγής είναι απολύτως χρήσιμη για τις πολιτικές διαδικασίες κάθε είδους. Αυτό που δεν είναι χρήσιμο είναι η εμμονή και η εργαλειοποίηση της έννοιας της «αλλαγής»… μόνο και μόνο για την αλλαγή. Κι αυτό αποτελεί προσωπική μου πεποίθηση, με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, κυρίως λόγω ιδιοσυγκρασίας.
Σε κάθε περίπτωση, το Κίνημα Αλλαγής διαθέτει από το καταστατικό του τόσο τα όργανα όσο και τις διαδικασίες, πόσω μάλλον τις… ημερομηνίες, για την ανάδειξη αρχηγού το φθινόπωρο του 2021. Αυτό που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία και αξία για εμένα είναι να σπάσουμε το ρεκόρ ψηφοφόρων του 2017, όπου θυμίζω ότι ούτε λίγο-ούτε πολύ 211.000 προοδευτικοί πολίτες δήλωσαν, προσερχόμενοι στις κάλπες, πως η Κεντροαριστερά δεν είναι τελειωμένη υπόθεση, όπως τότε προσπαθούσαν να μας πείσουν διάφοροι «καλοθελητές»…
Συνέντευξη στον Γιάννη Σπ. Παργινό
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






