Κοινωνία

Αδιαφορία ακόμα και για τη ζωή…

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αλλοι λένε ότι η ιστορία γράφεται από τους ισχυρούς και άλλοι πως οι μάζες έχουν τον πρώτο λόγο. Στην ουσία, όμως, οι ιστορίες της καθημερινότητας είναι εκείνες που καθορίζουν την υπόσταση της όποιας κοινωνίας θέλει να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές το καλό, το αδιάφορο ή το άθλιο παρόν της.
Η Αθήνα του μνημονιακού 2013, παραδομένη στην απελπισία και την ακαθόριστη πολυπολιτισμικότητά της, το μόνο που έχει να επιδείξει στις περισσότερες περιπτώσεις είναι βαρβαρότητα ανάλογη με τις συμπεριφορές των αιμοδιψών Τατάρων του 13ου αιώνα που καταλάμβαναν την Ανατολική Ευρώπη, σκορπίζοντας πόνο και μοχθηρία.
Κάπως έτσι θα μπορούσε να περιγράψει κανείς τη δραματική ιστορία του μπαρμπα-Σταυρί Μετσάι, ενός 63χρονου Αλβανού μετανάστη που εντοπίστηκε πριν από λίγες ημέρες σε νεκροθάλαμο και θα τον έπαιρνε η «κάτω γης» άκλαυτο, αν διάφορα τυχαία γεγονότα δεν οδηγούσαν τους συγγενείς του και τον γράφοντα στο Γ΄ Νεκροταφείο της Νίκαιας τα «μολυσμένα» μεσάνυχτα μιας Τρίτης. 
Ο Σταυρί ήλθε στην Ελλάδα με τη γυναίκα και τα έξι του παιδιά το ’90, βασανισμένος και «σκαλισμένος» στο πρόσωπο από τις κακουχίες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, δούλευε μεροκάματα στις οικοδομές από ήλιο σε φεγγάρι. Τα κατάφερνε καλά, ώσπου κάποια στιγμή τον «έπιασε» η κρίση. Το γιαπί «χάλασε», τα χέρια περίσσευαν, τα λεφτά λιγόστευαν. Η γυναίκα του έπλενε σκάλες και τα παιδιά του πάλευαν για τις δικές τους οικογένειες. 
Στην πλάτη του είχε και μιαν απόφαση απέλασης, γιατί κάποτε, στις αρχές, κατέβαινε παράνομος από την Αλβανία μέσα από τα ποτάμια της Ηπείρου και, όταν η Αστυνομία συνέλαβε τον Ελληνα οδηγό τού καραβανιού των μεταναστών, εκείνος «έδωσε» στεγνά τον Σταυρί ως διακινητή, επειδή ο κακομοίρης δεν ήξερε ελληνικά και δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Στα μουλωχτά
Εκτοτε, κυκλοφορούσε λαθραία, συνεχίζοντας στα κρυφά να ρίχνει μπετά και να βάφει σπίτια. Επέστρεφε στην κυρά του αργά τη νύχτα και ξεκινούσε το χάραμα για τη δουλειά, πριν βγουν στους δρόμους τα αστυνομικά περίπολα. 
Τα τελευταία δυο χρόνια, σπάνια πήγαινε στο μεροδούλι. Είχε όνειρο να γυρίσει πίσω και ν’ αγοράσει ένα αυτοκίνητο για να το δουλέψει ταξί μέχρι να βγει στη σύνταξη. Το κομπόδεμα λιγόστευε και η πίκρα τον έπνιγε. Μαράζωνε, αλλά δεν έχανε το χαμόγελό του, παρότι στα μάτια του φαινόταν η θλίψη.
Στις 27 Μαρτίου έφυγε από το σπίτι για να ξεσκάσει. Το βράδυ δεν γύρισε. Οι δικοί του ανησύχησαν και άρχισαν να τηλεφωνούν σε νοσοκομεία, ΕΚΑΒ και αστυνομικά τμήματα. Βγήκαν στις γειτονιές του Βύρωνα όπου έμενε, αλλά μάταια. Πήγαν πολλές φορές στον «Ευαγγελισμό», στο «Σισμανόγλειο», στο «Ιπποκράτειο», στον «Ερυθρό Σταυρό», στο «Γενικό Κρατικό», ακόμη και στα νοσοκομεία του Πειραιά. Εδειχναν τη φωτογραφία του και εισέπρατταν την άρνηση. Τον έβαλαν στο Δελτίο Αναζητήσεων (Silver Alert), δήλωσαν την εξαφάνιση στην Αστυνομία και, τελικά, κάποιος τον αναγνώρισε από την τηλεόραση. Τηλεφώνησε στους δικούς του και είπε ότι τον είδε να πέφτει από ανακοπή σε ένα λεωφορείο.

Σε χώμα αφιλόξενο

Ο μπαρμπα-Σταυρί είχε ξεψυχήσει το πρώτο βράδυ της απουσίας του μέσα στο αστικό λεωφορείο που εκτελούσε τη γραμμή Πειραιάς – Σύνταγμα. Επέστρεφε στο σπίτι του. Ο οδηγός πήρε το ΕΚΑΒ και τον μετέφεραν στον «Ευαγγελισμό», όπου παρέμεινε «αγνώστων στοιχείων» για τέσσερις ημέρες. Παρότι τα παιδιά του πήγαν και ξαναπήγαν εκεί, κανείς δεν τους έδωσε σημασία. Από τον «Ευαγγελισμό» τον μετέφεραν στο Γ΄ Νεκροταφείο της Νίκαιας για τρεις ημέρες.
Το «Π», όταν πληροφορήθηκε την πιθανότητα να είχε διακομιστεί εκεί από την εταιρεία τελετών, κατέβηκε αμέσως στη Νίκαια μαζί με τους συγγενείς του. Δύο απαράδεκτοι φύλακες αρνούνταν να ανοίξουν τον νεκροθάλαμο και μας παρέπεμψαν στο Αστυνομικό Τμήμα της Νίκαιας.
Οταν έγινε αντιληπτό ότι ψεύδονταν ασύστολα για τα διαδικαστικά, προκλήθηκε μεγάλος σαματάς και δυο ώρες μετά, στο πιο πηχτό σκοτάδι, άνοιξαν τον νεκροθάλαμο. Τότε διαπιστώσαμε με τους συγγενείς του ότι επρόκειτο για τον δικό τους άνθρωπο. Οι «υπάλληλοι» είχαν προγραμματίσει να τον θάψουν το επόμενο πρωί, αδιαφορώντας για το ποιος είναι και ποιος μπορεί να τον αναζητούσε. Ηταν Αλβανός, ήταν μετανάστης και το φιλότιμο –λήμμα άγνωστο στα λεξικά του πλανήτη– δεν χώραγε στην ψυχή τους.
Ο μπαρμπα-Σταυρί θάφτηκε σε χώμα αφιλόξενο, στο νεκροταφείο της Καισαριανής, δύο ημέρες μετά. Τουλάχιστον, οι δικοί του τον έκλαψαν και τον πενθούν, όπως αξίζει σε κάθε άνθρωπο.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER