Κοινωνία

Αφιέρωμα: Πώς φθάσαμε στη «μεταπολίτευση του 1974»

Σαράντα χρόνια από τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας (26 Ιουλίου, σαν σήμερα), την κατάρρευση της δικτατορίας και την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το «Π» ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές εκείνης της περιόδου.

 Του Φώτη Σιούμπουρα

«Boys, pray for me» (Παιδιά, προσευχηθείτε για μένα)… Μεσάνυχτα 23ης προς 24η Ιουλίου 1974. Σαράντα χρόνια πριν. Ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι Κωνσταντίνος Καραμανλής λίγο πριν επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που είχε προσφέρει ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, για να επιστρέψει στην Αθήνα και να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά την πτώση του δικτατορικού στρατιωτικού καθεστώτος, που κατέρρεε κάτω από το βάρος του εγκληματικού πραξικοπήματός της κατά του Μακαρίου και της εθνικής τραγωδίας στην Κύπρο, ήταν λιγομίλητος προς τους δημοσιογράφους. Είπε μόνον την περίφημη φράση του Αμερικανού προέδρου Τρούμαν και επιβιβάστηκε στο αεροσκάφος, πηγαίνοντας προς το άγνωστο, μη γνωρίζοντας τι τον περιμένει στην καρδιά της « χούντας των συνταγματαρχών».

Δύο μέρες μετά, στις 26 Ιουλίου (σαν σήμερα), σχημάτιζε την πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση, με πρώτο μέλημα την επίλυση του εθνικού (κυπριακού) προβλήματος και την εμπέδωση της δημοκρατίας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού η δημοκρατία είχε αποκατασταθεί, κάνοντας τα πρώτα της σταθερά βήματα, σε μια «κλειστή» συνάντηση που είχαμε μια παρέα δημοσιογράφων με τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή, μάς αποκάλυψε: «Όταν πριν από δύο χρόνια στο αεροδρόμιο των Παρισίων ζητούσα να προσευχηθείτε για μένα, το εννοούσα. Δεν ξέρετε ποιους κινδύνους διέτρεξα. Κάποιοι αξιωματικοί της χούντας σχεδίασαν μέχρι και τη δολοφονία μου. Για να αποκατασταθεί η δημοκρατία χρειάστηκε να αποτραπούν σοβαροί κίνδυνοι, εσωτερικοί και εξωτερικοί. Πάντως, η 24η Ιουλίου 1974 είναι ημέρα ιστορική και σαν τέτοια θα πρέπει να τη γιορτάζουν όλοι οι Έλληνες».

Στη δίνη μιας εθνικής καταστροφής και στο κατώφλι μιας εσωτερικής κατάρρευσης, ύστερα από επτά χρόνια δικτατορίας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατάφερε, μέσα από άπειρους κινδύνους, να ανατρέψει όλα τα ιστορικά προηγούμενα και να διαψεύσει τις δυσοίωνες προβλέψεις.

Μέσα σε επτά χρόνια, από το 1974 έως το 1981, ο Καραμανλής αντιμετώπισε μαζεμένες όλες τις ιστορικές προκλήσεις του παρελθόντος και τις ξεπέρασε. Η Ελλάδα απέκτησε σταθερούς και ανθεκτικούς δημοκρατικούς θεσμούς, κατάφερε να αποκαταστήσει την εθνική ενότητα και τη δημοκρατική νομιμότητα, να ξεπεράσει την εθνική της κρίση, να ξεπεράσει την οικονομική της κρίση και να κάνει το μεγάλο άλμα στην Ευρώπη. Ήταν η «μεταπολίτευση» του 1974 που άρχιζε με τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας πριν από 40 χρόνια, στις 26 Ιουλίου, σαν σήμερα.

H πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση ήταν καρπός της στρατιωτικο-πολιτικής σύσκεψης της 23ης Ιουλίου. Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα στην Κύπρο, οργανωμένο από τη χούντα του Δημ. Ιωαννίδη στην Αθήνα και η εισβολή των Τούρκων στη Μεγαλόνησο. Κάτω από το βάρος της εθνικής τραγωδίας στην Κύπρο, η χούντα στην Αθήνα κατέρρευσε και η τότε στρατιωτική ηγεσία αποφάσισε να παραδώσει την εξουσία στους πολιτικούς. Ήταν 2 μ.μ., όταν, στα παλαιά ανάκτορα, άρχισαν να συσκέπτονται οι πολιτικοί με τους στρατιωτικούς.
Από τους πρώτους συμμετείχαν ο Π. Κανελλόπουλος, ο πρωθυπουργός που είχε ανατραπεί από τους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου, ο Γ. Mαύρος, ο Σπ. Μαρκεζίνης, ο Γ. A. Nόβας, ο Στ. Στεφανόπουλος, ο Π. Γαρουφαλιάς, ο Ξεν. Zολώτας και ο E. Αβέρωφ. Από τους άλλους, παρόντες ήταν ο πρόεδρος της χουντικής δημοκρατίας στρατηγός Φ. Γκιζίκης, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Mπονάνος, ο αρχηγός ΓEΣ αντιστράτηγος Aνδρ. Γαλατσάνος, ο αρχηγός ΓEN αντιναύαρχος Πέτρος Aραπάκης και ο αρχηγός ΓEA Aλ. Παπανικολάου.
Στη σύσκεψη, όπως προκύπτει από διάφορες μαρτυρίες (επισήμως πρακτικά δεν κρατήθηκαν), απορρίφθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης με τη συμμετοχή πολιτικών και στρατιωτικών. Υιοθετήθηκε η λύση μιας αμιγώς πολιτικής κυβέρνησης.
Αρχικά αποφασίστηκε να σχηματίσει κυβέρνηση ο Π. Κανελλόπουλος σε συνεργασία με τον Γ. Mαύρο. Στη συνέχεια, όμως, αφού μεσολάβησε διάλειμμα (από τις 5 έως τις 8 το βράδυ) για να καταρτιστεί ο κατάλογος των υπουργών, στο παρασκήνιο οι πέντε στρατιωτικοί και ο Αβέρωφ αποφάσισαν τη λύση Κ. Καραμανλή. Μια λύση που είχε καλλιεργήσει ο αρχηγός Ναυτικού Πέτρος Αραπάκης και προώθησε ο Αβέρωφ.

Στις 7 το βράδυ, και ενώ Π. Κανελλόπουλος και Γ. Μαύρος ετοιμάζουν την κυβέρνηση, ο στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, «πρόεδρος της Δημοκρατίας», τηλεφωνεί στον πρώτο για να τον πληροφορήσει ότι δεν θα είναι αυτός ο πρόεδρος της νέας κυβέρνησης, που επρόκειτο να σχηματιστεί, γιατί δέχθηκε να γίνει πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής «ο οποίος και έρχεται τη νύχτα από το Παρίσι»!

Στις 2:05 μετά τα μεσάνυχτα της 23ης προς 24η Ιουλίου το προσωπικό αεροσκάφος του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί – Ζισκάρ ντ’ Εστέν προσγειώνεται στο Ελληνικό μεταφέροντας στην Ελλάδα τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στις 3:10 πριν από το χάραμα, ο Κ. Καραμανλής βρίσκεται στο γραφείο του Φ. Γκιζίκη. Πριν ξημερώσει, έχει ορκιστεί πρωθυπουργός, καθώς ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ βρίσκεται και αυτός σε παρακείμενο δωμάτιο και τον ορκίζει στο άψε-σβήσε.

Στις 4:30 το απόγευμα της 24ης Ιουλίου 1974 ορκίζεται το πρώτο κλιμάκιο της μεταδικτατορικής κυβέρνησης Καραμανλή και δύο μέρες αργότερα, στις 26 Ιουλίου, σχηματίζεται η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση.

Το άγνωστο παρασκήνιο

Η αντίστροφη μέτρηση για την ανατροπή της «χούντας Ιωαννίδη» και την επιστροφή του Κ. Καραμανλή στην Αθήνα για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας είχε αρχίσει ουσιαστικά λίγους μήνες μετά την «καθαίρεση» του Γ. Παπαδόπουλου και την επιβολή του «αόρατου δικτάτορα». Μάλιστα, ο αρχηγός Ναυτικού, Πέτρος Αραπάκης, είχε έλθει σε μυστική επικοινωνία με τον εδώ Αμερικανό πρέσβη Χένρι Τάσκα, αλλά και τους πολιτικούς Ε. Αβέρωφ και Μ. Κεφαλογιάννη, στους οποίους και εκμυστηρεύτηκε ότι πρόθεση μερίδας στρατιωτικών είναι να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς και να αναλάβει την εξουσία ο Κ. Καραμανλής.

Την άνοιξη, μάλιστα, του 1974 στην Ουάσινγκτον και το υπουργείο Εξωτερικών έγινε ευρεία σύσκεψη με τη συμμετοχή του υπουργού Χένρι Κίσινγκερ και του τότε πρέσβη στην Αθήνα Τάσκα.

Στη σύσκεψη εκείνη, διεφάνη ότι ο Κίσινγκερ δεν συμφωνούσε με τους συνεργάτες του. Και όταν του μίλησαν για τη «λύση Καραμανλή», ανταπάντησε, αφήνοντάς τους άφωνους, ότι προτιμούσε (άγνωστο αν το έλεγε σοβαρά) τον… Ανδρέα Παπανδρέου!

Στα μέσα Μαΐου, έφτασε στο Γραφείο Ελλάδας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ένα ακόμα τηλεγράφημα του Τάσκα, που προκάλεσε δικαιολογημένη ανησυχία στους Αμερικανούς. Ο πρέσβης ενημέρωνε τους προϊσταμένους του ότι ο Ιωαννίδης είχε αποφασίσει να βάλει λουκέτο στις βάσεις. Οταν τελείωσε την ανάγνωση του μηνύματος, ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών Tζόζεφ Σίσκο ακούστηκε να λέει ότι «είναι καιρός να τελειώνουμε με τον Iωαννίδη». Στις μυστικές, μάλιστα, υπηρεσίες των ΗΠΑ είχαν φθάσει πληροφορίες ότι ο Ιωαννίδης είχε αρχίσει να επαινεί τον Μουαμάρ Καντάφι, με αποτέλεσμα να σημάνει συναγερμός στα γραφεία που ασχολούνταν με την Ελλάδα. Στην Ουάσινγκτον είχε φτάσει η πληροφορία της δημιουργίας ομάδας «κανταφικών» αξιωματικών, οι αντιλήψεις των οποίων ταυτίζονταν απόλυτα με τις ιδέες του ηγέτη της Λιβύης. Ο Σίσκο πίστευε πως ο Ιωαννίδης δεν εξυπηρετούσε τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα, και ακόμα, πως δεν περιποιούσε τιμή στην Αμερική η άνευ όρων υποστήριξη προς την ελληνική χούντα. Γι’ αυτό, υπογράμμιζε συνεχώς πως η αλλαγή ήταν αναγκαία. Μετά το πραξικόπημα του Ιωαννίδη εναντίον του Μακαρίου, που άνοιξε την πόρτα της Κύπρου στους Τούρκους, ο Σίσκο έβλεπε ως μόνη λύση για την Ελλάδα (και τις ΗΠΑ) τον Καραμανλή.

Ενήμερος των σκέψεων του Αμερικανού υφυπουργού ήταν ο Eυάγγελος Aβέρωφ, ο οποίος στις 18 Ιουλίου 1974 εμφανίστηκε στο προσκήνιο, αφού στο μεταξύ, είχε δράσει στο παρασκήνιο. Εκανε την εμφάνισή του την πιο κρίσιμη ώρα, όταν δηλαδή είχε φτάσει η στιγμή να ληφθούν ιστορικές αποφάσεις. Ο Aβέρωφ είχε ενημερωθεί για τις προθέσεις του Σίσκο από τον Αμερικανό πρέσβη Χένρι Τάσκα, με τον οποίο είχε αναπτύξει φιλική σχέση από το 1971. O δρόμος για την επιστροφή της Δημοκρατίας, άρχισε από τη στιγμή της άφιξης του Σίσκο στην Αθήνα. O Aμερικανός υφυπουργός ήλπιζε ότι η ανατροπή του Mακαρίου θα παρέσυρε και τη χούντα. Mόνο που ανέμενε κάπως διαφορετικά το τέλος της. Μπορούσε, είχε πει, να αποκατασταθεί η τάξη χωρίς την επέμβαση της Tουρκίας.

Στην ελληνική πρωτεύουσα, ο Σίσκο συναντήθηκε με τον Αβέρωφ. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, η πρώτη κουβέντα που άκουσε από τον Τάσκα ήταν ότι είχε διευθετήσει συνάντηση «με τον στενό συνεργάτη του Καραμανλή».

«Συναντηθήκαμε», παραδέχθηκε ο Σίσκο. «Θυμάμαι ότι ο Αβέρωφ είχε επιδείξει έντονη δραστηριότητα». Η συζήτηση μεταξύ των δύο ανδρών αφορούσε αποκλειστικά το θέμα «της εγκαθίδρυσης πολιτικής κυβέρνησης» και «της επιστροφής του Καραμανλή». Ο Αμερικανός υφυπουργός είχε ιδιαίτερη συνάντηση και με τον αρχηγό του Nαυτικού, Πέτρο Aραπάκη, ο οποίος αναδείχθηκε στον πλέον σημαντικό συνομιλητή των Αμερικανών εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Ο Αραπάκης διατηρούσε ανοικτή γραμμή με τον Τάσκα, τον οποίο ενημέρωνε και για την παραμικρή λεπτομέρεια. Ετσι, όταν τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα Κανελλόπουλος ή Καραμανλής, ο αρχηγός του Ναυτικού ζήτησε από τον Αμερικανό πρέσβη να τηλεφωνήσει στον Φαίδωνα Γκιζίκη και να τον πιέσει «υπέρ του πρώην αρχηγού της ΕΡΕ». Ηταν αργά το απόγευμα της 23ης Ιουλίου1974 και η συζήτηση των στρατιωτικών και των πολιτικών ήταν στο αποκορύφωμά της. Οντως, σε συνεννόηση με την Ουάσινγκτον, ο Τάσκα ζήτησε να υποστηριχθεί η πρόταση του Αβέρωφ. Αλλωστε, μήνες πριν, ήταν ο πρώτος που είχε εισηγηθεί την επιστροφή του Καραμανλή. Την οποία επιστροφή ουσιαστικά είχε προαναγγείλει εμμέσως πλην σαφώς, μερικές ώρες πριν οι στρατιωτικοί ανακοινώσουν τις αποφάσεις, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ, με εκείνη την πολυσυζητημένη του δήλωση «νομίζω πως αυτή την ώρα στην Αθήνα σημειώνεται πολιτική μεταβολή». Ετσι, φθάσαμε στα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου, όταν ο Κ. Καραμανλής επέστρεψε θριαμβευτής στην Αθήνα για να περιορίσει κατ’ αρχήν και να αποτρέψει μια ανυπολογίστων διαστάσεων εθνική τραγωδία που διαγραφόταν μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο και να αποκαταστήσει τη Δημοκρατία.

Χένρι Τάσκα: «Να βοηθήσουμε την κυβέρνηση»

Αυτό που μας αποκάλυψε ο Κ. Καραμανλής δυο χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα και την ανάληψη της διακυβέρνησης, ότι δηλαδή τον πρώτο καιρό η κυβέρνησή του απειλείτο με ανατροπή και ο ίδιος με δολοφονία από αμετανόητους χουντικούς, αποτυπώνεται και σε τηλεγράφημα του τότε Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα, προς τον υπουργό Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ, στις 26 Ιουλίου 1974 και ώρα 7:55 μ.μ.

«Η συζήτησή μου με τον υπουργό Αμυνας, Ευάγγελο Αβέρωφ», γράφει ο Τάσκα, «επιβεβαίωσε τους φόβους μου ότι η κυβέρνηση Καραμανλή αντιμετωπίζει σοβαρότατο πρόβλημα επιβίωσης τις επόμενες ημέρες, ίσως και αύριο. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να προσφέρουμε τη μεγαλύτερή μας βοήθεια στον Καραμανλή ενόψει της σύγκρουσης (με τους στρατιωτικούς). Ο Αβέρωφ μου ζήτησε να μεταφέρουμε στον αρχηγό στρατού, Γαλατσάνο, ισχυρό υποστηρικτή του Ιωαννίδη ότι εάν οι στρατιωτικοί ανατρέψουν την κυβέρνηση (Καραμανλή), οι Ην. Πολιτείες θα τερματίσουν τη στρατιωτική βοήθεια (προς την Ελλάδα). Ο Αβέρωφ επιθυμεί να πούμε ότι πιστεύουμε πως ο Ιωαννίδης ήταν μία τεράστια αποτυχία και η επιστροφή του θα είναι καταστροφική για το ΝΑΤΟ και τις διμερείς μας σχέσεις».

 Π. Αραπάκης: «Να μη χυθεί αίμα»

Πριν ακόμα από την εκδήλωση του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, ο Καραμανλής είχε σαφείς πληροφορίες ότι εντός των Ενόπλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα στο Πολεμικό Ναυτικό υπήρχαν δυνάμεις που προσέβλεπαν στην επιστροφή στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, υπό την ηγεσία του. Ιδιαίτερα ο αρχηγός του Ναυτικού, κατά την τελευταία περίοδο της δικτατορίας, ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης είχε ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας μαζί του. Ο Μανώλης Κεφαλογιάννης, παλιός υπουργός της ΕΡΕ και της ΝΔ, σε επιστολή του προς τον Αραπάκη (27.6.1996) έγραψε ότι «θυμούμαι πολύ καλά τη συνάντηση την οποία είχαμε την 31η Ιανουαρίου του 1974, όταν με καλέσατε ως αρχηγός Ναυτικού για να μου εκφράσετε την επιθυμίαν σας να μεταφέρω εις τον κ. Κωνσταντίνο Καραμανλή τις προθέσεις σας για πολιτική αλλαγή. Ζωντανή παραμένει εις την μνήμη μου η συζήτηση την οποίαν είχαμε τότε. Συγκεκριμένα, μου είπατε: “Η πρόθεσίς μου είναι να προχωρήσω σε πολιτική αλλαγή, για να αποκαταστήσω τη Δημοκρατία, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η αλλαγή πρέπει να γίνει διά των Ενόπλων Δυνάμεων, για να μη χυθεί αίμα». Αμέσως σας απάντησα: “Αυτό θέλουμε και εμείς, και προπαντός να μη χυθεί αίμα”».

Ο Καραμανλής είχε δεχτεί με θετικό τρόπο τις προθέσεις του Αραπάκη, γι’ αυτό στις 16 Ιουλίου, μία μέρα μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Κύπρο, απευθύνθηκε με φιλικό τρόπο «προς τας Ενόπλους Δυνάμεις της χώρας», τονίζοντας ότι επιβαλλόταν «η αποκατάστασις της δημοκρατικής ομαλότητος» στην Ελλάδα και την Κύπρο και γι’ αυτόν τον σκοπό ετίθετο «εις την διάθεσιν της χώρας».

Ο Καραμανλής κατέληξε λέγοντας: «Η Ιστορία διδάσκει ότι αι εθνικαί κρίσεις οδηγούν συνήθως σε συμφορές. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που μια εθνική κρίσις ημπορεί να αφυπνίσει τας συνειδήσεις και να γίνει αφετηρία μιας πολιτικής και ηθικής αναγεννήσεως ενός λαού. Εύχομαι και ελπίζω ότι κατά τον ευλογημένον αυτόν τρόπο θα τερματισθεί η σημερινή περιπέτεια του Εθνους».

 Οι πρώτοι υπουργοί της «μεταπολίτευσης»

Στην πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση μετείχαν οι εξής υπουργοί και υφυπουργοί: Γεώργιος Ράλλης, υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Χριστόφορος Στράτος, υπουργός Εσωτερικών, Ιωάννης Πεσματζόγλου, υπουργός Οικονομικών, Δημήτριος Παπασπύρου, υπουργός Γεωργίας, Αθανάσιος Κανελλόπουλος, υπουργός Εμπορίου, Γεώργιος Μαγκάκης, υπουργός Δημοσίων Εργων, Γεώργιος Μυλωνάς, υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, Ιωάννης Μηναίος, υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Ευάγγελος Δοβλέτογλου υφυπουργός Συντονισμού και προγραμματισμού Ιωάννης Μπούτος, υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, υφυπουργός Εξωτερικών, Δημήτριος Τσάτσος, υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Κων. Αποσκίτης, υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεώργιος Λιανόπουλος, υφυπουργός Οικονομικών, Γεώργιος Παπαγιαβής, υφυπουργός Γεωργίας, Αθανάσιος Ταλιαδούρος, υφυπουργός Βιομηχανίας, Κων. Στεφανόπουλος, υφυπουργός Εμπορίου, Αθανάσιος Τσαλδάρης, υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών, Κων. Αλαβάνος, υφυπουργός Δημοσίων Εργων, Εμμανουήλ Κεφαλογιάννης, υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER