Γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας
«Εδώ που φτάσαμε, τι νομίζεις ότι χρειάζεται πια η χώρα για να βγει στο ξέφωτο;» με ρώτησε φίλος που μετανάστευσε στο εξωτερικό (για εργασία) πριν από τρία χρόνια και είχε να έλθει από τότε στην πατρίδα. «Μεγαλύτερη σοβαρότητα και υπευθυνότητα από όλους», απάντησα σχεδόν αυθόρμητα. «Και ιδιαίτερα από τους σημερινούς κυβερνώντες», πρόσθεσε ο φίλος, ο οποίος άρχισε να μου αραδιάζει διάφορα για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του.
Όπως, για παράδειγμα, με τα «ήξεις αφήξεις» της κυβέρνησης επί τέσσερις μήνες οι ξένοι έφτασαν στο σημείο να φοβούνται πως δεν έχουν συνομιλητή να εμπιστευτούν. Ό,τι η « συμφωνία κλείνει αύριο-μεθαύριο», αλλά ούτε καν είχε γραφτεί. Ό,τι «θα κάνουμε εκλογές ή δημοψήφισμα, αν οι εταίροι μας πιέσουν πολύ» και αμέσως μετά «θα εξαντλήσουμε την τετραετία, δεν χρειάζονται εκλογές».
Ό,τι «θα πληρώσουμε το ΔΝΤ» και μετά «δεν θα πληρώσουμε το ΔΝΤ» ή «θα το κάνουμε Κούγκι και θα φταίνε οι ξένοι» ή ότι «η διαπραγμάτευση δεν είναι θέμα οικονομίας, αλλά δημοκρατίας» και άλλα τέτοια πολλά. Θα μπορούσα να απαντήσω στον φίλο πως ό,τι έγινε (δεν) έγινε σε αυτό το τετράμηνο και αυτό αφορά την κυβέρνηση, την εικόνα της και τις «παιδικές της ασθένειες» και πως, πάνω απ’ όλα,η χώρα χρειάζεται εδώ και τώρα την υπογραφή μιας συμφωνίας «έντιμου συμβιβασμού» που θα βάλει τις βάσεις για την έξοδό μας από τη βαθιά κρίση. Και μπορεί η ύστατη προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας να είναι η 30ή Ιουνίου, αλλά η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι δεν θα εξαντληθεί.
Ό,τι είναι να γίνει, εκτιμάται ότι θα γίνει νωρίτερα. Παρά την εικόνα αδιεξόδου, η οποία δημιουργήθηκε, όλες οι πλευρές τώρα εκπέμπουν μηνύματα βεβαιότητας ότι λύση θα βρεθεί,γι’ αυτό και οι απειλές περί εκλογών υποχώρησαν και επανήλθαν οι διαβεβαιώσεις από τα πλέον επίσημα χείλη, του κυβερνητικού εκπροσώπου Γαβριήλ Σακελλαρίδη, ότι «δεν περνάει από το μυαλό μας» η προσφυγή στις κάλπες και η κυβέρνηση «είναι κυβέρνηση τετραετίας». Η κυβέρνηση έχει σχεδόν εξαντλήσει όλη τη διαπραγματευτική της πίεση και, ταυτόχρονα, βλέπει ότι οι θεωρούμενες ως οι πλέον υποστηρικτικές προς την Ελλάδα δυνάμεις, έξω από τη διαπραγμάτευση, την πιέζουν να καταλήξει σε συμφωνία, στο όνομα της αποφυγής της ευρύτερης οικονομικής αστάθειας.
Με δεδομένο ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις, ευρωπαϊκές (Γερμανία-Μέρκελ και Γαλλία) και μη (ΗΠΑ) θέλουν τη συμφωνία, είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο για την ελληνική κυβέρνηση να τους αγνοήσει και να βρεθεί έτσι στο στόχαστρο διεθνώς, πέραν των οικονομικών επιπτώσεων που θα είχε η αποτυχία. Άλλωστε, πρώτος στόχος της κυβέρνησης είναι να επιλυθεί το επείγον πρόβλημα της ρευστότητας. Εδώ που φθάσαμε, ακόμη και μια κακή συμφωνία είναι προτιμότερη από τη συνέχιση της αβεβαιότητας και της οικονομικής απραξίας που αδειάζει τις τράπεζες και βάζει κάθε μέρα λουκέτο σε επιχειρήσεις. Και υπάρχουν περιθώρια, αρκεί να εγκαταλειφθούν και από τις δύο πλευρές οι ιδεοληψίες και να επικρατήσει ο ρεαλισμός.
Όσοι παρακολουθούν από κοντά τις διεξαγόμενες εδώ και πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις με τους εταίρους και τους δανειστές γνωρίζουν ότι πάντα υπάρχουν κάποια περιθώρια προσαρμογών ή χρονικής μετάθεσης ορισμένων μέτρων, αλλά δυστυχώς σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά το σχέδιο που παρέδωσε ο Γιούνκερ στον Τσίπρα.
Είναι πιθανό κάποιες από τις ακραίες προβλέψεις του σχεδίου της τρόικας να απαλειφθούν (π.χ. ΕΚΑΣ), ωστόσο, οι στόχοι, οι επιδιώξεις, οι επιμέρους γενικές πολιτικές και τα μέτρα που τις υποστηρίζουν δεν μπορούν να αλλάξουν δραματικά, εκτός και αν αντικατασταθούν από άλλα ισοδύναμου δημοσιονομικού αποτελέσματος. Είναι η δομή του σχεδίου τέτοια, η αλληλουχία στόχων και μέτρων που το χαρακτηρίζει και δεν επιτρέπει μεγάλες παρεμβάσεις.
Βέβαια, η διαχείριση της (όποιας) συμφωνίας στο εσωτερικό θα είναι δύσκολη, αλλά εφικτή. Οι αντιδράσεις από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούνται δεδομένες, αλλά «απορροφήσιμες». Οι εκτιμήσεις που υπάρχουν είναι ότι στην κοινοβουλευτική ομάδα οι «απώλειες» θα είναι περιορισμένες και δεν θα θέσουν σε κίνδυνο τη Δεδηλωμένη (151 ψήφοι στη Βουλή). Περισσότερο σίγουρη θεωρείται η στάση του κυβερνητικού εταίρου, καθώς ο κ. Καμμένος ελέγχει καλύτερα τους ΑΝΕΛ και εκτιμάται ότι θα είναι ο τελευταίος που θα κάνει κάτι που θα του στοιχίσει το υπουργείο του. Και σημειώστε τούτο: Η κυβερνητική επικοινωνιακή υποστήριξη της συμφωνίας θα στηριχθεί στο επιχείρημα ότι, με την επίτευξή της, επέρχεται σταθερότητα, οικονομική και πολιτική, αφού αποτρέπεται «η επιδίωξη εγχώριων και ξένων κύκλων» να καταστεί «παρένθεση» η κυβέρνηση.
Αυτό θα είναι το βασικό πολιτικό περιτύλιγμα που θα χρησιμοποιήσει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για να περάσει η συμφωνία από τους κυβερνητικούς βουλευτές. Θα συνοδευτεί από «ελεγχόμενη επίθεση» στα κόμματα της αντιπολίτευσης και ειδικά προς τη ΝΔ, αν ο Σαμαράς αποφασίσει να καταψηφίσει τη συμφωνία.
*Άρθρο από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας το «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 13 Ιουνίου 2015.





