Στον Κώστα Παπαδόπουλο
«Αν θέλουμε να μείνουμε στην ευρωζώνη, πρέπει να αλλάξουμε παραγωγικό πρότυπο και κράτος», διαμηνύει μέσω του «Π» ο βουλευτής του Ποταμιού, Γρηγόρης Ψαριανός. Την ίδια ώρα, χαρακτηρίζει ανύπαρκτο το σχέδιο της κυβέρνησης και εκτιμά ότι η Ελλάδα έχει χάσει όλες τις συμμαχίες της, ενώ ξεκαθαρίζει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με το dress code του Γιάνη Βαρουφάκη.
– Κύριε Ψαριανέ, η νέα κυβέρνηση μετρά κάτι περισσότερο από έναν μήνα ζωής. Ποια αίσθηση σας αφήνει το «πρώτη φορά Αριστερά»;
Εννοείτε πρώτη φορά «Αριστερά», γιατί η σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν μου φαίνεται και τόσο, μη σας πω καθόλου, Αριστερά. Στα σημαντικά η κυβέρνηση συνεχίζει επί το χείρον στην πεπατημένη των προηγούμενων: ανύπαρκτο σχέδιο, αυτάρεσκοι αυτοσχεδιασμοί, προχειρότητα και ασυνεννοησίες υπουργών, στη Βουλή οι Χρυσαυγίτες αναβαθμίζονται επισήμως και ο ακροδεξιός υπουργός αναγορεύει τους μετανάστες σε όπλο μαζικής καταστροφής της Γερμανίας.
Όσο για τη σκληρή διαπραγμάτευση, αποδείχθηκε ένα βαθύτατα συντηρητικό αντιμεταρρυθμιστικό κατενάτσιο. Και πάντα φταίνε οι άλλοι, που ξέρουν αριθμητική. Ενώ εμείς, τα θύματα, αγωνιζόμαστε για τον λυρισμό της πολιτικής. Και κάθε βράδυ στις ειδήσεις, μετράμε εθνικές νίκες, μέχρι που ακούμε τους υπόλοιπους 18 υπουργούς Οικονομικών και μετράμε σφαλιάρες! Έχουμε κατορθώσει, πλέον, να έχουμε χάσει όλες τις συμμαχίες και να τους έχουμε όλους απέναντί μας. Και όποιος τολμήσει να κρίνει ή έχει άλλη άποψη, είναι εχθρός και προδότης και να πάει να πιει… ξιδάκι, που θα ’λεγε και ο «σύντροφος» της ΓΕΝΟΠ. Αυτά είναι παλαιά ήθη και έθιμα και αμφιβάλλω για την αριστεροσύνη τους.
– Πόσο κοντά θεωρείτε ότι βρισκόμαστε σε ένα τρίτο μνημόνιο; Βλέπετε να έρχονται νέα μέτρα λιτότητας;
Μνημόνιο και τρόικα τέλος! Το είπε και ο υπουργός μας, «το να δανείζεις την Ελλάδα, την πιο χρεοκοπημένη χώρα του κόσμου», είπε, «είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Υπάρχει βέβαια το πρόβλημα ότι η χώρα, η οικονομία και η κυβέρνησή μας δεν χαίρουν εμπιστοσύνης και εκτίμησης στις αγορές. Ούτε στις πολιτικές αγορές του κόσμου, ούτε στις οικονομικές. Οπότε, επειδή τα δανεικά είναι απολύτως αναγκαία και των «τοκογλύφων» Ευρωπαίων είναι πολύ φτηνά, μάλλον και τα μοναδικά, προφανώς θα συνάψουμε μια τρίτη Master Financial Assistance Facility Agreement ή όπως αλλιώς τη βαφτίσει ο νονός της. Ελπίζω μόνο να το κάνουμε γρήγορα και με αξιοπρέπεια.
– Ο Γιάνης Βαρουφάκης είναι το πρόσωπο της κυβέρνησης που έχει συγκεντρώσει πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας. Πώς κρίνετε την παρουσία του στο υπουργείο Οικονομικών;
Να σας πω. Κατ’ αρχάς, δεν έχω κανένα πρόβλημα με το dress code του Γιάνη με ένα «ν», εκτιμώ όμως ότι ξεκίνησε με άσχημο τρόπο τις επαφές και τις συζητήσεις με τους αρμόδιους εταίρους μας και αναφέρομαι, κυρίως, στο ύφος και στη συμπεριφορά του. Στη συνέχεια, φαίνεται ότι, μάλλον, αυτό έχει αλλάξει, γιατί νομίζω ότι έχει αρχίσει να συναισθάνεται το βάρος της ευθύνης που έχει αναλάβει. Και αν δεν το συναισθάνεται, του συνιστώ να το έχει σοβαρά υπόψη του, γιατί δικές του είναι οι υπογραφές στα μέχρι τώρα συμφωνηθέντα σε περίπτωση αποτυχίας –χτυπάω ξύλο– της προσπάθειας συνεννόησης με τους θεσμούς.
– Με τα κρατικά ταμεία σχεδόν άδεια, τι πιστεύετε ότι μπορεί να γίνει, ώστε και οι θεσμοί να είναι ικανοποιημένοι, αλλά και η κοινωνία να μην πιεστεί άλλο;
Ό,τι έπρεπε να κάνουμε και χθες και προχθές, γιατί τα βασικά στοιχεία της πραγματικότητας δεν άλλαξαν: δανεικά φτηνά βρίσκουμε μόνο απ’ τους θεσμούς. Μονόδρομος, λοιπόν, η σύναψη τρίτου μνημονίου, όσο ηρωικά και αν παίξουμε στις καθυστερήσεις. Αν θέλουμε να μείνουμε στην ευρωζώνη, όλα τα υπόλοιπα ήταν και είναι παραμύθια. Όσο για τις προϋποθέσεις ικανοποίησης των θεσμών χωρίς πίεση στην κοινωνία, και αυτό ήταν και είναι μονόδρομος. Πρέπει να αλλάξουμε παραγωγικό πρότυπο και κράτος. Μεταρρυθμίσεις, δηλαδή. Και ένα κόμμα μόνο του, ή ενάμισι, δεν αρκεί. Ειδικά αν είναι και τα δύο νοσταλγοί του παρελθόντος και δεν θέλουν να αλλάξουν τίποτα.
– Το Ποτάμι, που αυτοχαρακτηρίζεται ως η μεταρρυθμιστική πολιτική δύναμη του τόπου, μπορεί να συγκυβερνήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ; Και εάν ναι, σε ποια βάση;
Το Ποτάμι δεν αυτοχαρακτηρίζεται απλώς, αλλά είναι η μεταρρυθμιστική πολιτική δύναμη της χώρας. Δυστυχώς για τον τόπο μας, παίζει σχεδόν μόνο του σε αυτή την κατηγορία.
Το βασικό, λοιπόν, ερώτημα έχει δύο σκέλη. Πρώτον, αν θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τις σαρωτικές αλλαγές που χρειαζόμαστε: Να ξεθεμελιώσει το πελατειακό σύστημα, να επιβάλει αξιοκρατία και ορθολογισμό, να θεραπεύσει τη βαθιά πληγή της Δικαιοσύνης και να εμπεδώσει κοινωνική δικαιοσύνη παντού, να ενθαρρύνει τις επενδύσεις, να κάνει την Ελλάδα σύγχρονο κράτος με λειτουργικό δημόσιο τομέα, ουσιαστική εκπαίδευση και αξιόπιστους, βαθιά δημοκρατικούς θεσμούς. Αν μας πείσει ότι θέλει, θα τον βοηθήσουμε να μπορέσει. Με οποιοδήποτε κόστος, μάλιστα.
Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος είναι πιο… υπαρξιακό: Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να συνεργαστεί με κάποιους, όταν δεν είναι πρόθυμοι να συμφωνούν σε όλα;
Και επειδή βλέπω πόσο ταιριαστή και αρμονική –και ειλικρινής υποθέτω– είναι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ, πολύ φοβάμαι πως δεν ενδιαφέρεται ο ΣΥΡΙΖΑ για μεταρρυθμίσεις ούτε αντέχει ουσιαστικές συνεργασίες. Και αυτό δεν υπόσχεται happy end για τη χώρα μας. Αντιθέτως, δόση τη δόση, μνημόνιο το μνημόνιο θα μας πάνε.






