Κοινωνία

«Εξαρχιστάν»: Το άβατο των κουκουλοφόρων

Εξάρχεια Θέμα

του Δημήτρη Σταυρόπουλου

Τα Εξάρχεια δεν αποτελούν μόνο το «άβατο» και το «ορμητήριο των αναρχικών», ούτε το κοινωνικό τους στίγμα ορίζεται από τις επιθέσεις εναντίον του Βασίλη Οικονόμου, του Γιάνη Βαρουφάκη, του Πάνου Σκουρλέτη, από το γιαούρτωμα στον Ευάγγελο Αντώναρο και τον εμπρησμό στο σπίτι του Αλέκου Φλαμπουράρη. Στους δρόμους γύρω από την πλατεία έζησαν και περπάτησαν ο Κωστής Παλαμάς, ο Νικόλαος Γύζης, ο Δημήτρης Φιλιππότης, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Παναγής Τσαλδάρης, ο Τίμος Μωραϊτίνης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και αργότερα η Σοφία Βέμπο και ο Κάρολος Κουν.

Από παλιά φιλοξενούσαν διαπρεπείς ανθρώπους με δημοκρατικές, προοδευτικές και ανατρεπτικές ιδέες, οι οποίες μετουσιώθηκαν σε πρωτοποριακά ρεύματα.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, όμως, τα Εξάρχεια δοκιμάστηκαν πολύ, με αιματηρά γεγονότα, γκετοποίηση και προκατάληψη. Για τους αναρχικούς ήταν κέντρο εξορμήσεων και έκφρασης, για τους ναρκομανείς, τους άστεγους και τους μετανάστες το καταφύγιό τους, για την κοινωνία ένα «άβατο» και για τις εκάστοτε κυβερνήσεις ένα γκέτο, που λειτουργούσε ως περιθωριακός τόπος και «πείραμα» για την καταστολή διάφορων κοινωνικών ομάδων.

Εξάρχεια ή «Πιθαράδικα»

Τα Εξάρχεια η «Πιθαράδικα», λόγω των πολλών εργαστηριών κατασκευής πιθαριών που υπήρχαν στην περιοχή μέχρι το 1900, δεν είναι μόνο ένα «γαλατικό χωριό στην καρδιά της Αθήνας, αλλά μια ιστορική γειτονιά –με χίλια πρόσωπα– που από παλιά φιλοξενούσε διαπρεπείς ανθρώπους με δημοκρατικές, προοδευτικές και ανατρεπτικές ιδέες, οι οποίες μετουσιώθηκαν σε πρωτοποριακά ρεύματα.
Γύρω από την πλατεία με την «μπλε πολυκατοικία», το ξακουστό ζαχαροπλαστείο «Floral» και τον θερινό κινηματογράφο «Βοξ.

Τα Εξάρχεια είχαν ανέκαθεν έναν χαλαρό, άνετο, μποέμ και ταυτόχρονα ρέμπελο, αυθάδικο, εκρηκτικό χαρακτήρα. Με μεγάλο ιστορικό αντίστασης, ήδη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, αλλά και ξεχωριστή συμβολή στον αντιδικτατορικό αγώνα (Πολυτεχνείο, Χημείο, Νομική), έγιναν μεταπολιτευτικά ο «ομφαλός» της αμφισβήτησης και στέκι των ατίθασων, μοναχικών, διαφορετικών αυτής της πόλης. Ανέπτυξαν έτσι ένα πνεύμα άλλοτε φωτισμένο, ευγενές και γενναιόδωρο, και άλλοτε τυφλό, χαοτικό και αυτοκαταστροφικό. Καταγραμμένη στους αστικούς μύθους ως «γκέτο», «άβατο», «κράτος αναρχικών», η πιο ζωντανή αθηναϊκή συνοικία έμελλε να ταυτιστεί ιδιαίτερα με το αναρχικό κίνημα και να γίνει οικουμενικά γνωστή μετά τα «Δεκεμβριανά» του 2008.
Ένα ολοζώντανο και παλλόμενο εκκολαπτήριο ιδεών, αυτή η θρυλική συνοικία είναι σήμερα ένας παραδοσιακός χώρος πειραματισμού, που οδηγεί τις εξελίξεις με underground μουσικές σκηνές, όπως το περιώνυμο «Αν club», εναλλακτικά εστιατόρια και ταβέρνες, καθώς και μικροσκοπικά μπαράκια, ασφυκτικά γεμάτα. Η Μπενάκη αποτελεί, πλέον, μία από τις πιο διάσημες οδούς στον γευστικό χάρτη της Αθήνας, καθώς, κατά μήκος της και στα γύρω στενά, μεταμοντέρνα φαγάδικα, τσιπουράδικα και ταβέρνες ανταγωνίζονται την ιστορική «Ροζαλία» στη Βαλτετσίου.
Το νεότερο όνομά τους το πήραν από κάποιον Ηπειρώτη έμπορο ονόματι Έξαρχο, που διατηρούσε κατάστημα στην οδό Θεμιστοκλέους.

Πότε πρωτοεμφανίστηκε η βία

Η βία στην περιοχή πρωτοεμφανίστηκε το 1901, όταν εξαγριωμένοι φοιτητές, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική, πραγματοποίησαν διαδήλωση που διαλύθηκε από την Αστυνομία – τα γνωστά Σκιάδικα ή Ευαγγελικά.
Ο τραγικός απολογισμός των επεισοδίων αυτών ήταν οκτώ έως έντεκα νεκροί – σύμφωνα με διάφορες πηγές. Επίσης, υπήρξαν 70 τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια τρία εικοσιτετράωρα.
Ήταν τέτοιος ο αντίκτυπος από τις οδομαχίες, που η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη και ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος αναγκάστηκαν να παραιτηθούν.

Οι φοιτητές με τις τάσεις αμφισβήτησης και τις ριζοσπαστικές ιδέες άρχισαν να συγκεντρώνονται στην όμορφη γειτονιά, αφού εκεί τριγύρω λειτουργούσαν οι σχολές του Πανεπιστήμιου, του Πολυτεχνείου και της Ανωτάτης Εμπορικής.
Δημιουργήθηκε, έτσι, μία σειρά από αντίστοιχα «στέκια», τα οποία λειτουργούσαν ως χώροι φιλοξενίας καλλιτεχνικών προτάσεων κάθε μορφής και ως εστίες διάδοσης των γραμμάτων και της τέχνης. Άλλοτε είχαν επίσημη μορφή, όπως ο «Σύλλογος προς διάδοση της Εθνικής Μουσικής», που ίδρυσε ο αείμνηστος Σίμων Καρράς το 1929 (Έρσης 9 και Πουλχερίας), χώρος στον οποίο μετά τον θάνατό του λειτουργεί επίσης ένα από τα πολυτιμότερα μουσικά αρχεία από τα αμέτρητα ταξίδια του μουσικολόγου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Άλλοτε ήταν απλώς ένα δώμα, μία ταβέρνα ή ένα καφενείο, όπως τα περιγράφει ο πολυγραφότατος διανοητής Λεωνίδας Χρηστάκης.

Μετά την Κατοχή, τα Εξάρχεια άλλαξαν όψη. Η «μπλε πολυκατοικία» με τους διάσημους ενοίκους, η Έλλη Λαμπέτη, ο Δημήτρης Χορν, ο Φρέντυ Γερμανός, ο Αλέκος Σακελάριος, η Κατίνα Παξινού έδωσαν μαζί με άλλους ένα καλλιτεχνικό χρώμα στη συνοικία.
Βιβλιοπωλεία με σπάνιες εκδόσεις, που δεν υπέκυπταν σε πολιτική λογοκρισία, γκαλερί, τυπογραφεία, κέντρα τέχνης και πολιτισμού, αλλά και κουτούκια, μαγειρεία και κάποια «εναλλακτικά» μπαράκια αποτελούσαν την τότε εξαρχιώτικη πιάτσα, που δεν διέφερε πολύ από τη σημερινή. Η αθηναϊκή αυτή γειτονιά απέκτησε φανατικούς θαυμαστές και αποτέλεσε έδρα πολλών σημαντικών προσωπικοτήτων της τέχνης και των γραμμάτων.
Στα Εξάρχεια… όλοι οι καλοί χωράνε. Τύποι και μορφές της αθηναϊκής κοινωνίας έζησαν και ζουν εκεί. Από τον Αλέφαντο μέχρι τον Ξαρχάκο.
Από τον θρυλικό Νικόλα Άσιμο, την Κατερίνα Γώγου και τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέχρι την Αρλέτα. Ακόμα και ο περιβόητος Μανιαδάκης, υπουργός Ασφαλείας του Μεταξά, εκεί έμενε, ενώ στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκονταν για δεκαετίες τα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας.

Η γκετοποίηση

Τα τελευταία 30 χρόνια, όμως, τα Εξάρχεια δοκιμάστηκαν πολύ, με αιματηρά γεγονότα, γκετοποίηση και προκατάληψη. Για τους αναρχικούς ήταν κέντρο εξορμήσεων και έκφρασης, για τους ναρκομανείς, τους άστεγους και τους μετανάστες το καταφύγιό τους, για την κοινωνία ένα «άβατο» και για τις εκάστοτε κυβερνήσεις ένα γκέτο που λειτουργούσε ως περιθωριακός τόπος και «πείραμα» για την καταστολή διάφορων κοινωνικών ομάδων.
Ουσιαστικά, η γειτονιά πολιτικοποιήθηκε στα χρόνια της δικτατορίας. Εκεί συγκεντρώνονταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου και οργάνωναν την αντίστασή τους κατά της χούντας.

Στη Μεταπολίτευση και αφού μεσολάβησαν τα δραματικά γεγονότα του Πολυτεχνείου, η περιοχή μετατράπηκε σε κέντρο πολιτικών και ιδεολογικών ζυμώσεων. Εκεί στεγάζονταν γραφεία πολιτικών οργανώσεων όλου του φάσματος της Αριστεράς, αλλά και του ΠΑΣΟΚ, ενώ παράλληλα δραστηριοποιούνταν έντονα αναρχικές ομάδες και συλλογικότητες. Το αξιοσημείωτο κλίμα πολιτικοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης που προέκυψε προσέδωσε ιδιαίτερο βάρος στα Εξάρχεια, στα οποία συγκεντρώθηκαν τμήματα της διανόησης αλλά και της τέχνης, αντισυμβατικές προσωπικότητες που ήρθαν να αμφισβητήσουν τα στερεότυπα και τις κρατούσες αντιλήψεις της εποχής.

Τη δεκαετία του ’80, όλα άλλαξαν και η περιοχή αγρίεψε. Στις 4 Δεκεμβρίου του 1984 έγινε η πρώτη μεγάλη αντιφασιστική πορεία με αφορμή την επίσκεψη Λεπέν. Σημειώθηκαν εκτεταμένα επεισόδια έξω από το ξενοδοχείο «Caravel», αστυνομική επιδρομή την επομένη στα Εξάρχεια, εισβολή στα γραφεία της «Ρήξης» στη Θεμιστοκλέους, 170 συλλήψεις. Τον Μάιο του ’85, μετά από νέες επιχειρήσεις «Αρετή», ο αστυνομικός διευθυντής Χοχτούλας απείλησε να «ισοπεδώσει» εκατοντάδες διαδηλωτές, που κατέφυγαν στο Χημείο. Ακολούθησαν πέντε μέρες πολιορκίας, με τους εσώκλειστους να απειλούν να το ανατινάξουν. Εντέλει αποχώρησαν θριαμβευτικά, συνοδεία του Μανώλη Γλέζου, πανεπιστημιακών και αλληλέγγυων. Όμως, στις 17 Νοεμβρίου, ύστερα από επίθεση με μολότοφ σε κλούβα στη Στουρνάρη και Πατησίων, ο αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας «θόλωσε» και πυροβόλησε πισώπλατα τον 15χρονο Μιχάλη Καλτεζά. Διαδηλώσεις, επεισόδια, οδοφράγματα, ενώ η τηλεόραση εστίασε, ως συνήθως, στις καταστροφές. «Μιλάτε για βιτρίνες, μιλάμε για ζωές», η απάντηση. Ανακατάληψη Χημείου, άρση ασύλου, εισβολή των ΜΑΤ. Τότε εμφανίστηκαν οι πρώτοι επαγγελματίες «αγανακτισμένοι πολίτες».
σΣτο μεταξύ, η ηρωίνη έκανε θραύση. «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη», επέμεναν οι αντιεξουσιαστές, που τον Νοέμβριο του 1987 συνέλαβαν εμπόρους ηρωίνης και γνωστοποίησαν τα στοιχεία τους μέσω του Τύπου στην ΕΛ.ΑΣ., η οποία αδιαφόρησε. Τον Ιανουάριο του 1990, ο Μελίστας αθωώθηκε δευτεροβάθμια και εκατοντάδες νεαροί, που αυτοχαρακτηρίζονταν «ο ανθός της ελληνικής νεολαίας», κατέλαβαν για δώδεκα μέρες το Πολυτεχνείο. Νέα κατάληψη στις μαθητικές κινητοποιήσεις τον Οκτώβριο του ’91. Η πρυτανεία στις φλόγες, βίαιη εκκένωση, εκατοντάδες συλλήψεις. Νέα κατάληψη τον Νοέμβριο του 1995, νέα εισβολή της Αστυνομίας. Οι πεντακόσιοι συλληφθέντες εξήλθαν σε «αλυσίδες» τραγουδώντας «Πότε θα κάνει ξαστεριά».

Η νύχτα του Γρηγορόπουλου

Τον Νοέμβριο του 1981, είκοσι μέρες μετά την «Αλλαγή», αντιεξουσιαστές κατέλαβαν ένα εγκαταλειμμένο διώροφο νεοκλασικό στην οδό Βαλτετσίου. Λίγες δεκάδες οι «μόνιμοι» ένοικοι, πολλές εκατοντάδες οι καθημερινοί επισκέπτες. Μαυροκόκκινες σημαίες, μικροφωνική στη διαπασών, πολιτικές συζητήσεις και εκδηλώσεις, πάρτι τρικούβερτα… Μεταξύ των θαμώνων η Κατερίνα Γώγου και ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Η πρώτη κατάληψη στέγης στην Ελλάδα εκκενώθηκε βίαια στις 12 Ιανουαρίου 1982, μέσα σε κλίμα τρόμου και υστερίας.
Ώσπου φτάνουμε στις 6 Δεκεμβρίου 2008, οπότε ο 15χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος πυροβολήθηκε θανάσιμα στην «καρδιά» των Εξαρχείων από τον ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα, πυροδοτώντας μια μαζική, οργισμένη νεολαιίστικη εξέγερση, που «πάγωσε» το πανελλήνιο και έκανε το πολύπαθο αθηναϊκό κέντρο γης μαδιάμ. «Λαμπάδα» έγινε μέχρι και το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Σύνταγμα.
Τα Εξάρχεια ήταν η πρώτη περιοχή που συμβιβάστηκε με την κρίση, καθώς νέοι άνθρωποι έσπευσαν να πειραματιστούν ανοίγοντας μαγαζιά με προσιτές τιμές. Σήμερα, πολλοί είναι αυτοί που έχουν αγκαλιάσει τις προσπάθειες αυτές, γεμίζοντας τον «Κόκκινο λωτό», τον «Σαλίγκαρο» και το «67», καθώς και άλλα στέκια. Μπορεί τελευταία το λεγόμενο «μποτεγιόν» (ισπανικός όρος για την κατανάλωση αλκοόλ σε δημόσιους χώρους, κυρίως πλατείες) να έχει κάνει δυναμική την παρουσία του και στην πλατεία των Εξαρχείων και στη Βαλτετσίου, όμως αυτό μοιάζει να ενσωματώνεται μέσα στον γενικότερο χαρακτήρα της νυχτερινής διασκέδασης, μια και τα μαγαζιά γύρω συνεχίζουν να είναι γεμάτα κόσμο.
Τα Εξάρχεια, όσο και αν κάποιοι περιθωριακοί και κουκουλοφόροι θέλουν να τα οικειοποιηθούν, δεν ανήκουν σε κανέναν, ούτε ιδεολογικά, ούτε πολιτικά, δεν περιχαράσσονται πλέον και διαρκώς εξελίσσονται. Ανήκουν σε όλους όσοι θέλουν να εξερευνήσουν τα στενά τους, τους πεζοδρόμους και τα όμορφα στέκια και τις ταβέρνες τους. Να ψάξουν σκονισμένα βιβλία σε παλαιοβιβλιοπωλεία, ξεχασμένα βινύλια σε υπόγεια μαγαζιά, να γευτούν γλυκές λιχουδιές στο «Σορολόπ», να ανέβουν ψηλά στον λόφο του Στρέφη και στον «Εξωστρεφή» ή να περπατήσουν στην Καλλιδρομίου, έναν από τους ομορφότερους δρόμους της Αθήνας.

«Μπλε πολυκατοικία» Αντωνόπουλου

Η εξαώροφη πολυκατοικία Αντωνόπουλου, που υψώνεται στη γωνία των οδών Αραχώβης και Θεμιστοκλέους, στην πλατεία Εξαρχείων, οικοδομήθηκε το 1932-1933, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Κυριάκου Παναγιωτάκου (1902-1982), ενός από τους πρωτοπόρους του μοντέρνου κινήματος στην Ελλάδα. Η πολυκατοικία αυτή, για την οποία ο Le Corbusier σημείωσε «c’ est tres beau» («είναι πολύ όμορφη»), μία από τις παλαιότερες της Αθήνας (αν και οπωσδήποτε όχι η πρώτη, παρά την ευρύτατα διαδεδομένη εντύπωση), γνωστή και ως «μπλε» (λόγω του αρχικού χρώματός της), θεωρείται σταθμός στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται στην ουσία για ένα συγκρότημα δύο χωριστών πολυκατοικιών με ανεξάρτητες εισόδους, που επικοινωνούν μόνο στο υπόγειο και στο δώμα και διέθεταν συνολικά 32 διαμερίσματα σε πρώτη φάση (αργότερα προστέθηκαν στο δώμα άλλα επτά), σχεδιασμένα με φροντίδα έως την τελευταία λεπτομέρεια.

* Ρεπορτάζ από την εφημερίδα ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ που κυκλοφόρησε το Σάββατο 19/12/2015.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER