Η Στέλλα εργάζεται ως υπάλληλος σε επαρχιακό νοσοκομείο. Σύζυγος ιατρού και μητέρα τεσσάρων παιδιών, ζει μια απόλυτα φυσιολογική ζωή. Κάποια στιγμή, εισβάλλει στη ζωή της δυναμικά και απρόσμενα ένας συνάδελφός της, ο οποίος εργάζεται ως φύλακας στο ίδιο νοσοκομείο. Η σχέση της μαζί του εξάπτει τη φαντασία της και περνά μαζί του δύο ολόκληρα χρόνια. Κάποια στιγμή νιώθει ότι ο κύκλος με τον εραστή της έχει κλείσει και αποφασίζει να διακόψει κάθε επαφή μαζί του.
Ο νεαρός αντιδρά και αρνείται πεισματικά να δώσει ένα πολιτισμένο τέλος στη σχέση του με τη Στέλλα.
Οι διαπληκτισμοί είναι συνεχείς και οι κόντρες ασταμάτητες. Εκείνος δεν μπορεί να δεχτεί την απόφαση της πρώην αγαπημένης του και κάπου εκεί αρχίζει το σενάριο των εκβιασμών…
«Αν δεν συνεχίσεις μαζί μου, θα το πω παντού. Θα πάω στον άντρα σου… Θα μάθουν όλοι ότι τα “είχαμε” και με πέταξες σαν σκουπίδι…» της λέει κάθε μέρα που τη συναντάει στη δουλειά.
Η Στέλλα, απογοητευμένη, νιώθει ότι απειλείται και ευρισκόμενη σε αδιέξοδο αποφασίζει να μας καλέσει στην πόλη της να διευθετήσουμε το θέμα, τρέμοντας –όπως λέει– στην ιδέα ότι μπορεί να μάθουν κάτι ο σύζυγός της, τα παιδιά της και η τοπική κοινωνία.
Αρχίσουμε την επιτήρηση του νεαρού φύλακα για κάποιες ημέρες και επιχειρούμε να χτίσουμε το προφίλ του. Διαπιστώνουμε ότι ο φύλακας έχει κι άλλα πράγματα στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Δεν απειλεί απλώς τη Στέλλα, αλλά θέλει και χρήματα για να την αφήσει –όπως υπόσχεται– ήσυχη. Στοιχείο που η πελάτισσά μου το απέκρυψε επιμελώς κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μας, γεμάτη ντροπή.
Όταν της αναφέρουν οι συνεργάτες μου το θέμα του εκβιασμού, το παραδέχεται αμέσως και χωρίς δισταγμό συμφωνεί να δράσουμε ανάλογα.
Προσποιείται, λοιπόν, ότι δέχεται να του δώσει 1.500.000 δραχμές που της ζήτησε και του λέει να τελειώσει κάπου εκεί το όλο ζήτημα.
Πρόθυμος ο νεαρός εκβιαστής δέχεται και υπόσχεται ότι δεν θα την ξαναενοχλήσει.
Η πελάτισσά μου κάνει μια τελευταία συνάντηση μαζί του, στη διάρκεια της οποίας καταγράφεται με ένα δημοσιογραφικό κασετόφωνο όλη η συζήτηση που κάνουν οι δυο τους μέσα στο αυτοκίνητό του σε ερημική τοποθεσία.
Εκείνος, χαρούμενος λόγω της εξέλιξης, φεύγει και περιμένει πώς και πώς να ξημερώσει η επόμενη ημέρα για να πάρει στα χέρια του τα χρήματα. Τα πράγματα όμως δεν εξελίσσονται όπως θα ήθελε, καθώς ο δικηγόρος που είναι και ξάδελφος της πελάτισσάς μου τον καλεί την επόμενη μέρα στο γραφείο του και του ανακοινώνει ότι έχει στα χέρια του όλη τη συνομιλία του εκβιασμού…
Εκείνος «παγώνει» και ζητάει παρακαλώντας να τελειώσει εκεί το θέμα.
Πράγματι, το θέμα τελείωσε εκεί και ο νεαρός δεν ασχολήθηκε ξανά με την πελάτισσά μου. Εκείνη,όμως, δεν έμεινε καθόλου φρόνιμη.
Έναν χρόνο αργότερα από το περιστατικό αυτό, συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από τον σύζυγό της με τον κουμπάρο τους σε ξενοδοχείο γειτονικής πόλης.
Το πάθημα δεν της έγινε μάθημα και κάπως έτσι διέλυσε την οικογένειά της. Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, δύο από τα τέσσερα παιδιά της δεν έχουν την παραμικρή επαφή μαζί της…
*του Γιώργου Τσούκαλη, Ιδιωτικού Ερευνητή





