Του Γιώργου Αλοίμονου
Πώς αντιδρούν δύο γειτονικές χώρες όταν και οι δύο βρίσκονται σε κρίση για διαφορετικούς λόγους; Έρχονται πιο κοντά; Ίσως αυτό να ισχύει αλλού, όχι όμως στην περίπτωση της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Οι δύο χώρες βρίσκονται σε μια διακριτική ένταση, καθώς τα διαφορετικής φύσεως προβλήματα, αλλά και η πάγια τουρκική επιθετικότητα που σε περιόδους κρίσεων εξάγει η Τουρκία, δημιουργούν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. Επιπροσθέτως, η παρουσία «εθνικόφρονων» θυλάκων στην κυβέρνηση ενισχύει τη διπλωματική ρευστότητα και ενδεχομένως καθιστά την Τουρκία σε θέση άμυνας, άσχετα αν εκείνη παραδοσιακά εξασκεί μια εξωτερική πολιτική χρησιμοποιώντας την ισχύ της ως ένα απροκάλυπτο bullying.
Παράτυποι μετανάστες, το μυστικό όπλο…
Δεν είναι καινούργια ιστορία, απλώς τώρα έχει ενταθεί. Ανέκαθεν η Τουρκία αποτελούσε πύλη εξόδου για τους παράτυπους μετανάστες. Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με αναλυτές, χρησιμοποιεί και η ίδια την ανθρώπινη τραγωδία ως «ειδικό όπλο» εις βάρος της Ελλάδας. Η πλειονότητα των κακόμοιρων εκτοπισμένων που καταφθάνουν στην Ελλάδα προέρχεται είτε από τα τουρκικά παράλια είτε από τα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο.
Θα μπορούσαν οι Τούρκοι να ελέγξουν τη ροή αν ήθελαν; Σύμφωνα με Ευρωπαίους παρατηρητές, θα μπορούσαν σίγουρα να την περιορίσουν. Όμως, εδώ βασιλεύει η λογική ότι «εξάγω το πρόβλημα με πολλαπλά οφέλη».
Ο Σουλτάνος Ερντογάν, αλλά και ο Τούρκος πρωθυπουργός αντιμετωπίζουν έντονα εσωτερικά ζητήματα. Τα διεθνή ΜΜΕ κάνουν λόγο για τέλος «της εποχής του μέλιτος» για ισλαμο-φιλελευθέρους του ΑΚP και η αναζήτηση νέων προσώπων δεν είναι άμοιρη της παραπάνω διαπίστωσης.
Με μαεστρία, από τον Ιανουάριο –και ειδικότερα μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ–, η Τουρκία προκαλεί είτε με άξονα το «Barbaros» είτε με παραβιάσεις, καταδεικνύοντας ότι δεν πρόκειται ποτέ να πάψει να θυμίζει ότι έχει υπεροπλία στο Αιγαίο. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, συντηρεί και την πολιτική των «γκρίζων ζωνών».
Η πολιτική της μη εμπλοκής στον εμφύλιο στη Συρία και η προφανής ανοχή της στους τζιχαντιστές καθιστούν σαφές ότι η Τουρκία θέλει να γίνει ακόμα περισσότερο ο «πατερούλης» του ισλαμικού στοιχείου, προβάλλοντας ως μία από τις σταθερότερες και στιβαρότερες κυβερνήσεις στην ευρύτερη περιοχή.
Ακόμα και οι «μπαταρίες» για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων από το Βατικανό και την Αυστρία εκλαμβάνεται από τους Τούρκους ως ευκαιρία επίδειξης ισχύος στο εξωτερικό και ως μυθοπλασία του θύματος από τη Δύση.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις ταραγμένες αμερικανοτουρκικές σχέσεις επιτρέπουν την ασφαλή πρόβλεψη ότι η Τουρκία όσο ζορίζεται τόσο θα εξάγει την κρίση για να «συγκρατεί» τα κεκτημένα της. Πολύ περισσότερο που και η Ρωσία, με βασικό πεδίο την Ουκρανία, δεν επιτρέπει πολλή ευελιξία, εκτός και αν αφορά στα ενεργειακά – λέγε με Turkish Stream. Οι επενδυτές αποχωρούν, το εθνικό νόμισμα είναι στα πολύ χαμηλά του και οι εκλογές της 7ης Ιουνίου αποτελούν κρίσιμο σταυροδρόμι.
«Πρώτη φορά Αριστερά» και εθνικιστικός τσαμπουκάς
Η Ελλάδα ζει στη βάση μιας σημαντικής αλλαγής μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, αλλαγή που προσπαθεί να ανατρέψει ισορροπίες δεκαετιών και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Επίσης, τα διάφορα «αυτογκόλ» στο πεδίο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων (όπως η «απελευθέρωση Ξηρού» και η εμμονική ανοχή του παρακράτους των αντιεξουσιαστών) στριμώχνουν την Ελλάδα στη γωνία.
Πάνω και πριν από όλα, η οικονομική κρίση, η δύσκολη «μετανάστευση» και η αδυναμία της Ελλάδας να μπορεί να ανταγωνιστεί τη γείτονα σε επίπεδο εξοπλισμών και «τολμηρών» κινήσεων λειτουργούν ασφυκτικά.
Το Κυπριακό βρίσκεται σε κομβικό σημείο και η ήττα Έρογλου δίνει μια βάση για εκτόνωση και ελπίδα, χωρίς, όμως, να ξεχνάμε ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι πάντα πολιτικοί με τουρκική συνείδηση και έχοντες ως προτεραιότητα την τουρκική ατζέντα.
Οι νέες ηγεσίες στα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών, έχοντας παρελθόν και ιδεολογικό αποτύπωμα πιο κοντά στο συγκρουσιακό και λιγότερο στο «διπλωματικό», λειτουργούν ως καταλύτες που θα ενισχύσουν την πάγια τουρκική επιθετικότητα.
Αντίβαρο σε όλα τα παραπάνω είναι ο ρόλος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Με την πλάτη στον τοίχο και απομονωμένος εξαιτίας της «σκληρής διαπραγμάτευσης», με λογική «καουμπόη» και ιδεολογικές εμμονές, ο πρωθυπουργός προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα εθνικο-μαρξιστικά πρότυπα (της διπλωματίας) και στην «αγέρωχη και δεν σηκώνω μύγα στο σπαθί μου» στάση (στα αμυντικά θέματα).
Η Ελλάδα ποτέ δεν προκάλεσε την Τουρκία. Πάντα συνέβαινε το αντίθετο. Όμως, η απειρία και η αμετροέπεια στο επίπεδο δηλώσεων ίσως να δώσουν στους γείτονες το δικαίωμα να συνεχίζουν ένα κρεσέντο επιθετικότητας.
Με μόνη ελπίδα την ανταλλαγή επενδύσεων (Αστέρας, Finansbank κ.ά.) και την επιλογή να «ψωνίσουμε» αμερικανικά οπλικά συστήματα, η Ελλάδα προσεύχεται να μη χρειαστεί να απαντήσει στην τουρκική επιθετικότητα. Και η κοινωνία εύχεται κάποιοι, που λόγω ιδεολογίας και παρελθόντος ανοίγουν το στόμα και εξάγουν μέχρι και τζιχαντιστές προς πάσα κατεύθυνση, καλύτερα να «μασάνε παρά να μιλάνε».
Ο θεός (Αλλάχ) να βάλει το χέρι του…






