Ήταν το 2012, όταν ο τότε υπουργός του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δημιούργησε στην Αμυγδαλέζα για τους παράνομους μετανάστες ένα «απαράδεκτο στρατόπεδο κράτησης», όπως το χαρακτήρισαν οι του ΣΥΡΙΖΑ,κατά την προσφιλή ορολογία τους.
Ακολουθώντας την ίδια πολιτική και ο διάδοχός του, Νίκος Δένδιας, της Νέας Δημοκρατίας όχι μόνον κράτησε την Αμυγδαλέζα, αλλά την αναβάθμισε κιόλας.
Και μετά ήλθε η… πρώτη φορά αριστερά ή το -κατά Βαρουφάκη- «αριστερό τσούρμο». Χωρίς καμιά στοιχειώδη πολιτική αντιμετώπισης του μεταναστευτικού προβλήματος οι σημερινοί κυβερνώντες ουσιαστικά έστειλαν σήμα ότι η Ελλάδα είναι η χώρα του «μπάτε, σκύλοι». Ακόμα και ο πρώην υπουργός Γιάννης Πανούσης έσπευσε να πανηγυρίσει την κατάργηση της Αμυγδαλέζας. Και όταν οι κρατούμενοι εκεί αφήνονταν ελεύθεροι να περιφέρονται στο κέντρο της πόλης, ο Πανούσης υποσχόταν ότι «θα ελέγξει» το θέμα και η πρώτη υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Τασία Χριστοδουλοπούλου, μας διαβεβαίωνε ότι «κάπου λιάζονταν» και σε λίγο «θα εξαφανιζόταν». Εν τω μεταξύ, τα κύματα προσφύγων και μεταναστών άρχισαν να γίνονται ανεξέλεγκτα.
Χρειάστηκε για μια φορά ακόμα να φτάσουμε στο «αμήν» για να αποφασίσουν στο Μέγαρο Μαξίμου ότι πρέπει επιτέλους να βρουν λύση για τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει με το προσφυγικό. Έπρεπε να αρχίσουν οι απειλές για τη Σένγκεν για να κινητοποιηθεί επιτέλους ο κρατικός μηχανισμός και να προχωρήσουν τα έργα για τα περιβόητα hotspots.Tώρα η κυβέρνησηθα φτιάξει όχι μία, αλλά και δύο και τρεις και ποιος ξέρει πόσες Αμυγδαλέζες. Και όχι των 1.000 ατόμων, που ήταν η πρώτη Αμυγδαλέζα, αλλά μερικών χιλιάδων η καθεμιά. Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν μέσα σε λίγες ημέρες.Κι όμως, ήταν ένα θέμα που «σερνόταν» εδώ και μήνες, αλλά κανείς δεν αναλάμβανε τις ευθύνες του, με αποτέλεσμα να δίνουμε άλλοθι σε όσους στην Ευρώπη αρνούνται να αναλάβουν το βάρος που τους αναλογεί. Και το βάρος της Ευρώπης βεβαίως είναι τεράστιοκι ας μην επιχειρεί τώρα η Γηραιά Ήπειρος να μεταθέσει τις ευθύνες της για το μεταναστευτικό πρόβλημα στη χώρα μας , που από μόνη της ασφαλώς και δεν μπορεί να το επιλύσει. Ας μην επιδίδεται στηναναζήτηση ενός αποδιοπομπαίου τράγου, ο οποίος θα απορροφήσει όλο το κακό.
Αλλά πέραν αυτών,το μεταναστευτικό δεν είναι το μόνο σοβαρό θέμα που η κυβέρνηση είχε αφήσει στην τύχη του και επιχειρεί να το επιλύσει στο παρά πέντε.Το ίδιο,δυστυχώς,λίγο πολύ συμβαίνει με όλα τα θέματα που είναι ανοικτά. Μονίμως η κυβέρνηση τρέχει πίσω από τις εξελίξεις, γιατί αντί να αναλάβει καθαρά τις ευθύνες της, προσπαθεί με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο ή να τις μεταθέσει σε άλλους ή να τις αναβάλλει, φοβούμενη το πολιτικό κόστος.
Μεταθέσαμε , για να μείνουμε στα τελευταία,την αξιολόγηση που ήταν να γίνει τον περασμένο Οκτώβριο. Πέρασαν οι μήνες και ακούμε ακόμα ευχολόγια για την ανάγκη να τελειώσει γρήγορα η επιθεώρηση του κουαρτέτου, γιατί η χώρα δεν αντέχει. Το Ασφαλιστικό ήταν να ψηφιστεί το πρώτο 15ήμερο Ιανουαρίου, όπως προέβλεπε η συμφωνία του καλοκαιριού, και αυτό υποσχέθηκε προεκλογικά ο πρωθυπουργός. Κέρδισε τις εκλογές,έχουν περάσει τέσσερις μήνες και είμαστε ακόμη σε διαπραγμάτευση θολή και απροσδιόριστη.
Οι συναντήσεις με το κουαρτέτο δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα, η δυσπιστία περισσεύει, η αμφισβήτηση θεριεύει και η ανασφάλεια επανέρχεται δριμύτερη.Καθυστερεί σκόπιμα η κυβέρνηση, υποτίθεται ότι διαπραγματεύεται σκληρά και νομίζει ότι έτσι κερδίζει χρόνο, ενώ αντίθετα χάνει και εξαντλεί ταχύτατα το όποιο απόθεμα ανοχής εξασφάλισε από τη δεύτερη εκλογή του περασμένου Σεπτεμβρίου.
Οι αποκρατικοποιήσεις από την άλλη πλευρά λιμνάζουν, γιατί δεν συμφωνούν με την ιδεολογία μας, οι καθ’ύλην αρμόδιοι υπουργοί…διαφωνούν ανοιχτά με ιδιωτικοποιήσεις τύπου λιμένος Πειραιώς και κυβερνητικοί βουλευτές υποβάλλουν ερωτήσεις στη Βουλή.
Το κράτος παραμένει οχυρό της κομματικής πελατείας και το μόνο σοβαρό,ξεκάθαρο πολιτικό κυβερνητικό πρόγραμμα φαίνεται να είναι«φτωχοί συνταξιούχοι και ακόμα φτωχότεροι εργαζόμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες».Αντί για ανάπτυξη, αντί για κίνητρα να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, η κυβέρνηση επιλέγει να μειώνει το εισόδημα των συνταξιούχων και να περικόπτει τις αποδοχές όσων μισθωτών εργάζονται ακόμα. Για τους αριστερούς υπουργούς μας, βλέπετε, όσοι εξακολουθούν να παίρνουν πάνω από 1.000 ευρώ είναι πλούσιοι, γι’ αυτό και προτείνουν τώρα αύξηση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή στο 50%.
Είναι προφανές ότι με αυτήν την τακτική η χώρα δεν πάει πουθενά. Τα προβλήματα συσσωρεύονται, η αβεβαιότητα παρατείνεται και η Οικονομία συνεχίζει να κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Η ευθύνη,βέβαια,ανήκει στην κυβέρνηση, στον πρωθυπουργόκαι στον κυβερνητικό του εταίρο, οι οποίοι πρέπει να αποφασίσουν τώρα αν μπορούννα αναλάβουνμόνοι τουςτο βάρος των ευθυνών τους και των δεσμεύσεων που έχουν αποδεχθεί. Όσο κυριαρχούνται από τη διαχείριση του πολιτικού κόστους συμβάλλουν αποφασιστικά στην παράτασηαυτήςτης ερμαφρόδιτης κατάστασης και οδηγούν τη χώρα με βεβαιότητα σε μια νέα κρίση, που δεν την αντέχει πλέον κανείς.Έστω και την τελευταία ώραέχουν μια ευκαιρία ακόμη να δράσουν αποφασιστικά, επ’ ωφελεία των Ελλήνων πολιτών. Αν όχι, είναι θέμα χρόνου και θα την πληρώσουν, όπως και άλλοι πριν από αυτούς, που διέπραξαν λάθη.Το να την πληρώσουν όμως και αυτοί, οι σημερινοί κυβερνώντες δηλαδή, «μικρό το κακό». Το κακό είναι ότι θα την πληρώσει η χώρα.
Του Φώτη Σιούμπουρα





