Δεν αιφνιδιάστηκαν όπως φαίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ από το άνοιγμα που έκανε ο Φώτης Κουβέλης στην Κουμουνδούρου, κατα την ομιλία του, αφού στον χαιρετισμό του ο Γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Βίτσας εμφανίστηκε έτοιμος να πει ναί στην πολιτική πρόταση «αρραβώνα».
Στην συναισθηματικά φορτισμένη ομιλία του ο Δημήτρης Βίτσας τόνισε πως βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς «συντρόφους αγώνων και ελπίδων. Ανάμεσα σε φίλους χρόνων».
«Σε όλες και σε όλους σας, απευθύνω τον ειλικρινή και συντροφικό, έξω από εθιμοτυπίες και στερεότυπα, χαιρετισμό του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα και τις ευχές όλων μας για την επιτυχία του συνεδρίου σας» τόνισε ο Δημήτρης Βίτσας δείχνοντας πώς το «άνοιγμα» του δεν τελεί απλώς εις γνώση αλλά έχει την «σφραγίδα» του Αλέξη Τσίπρα.
«Γι’ αυτήν την κυβέρνηση δεν υπάρχει δήθεν ”ηρωϊκή έξοδος”. Υπάρχει μόνον η νυχτερινή απόδραση» συμπλήρωσε ο Δ. Βίτσας για να καταλήξει με σαφή πρόταση συμπόρευσης στην ΔΗΜΑΡ, λέγοντας «Σ’ αυτό το πλαίσιο, όμως, είναι θετική η δική σας απόφαση για το σχηματισμό προοδευτικής κυβέρνησης εναλλακτικής στη λιτότητα και τα μνημόνια.
Για να εργαστούμε μαζί για τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας για την αναδιανομή, την ανασυγκρότηση, την ανάπτυξη.
Μιας συμφωνίας εθνικού χαρακτήρα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Γιατί η κυβέρνηση της Αριστεράς και των δυνάμεων της κοινωνικής προόδου, θα είναι κυβέρνηση της ευρύτερης δυνατής κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας.Επιδιώκουμε όχι μόνο κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά αυτοδυναμία μιας πολιτικής εξόδου από την κρίση με βάση την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι του τριγώνου της αμαρτίας που συγκροτείται από το πολιτικό σύστημα της διαπλοκής, την τραπεζοκρατία και ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και της μιντιοκρατίας. Δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος και μιας κυβέρνησης, αλλά υπόθεση ενός ολόκληρου λαού και των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεών του, ο άμεσος τερματισμός της λιτότητας, η κατάργηση των μνημονιακής νομοθεσίας και του μνημονιακού καθεστώτος και η διασφάλιση της πολιτικής ισοτιμίας της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, όπου δεν είμαστε ενοικιαστές, αλλά συνιδιοκτήτες. Και όπου η λιτότητα δεν είναι προϋπόθεση για να συμμετέχουμε. Γι’ αυτό μπορούμε να αξιοποιήσουμε – σε συνεργασία με άλλες κυβερνήσεις αλλά πρώτα και κύρια με τις κοινωνίες αρχικά από το νότο της Ευρώπης, όπου τα προβλήματα δεν είναι απλώς κοινά, αλλά και πιεστικά – τις ορατές, μικρές, αλλά αλλεπάλληλες ρωγμές στο τείχος του νεοφιλελευθερισμού που έχει υψώσει και επιτηρεί η κυρία Μέρκελ».






