Εντολή για λύση και όχι για παράταση της λιτότητας έχουν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, είναι το μήνυμα του υπουργού Εσωτερικών, Νίκου Βούτση, στους διαφωνούντες βουλευτές της συγκυβέρνησης. Μάλιστα, υπενθυμίζει την πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού, ότι οι εκλογές δεν αποτελούνεπιλογή της κυβέρνησης. Επιπλέον, ο υπουργός Εσωτερικών επιχειρεί να κρατήσει ίσες αποστάσεις στην κόντρα μεταξύ Πανούση– Κωνσταντοπούλου, ενώ θα συμφωνούσε με «οριακές» αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα, σε επίπεδο όμως δομής του.
Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μια πολύ επώδυνη συμφωνία, αυτή που προτείνουν οι δανειστές. Πώς θα καταφέρετε να «περάσετε» από τη Βουλή τα μέτρα που θα περιλαμβάνει, όταν ένα από τα βασικά επιχειρήματα βουλευτών που αντιδρούν είναι πως εξελέγησαν με μια διαφορετική πολιτική ατζέντα;
Όλοι έχουν τη συνείδηση και την αντίστοιχη εντολή από τον λαό για το ότι πρέπει να υπάρξει λύση, που δεν θα παρατείνει και δεν θα βαθαίνει τη λιτότητα και που, ταυτόχρονα, θα είναι οικονομικά βιώσιμη. Όλοι γνωρίζουν ότι μια συμφωνία θα είναι οικονομικά βιώσιμη και πολιτικά διαχειρίσιμη, εφόσον θα συναρτάται απολύτως με τη διευκρίνιση του τοπίου σε σχέση με την αναδιάρθρωση του χρέους, με τη συνομολόγηση ενός γενναίου επενδυτικού πακέτου, το οποίο θα βοηθήσει ώστε να υπάρξει μια ουσιαστική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Μια τέτοια συμφωνία δεν θα έχει διαδοχικά ανά τρεις ή έξι μήνες καινούργια προαπαιτούμενα μέτρων, αλλά θα γνωρίζουμε εξαρχής τι συνομολογείται, έτσι ώστε να έχουμε τα συγκεκριμένα πλεονάσματα και, ταυτόχρονα, να μπορούμε να λειτουργήσουμε αναδιανεμητικά υπέρ αυτών–που είναι και οι πάρα πολλοί στη χώρα μας– που έχασαν πολλά μέσα στην πενταετία των μνημονιακών πολιτικών. Η συμφωνία για την οποία εργαζόμαστε, ανεξαρτήτως των ειδικότερων μέτρων τα οποία αφορούν, για παράδειγμα,ορισμένες κρίσιμες ιδιωτικοποιήσεις ή κρίσιμα οικονομικά μεγέθη σχετικά με μισθούς και συντάξεις, που δεν αποτελούν μέρος του προγράμματός μας, σε τελευταία ανάλυση, θα είναι μια συμφωνία προωθητική, την οποία και ο κόσμος και η παράταξη της δημοκρατικής Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, θα κατανοήσουν και θα στηρίξουν την εφαρμογή της από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Με αυτή την έννοια, επίσης, είναι φανερό ότι οι όποιες υπαναχωρήσεις προγραμματικού χαρακτήρα θα αφορούν κυρίως χρονική μετατόπιση στοιχείων του προγράμματός μας ή και αλλαγή κάποιων προτεραιοτήτων και δεν θα είναι μη αναστρέψιμες και μόνιμα μεροληπτικές υπέρ των οικονομικά δυνατών, για ακόμη μία φορά, αλλά για την κοινωνία που τόσα έχει υποστεί και έχει φτάσει στο όριο της ανθρωπιστικής καταστροφής.
Μήπως, τελικά, η όποια συμφωνία είναι το δικό σας mea culpa;
Αν με ρωτάτε για το «όποια» συμφωνία, θα σας έλεγα ότι προφανώς υπάρχει διακινδύνευση, κάτω από τέτοια απίστευτη πίεση και αρνητικό συσχετισμών δυνάμεων, να ενισχυθούν οι πιέσεις για ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ και της ριζοσπαστικής κυβερνητικής πολιτικής που εξαγγείλαμε και την οποία ήδη εφαρμόζουμε εδώ και τέσσερις μήνες. Προφανώς όμως δεν μιλάμε για την «όποια» συμφωνία, γιατί αυτό το κεφάλαιο θα είχε κλείσει από τις πρώτες δέκα ημέρες ή τον πρώτο μήνα της διακυβέρνησής μας, εάν επρόκειτο να συνυπογράψουμε και να συνομολογήσουμε. μια συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών.
Σε περίπτωση αδιεξόδου των διαπραγματεύσεων, ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η λύση;
Στη φάση που βρισκόμαστε και καθώς έχει γίνει και η αναστολή στις πληρωμές προς το ΔΝΤ μέσα στον Ιούνιο, με τη συμφωνία για αποπληρωμή όλων των δόσεων μεταγενέστερα, θα ήταν λάθος να εικοτολογούμε για μια αρνητική έκβαση των διαπραγματεύσεων. Όλα γίνονται στον δημόσιο χώρο και μάλιστα σε διεθνές και ισχυρά επικοινωνιακό επίπεδο. Θα έλεγα ότι όλοι τα ξέρουν όλα. Και τις «κόκκινες γραμμές» και τις μύχιες σκέψεις. Το θέμα είναι ότι, εδώ και καιρό, αναγνωρίζουν, πλέον, ότι είναι ζήτημα πολιτικής συμφωνίας και όχι κάποιας τεχνοκρατικής σύγκλισης επάνω σε λεπτομέρειες. Επίσης, όλοι γνωρίζουν ότι η υπόθεση αυτή συναρτάται απόλυτα με το μέλλον της Ευρώπης, με τις στρατηγικές για την υπέρβαση της κρίσης και με τις διαφορετικές αντιλήψεις για μια νέα αρχιτεκτονική, που θα οδηγούσε πράγματι σε μια Ευρώπη της κοινωνικής σύγκλισης και των λαών και όχι στη σημερινή κυριαρχία της λιτότητας και της συρρίκνωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Άρα, η διακινδύνευση περαιτέρω αδιεξόδων για την ίδια την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να είναι ούτε λύση, ούτε επιλογή, τουλάχιστον για όσους ακόμη –και ελπίζουμε να είναι αρκετοί– σκέφτονται στη βάση του ορθού λόγου και των ελάχιστων προϋποθέσεων αλληλέγγυας συμπόρευσης, μέσα σε μια ευρεία οικονομική οντότητα.
Σε πρόσφατη δήλωσή σας υποστηρίξατεπως μπορεί να πάμε σε εκλογές χωρίς διερευνητικές εντολές. Ωστόσο,συνταγματολόγοι διαφωνούν με την άποψή σας.
Δεν γνωρίζω κανέναν που να διαφωνεί ως προς το ότι αν υπάρχει η δεδηλωμένη από πλευράς διακυβερνήσεως, προφανώς δεν θα χρειαστούν διερευνητικές εντολές για να γίνουν εκλογές. Η διαφωνία, και εκεί πράγματι μπορεί ναέχουν δίκιο όσοι αντέκρουσαν τη δήλωσή μου, έγκειται στο ότι η διεξαγωγή των εκλογών θα πρέπει να γίνει από υπηρεσιακή κυβέρνηση, που θα οριστεί προφανώς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και όχι από τη δική μας κυβέρνηση. Αυτό όμως είναι θέμα–παρότι και επί αυτού υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες– ήσσονος σημασίας, εάν επρόκειτο πράγματι να γίνει η επιλογή για προσφυγή στις κάλπες. Είναι γνωστό, όμως, ότι ο πρωθυπουργός δήλωσε πολύ πρόσφατα ότι δεν αποτελεί επιλογή της κυβέρνησης να ληφθεί μια τέτοια πολιτική πρωτοβουλία.
Στηρίξατε πλήρως τον Γιάννη Πανούση στην τελευταία «κόντρα» με την πρόεδρο της Βουλής. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δημιουργεί πρόβλημα στην πορεία του κυβερνητικού έργου;
Η πρόεδρος της Βουλής είναι μια νέα, άξια και έμπειρη πλέον βουλευτίνα, που τιμά τον ρόλο που της ανατέθηκε από μια μεγάλη πλειοψηφία της Βουλής. Βεβαίως,όμως, και αισθάνθηκα την υποχρέωση, όπως θα πρέπει όλοι να κάνουμε, να κατευνάσω τις πιθανές διακριτές και οριακές αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε μέλη της κυβέρνησης ή και ανάμεσα σε θεσμικούς παράγοντες, γιατί όλοι πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας και να ασχολούμαστε με τα βασικά, με τα κύρια, με όλα αυτά που έχουν δημιουργήσει τις πληγές επάνω στο σώμα της κοινωνίας μας. Επ’ αυτού νομίζω ότι η συμφωνία τόσο με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου όσο και με τον Γιάννη Πανούση είναι απόλυτη. Επισημαίνω όμως και πάλι, και αυτό δεν έχει να κάνει με καμία κόντρα και δεν περιέχει καμία αιχμή, ότι είναι ανοιχτό στοίχημα για όλους και πρώτα απ’όλους για τον υπουργό, ο οποίος εργάζεται για κάτι τέτοιο, ο ευρύτερος εκδημοκρατισμός στον χώρο της Αστυνομίας και η διαμόρφωση μιας νέας σχέσης με τους πολίτες, μετά από μια αρκετά μακρά περίοδο που σε έναν βαθμό δοκιμάστηκαν αυτές οι σχέσεις.
Μετά από σχεδόν τέσσερις μήνες στη διακυβέρνηση της χώρας, εκτιμάτε ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα, και δεν αναφέρομαι μόνο σε πρόσωπα, αλλά και στη δομή του, που θα βοηθούσαν περισσότερο στη λειτουργία του;
Νομίζω ότι αυτό το κυβερνητικό σχήμα και ως δομή, παρότι επιδέχεται προφανώς οριακών ή και ευρύτερων διορθώσεων, είναι ικανό να εργαστεί πέρα από την «πίστα» των διαπραγματευτικών προτεραιοτήτων της χώρας, ιδιαίτερα σημαντικά και στον τομέα της διακυβέρνησης. Μπορεί μετά από αρκετούς μήνες να γίνει μια συλλογική αποτίμηση δομών και προσώπων και με προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού, που έχει και εκ του Συντάγματος την αντίστοιχη προνομία, να υπάρξουν οι όποιες αλλαγές που τότε θα κριθούν ως απαραίτητες. Εάν αναλογιστείτε μέσα σε αυτούς τους τέσσερις μήνες τι βήματα έχουν γίνει σε καίριους τομείς των κοινωνικών δικαιωμάτων, της οικονομίας, των διεθνών σχέσεων της χώρας, των τομών σε θεσμικό επίπεδο, πιστεύω πως οι πολίτες όλων των διαδρομών, που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο ψήφισαν ή απλώς στήριξαν, ή και ανέχονται, τη σημερινή διακυβέρνηση, θα πρέπει να είναι υπερήφανοι και να έχουν την ελπίδα ότι διαμεσολαβούμε εκ μέρους τους, μέσα από τη σκληρή αντιπαράθεση, για το μεγάλο ζήτημα της υπέρβασης της κρίσης, υπέρ των εργαζομένων, για τη χώρα μας.






