Σαν Σήμερα

Φάκελος Κύπρος: 40 χρόνια κατοχής

Κύπρος

Σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε που η Τουρκία εισέβαλε στη μαρτυρική μεγαλόνησο και παρά τις προσπάθειες που έχουν αναληφθεί μέσω του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για λύση του αποκαλούμενου «κυπριακού» προβλήματος αυτό παραμένει άλυτο. Αιτία η αδιαλλαξία και παρελκυστική τακτική που ακολουθούν Τουρκία και Τουρκοκύπριοι.

Όπως και τώρα στις νέες διαπραγματεύσεις μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής πλευράς, που είναι σε εξέλιξη και που δείχνουν να καταλήγουν σε ασυμφωνία, βάσει τουλάχιστον των όσων αναφέρει έγγραφο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, το οποίο μοιράστηκε στα πολιτικά κόμματα του κυπριακού Κοινοβουλίου, ενόψει της συνεδρίασης του Εθνικού Συμβουλίου, την περασμένη Δευτέρα. Οπως είπε ο κ. Αναστασιάδης, η τουρκοκυπριακή πλευρά εξακολουθεί να επιδεικνύει αδιαλλαξία και τα περιθώρια διαπραγματεύσεων στενεύουν. Οχι μόνο γιατί, όπως διευκρίνισε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Τουρκοκύπριοι δεν έχουν καταθέσει ακόμη γραπτώς τις προτάσεις τους για το εδαφικό, τους εποίκους και το κεφάλαιο ασφάλεια/εγγυήσεις, αλλά επειδή οι μέχρι τώρα θέσεις που έχουν εκφράσει σε επίπεδο συνομιλιών κρίνονται ως εξωπραγματικές.

Σύμφωνα με τα όσα περιλαμβάνονται στο έγγραφο του κ. Αναστασιάδη, η τουρκοκυπριακή πλευρά επιχείρησε να υποβαθμίσει το ζήτημα για το εδαφικό, την ασφάλεια και τις εγγυήσεις, καθώς και την ουσιαστική συζήτηση του θέματος των εποίκων, προτείνοντας συγκεκριμένα για το εδαφικό να συζητηθεί με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων σε όλα τα υπόλοιπα κεφάλαια. Η τουρκοκυπριακή πλευρά, κατά τον κ. Αναστασιάδη, επιθυμεί τη δημιουργία ενός συνιστούντος κρατιδίου, το οποίο θα είναι σε θέση να έχει διεθνείς σχέσεις και να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά διεμήνυσε προς την τουρκοκυπριακή ότι το τρέχον στάδιο των διαπραγματεύσεων θα ολοκληρωθεί μόνο εφόσον κατατεθούν ολοκληρωμένες προτάσεις για όλες τις πτυχές των ζητημάτων του Κυπριακού και εφόσον θα έχουν πλήρη εικόνα και γνώση της κατάστασης.

Σχετικά με την εκτελεστική εξουσία, η ελληνοκυπριακή θέση είναι: ο Πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος να προέρχονται από διαφορετικές συνιστώσες πολιτείες. Ο κάθε πολίτης της Ενωμένης Κύπρου θα μπορεί να είναι υποψήφιος για μία από αυτές τις δύο θέσεις. Ο Πρόεδρος θα εκλέγεται έπειτα από καθολική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία (50% συν μία ψήφοι). Σε ένα από τα πολύ σημαντικά υπουργεία Εξωτερικών, Αμυνας ή Οικονομικών θα εκλέγεται υπουργός από την τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, ενώ, όπου αυτό είναι εφικτό, οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με ομοφωνία.

Η πρόταση της τουρκοκυπριακής πλευράς για την Προεδρία είναι να αποτελείται από δύο μέλη, ένας Ελληνοκύπριος κι ένας Τουρκοκύπριος, που θα εναλλάσσονται στη θέση του Προέδρου εκ περιτροπής, με αναλογία 4:2. Επιπλέον, η τουρκοκυπριακή πρόταση προβλέπει ότι οι υπουργοί Οικονομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων δεν θα προέρχονται από την ίδια συνιστώσα πολιτεία. Επίσης, προτεραιότητα δίνεται και εδώ στη λήψη αποφάσεων με συναίνεση, όπου αυτό καθίσταται εφικτό.

Οσον αφορά στη νομοθετική εξουσία, η ελληνοκυπριακή πλευρά προτείνει η Γερουσία να συνίσταται σε ίσο αριθμό μελών από κάθε συνιστώσα πολιτεία. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων η ψηφοφορία θα διεξάγεται με βάση τη μόνιμη κατοικία ή το καθεστώς της εσωτερικής ιθαγένειας, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε συνιστώσα πολιτεία θα διαθέτει τουλάχιστον το 1/4 των εδρών. Επιπλέον, σε κάθε Σώμα θα εκλέγονται ένας πρόεδρος και δύο αντιπρόεδροι, ένας για κάθε συνιστώσα πολιτεία. Για τη λήψη αποφάσεων θα απαιτείται πλειοψηφία στην παρουσία των μελών. Σε αυτό το κομμάτι, η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν εμφάνισε ουσιαστικές διαφορές.

Αναφορικά με τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης, η ελληνοκυπριακή πλευρά συγκαταλέγει σε αυτές την εξωτερική πολιτική και τις εξωτερικές σχέσεις, τις σχέσεις με την ΕΕ, τα ζητήματα που αφορούν την περαιτέρω ολοκλήρωση της ΕΕ και τον διορισμό των ομοσπονδιακών υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των διπλωματικών και αξιωματούχων της ΕΕ. Επιπλέον, η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας, που περιλαμβάνει ρύθμιση και εποπτεία του τραπεζικού κλάδου και των τραπεζικών κανονισμών, νομισματική πολιτική, χρηματοπιστωτικά θέματα, ανταγωνισμό, μέτρα και σταθμά, καθώς επίσης, δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις και ζητήματα που σχετίζονται με ζωτικές υπηρεσίες και υποδομές (FIR, φυσικοί πόροι κ.λπ.).

Από την άλλη, η τουρκοκυπριακή πλευρά ορίζει στις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης τις σχέσεις με την ΕΕ και θέματα γύρω από αυτήν, τα οποία θα καταγραφούν στο Σύνταγμα, επικοινωνίες, μετεωρολογία, κυπριακή ιθαγένεια, καταπολέμηση τρομοκρατίας, ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, χωρικά ύδατα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, φυσικούς πόρους και αεροπορικές μεταφορές. Σχετικά με τις εξωτερικές σχέσεις, η τουρκοκυπριακή πλευρά προτείνει κάθε συνιστώσα πολιτεία να μπορεί να συνάπτει διεθνείς σχέσεις σε τομείς που θα έχει αρμοδιότητες, αλλά και στην αμυντική πολιτική. Επιπλέον, η κεντρική κυβέρνηση αναλαμβάνει τη ρύθμιση και την εποπτεία του τραπεζικού και του χρηματοπιστωτικού τομέα, την πνευματική ιδιοκτησία και τον ανταγωνισμό.

Συγκεκριμένα, στο ζήτημα των εξωτερικών σχέσεων, η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει ο αντιπρόεδρος της Ενωμένης Κύπρου να μπορεί να συνοδεύει τον Πρόεδρο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κάτι που ωστόσο απαγορεύεται από τους κανόνες λειτουργίας της Ε.Ε. Επιπλέον, η τουρκοκυπριακή πλευρά προτείνει, εκτός από τη σύναψη διεθνών συμφωνιών, τα συνιστώντα κρατίδια να έχουν διπλωματική δυνατότητα σε εμπορικά και πολιτιστικά θέματα και να εκπροσωπούνται από λειτουργούς που θα εγγράφονται στο διπλωματικό σώμα.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά τονίζει ότι οι εξωτερικές σχέσεις και η διεθνής εκπροσώπηση συνιστούν βασική αρμοδιότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και συμπληρώνει ότι θα εξαντλούνται τα μέσα διαβούλευσης, ώστε να μην μπλοκάρει η χώρα από αποφάσεις στο πλαίσιο ΚΕΠΠΑ. Αναφορικά με την ποσόστωση του διπλωματικού σώματος, η ελληνοκυπριακή πλευρά πρότεινε το 70:30, ενώ κατέληξε ότι η σύναψη των διεθνών συμφωνιών είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Η λύση του Κυπριακού κινείται εντός του πλαισίου των ΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου που προνοεί για λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, δήλωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών, Ε. Βενιζέλος. «Το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης είναι πάρα πολύ απλό», είπε. «Ολα κινούνται, υποχρεωτικά, εντός του πλαισίου των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, του ευρωπαϊκού κοινοτικού κεκτημένου, μιας λύσης διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδιακής, όπως αυτή έχει ήδη οριοθετηθεί, από τον Αρχιεπίσκοπο και Πρόεδρο Μακάριο, το 1977».

Η συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς

Την αρχή της Διζωνικής-Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με ενιαία διεθνή υπόσταση και παρουσία συμφώνησαν το 1977 ο τότε Πρόεδρος της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς. Παρά τις προσπάθειες των Γ.Γ. του ΟΗΕ Βαλντχάιμ, Ντε Κουέγιαρ και Μπούτρος Γκάλι η υλοποίηση της κατ’ αρχήν συμφωνίας των δύο ηγετών προσέκρουε στην αναδίπλωση της τουρκοκυπριακής πλευράς σε πιο σκληρές θέσεις. Το σχέδιο Ανάν προσπάθησε να συνδέσει την επίλυση του Κυπριακού –άτυπα, αλλά ουσιαστικά– τόσο με την ολοκλήρωση της πλήρους ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, όσο και της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων ΕΕ-Τουρκίας, καθώς η Αγκυρα είχε λάβει στη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι το 1999 το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας. Η σύνδεση αυτή κατέστη αντιπαραγωγική, καθώς η πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων τη θεώρησε εκβιαστική, με κατάληξη την απόρριψη του Σχεδίου από τους ψηφοφόρους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER