Την προέλευση και ενδεχομένως την πρώτη χρήση της λέξης «fuck» φαίνεται πως ανακάλυψε ένας Βρετανός ιστορικός, ο Dr. Booth, ο οποίος εργάζεται ως ανώτερος ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Keele.
Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό η επίμαχη λέξη βρέθηκε σε ορισμένα δικαστικά έγγραφα του δικαστηρίου του Chester, τα οποία χρονολογούνται στο 1310.
Όπως αναφέρει η συγκεκριμένη έρευνα, ένας δικαστικός γραμματέας απέδωσε το παρατσούκλι «Roger Fuckbythenavele» σε έναν από τους παράνομους της εποχής.
Το ψευδώνυμο αυτό σήμαινε «υπερβολικά βλάκας», και όπως δήλωσε ο Dr. Booth: «Ξεφύλλιζα αυτά τα συναρπαστικά πρακτικά, όταν το είδα κατά λάθος. Είναι κάτι που πραγματικά κάνει εντύπωση».
Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι πριν την ανακάλυψη του ιστορικού, η πιο παλιά χρήση της βρετανικής «βρισιάς» ανήκε σε ένα ποίημα του 1475, με τίτλο «Flen flyys», οι στίχοι του οποίου έγραφαν: «they are not in Heaven, since they fuck the wives of Ely».
To εν λόγω ποίημα είναι γραμμένο στα Αγγλο-Λατινικά, γεγονός που σημαίνει πως η σημασία μπορεί να είναι διαφορετική από τα σύγχρονα Αγγλικά.
Παράλληλα, μια ακόμη φορά που έχει γίνει χρήση της επίμαχης λέξης σε παλαιά βρετανικά έγγραφα, είναι το 1528 από έναν θυμωμένο μοναχό, ο οποίος έβριζε κάποιον άλλον μοναχό με τη φράση «O d fuckin abott».






