του Χρήστου Καπούτση
H Τουρκία οδεύει προς γενικές βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν στις 7 Ιουνίου.
Οι επικείμενες εκλογές θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες , διότι από το αποτέλεσμα θα κριθεί ο προσανατολισμός της Τουρκίας στην εξωτερική πολιτική, η εσωτερική συνοχή του κράτους και η μετάβαση ή όχι προς ένα θεοκρατικό-ισλαμικό κρατικό σύστημα εξουσίας με ενισχυμένη την εξουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Πτώση των ποσοστών του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) προβλέπουν πέντε τουρκικά ινστιτούτα δημοσκοπήσεων, που δίνουν εκλογικό ποσοστό από 38-41%, ενώ το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP), σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, έχουν βελτιώσει σημαντικά τα ποσοστά τους. Με αυτό το εκλογικό ποσοστό, το ΑΚΡ θα είναι ο αδιαμφισβήτητος νικητής των εκλογών, όμως δεν θα συγκεντρώσει τις απαιτούμενες έδρες στην τουρκική εθνοσυνέλευση, προκειμένου να ικανοποιηθεί η φιλοδοξία του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και να ενισχύσει τις προεδρικές εξουσίες.
Ιδρυτής και πρώην ηγέτης του κόμματος, ο Ερντογάν χρειάζεται μία συντριπτική νίκη του AKP για να μπορέσει να προωθήσει μέσω της αναθεώρησης του τουρκικού Συντάγματος την εγκαθίδρυση προεδρικού συστήματος εξουσίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, το AKP αναμένεται να εξασφαλίσει πολύ λιγότερες από τις 400 έδρες που απαιτούνται, προκειμένου να ενισχυθούν οι προεδρικές εξουσίες.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες στον τουρκικό Τύπο κοινωνιολογικές έρευνες, το 35% έως 40% των Τούρκων ψηφίζει με ιδεολογικά και θρησκευτικά κριτήρια, ενώ το 60-65% αποφασίζει με βάση την καθημερινότητα και το εισόδημά του. Έτσι, η κυβέρνηση Νταβούτουγλου, προκειμένου να αυξήσει τη «γοητεία της» στο εκλογικό κόμμα, ανακοίνωσε τη δημιουργία 850.000 θέσεων εργασίας εντός του 2015, τη πρόωρη συνταξιοδότηση των εργαζόμενων μητέρων, καθώς επίσης την αύξηση των συντάξεων και μισθών κατά δύο μονάδες πάνω από τον πληθωρισμό, μια ρύθμιση που αφορά 11 εκατομμύρια συνταξιούχους και 3 εκατομμύρια υπαλλήλους.
Όμως η μεγάλη ανατροπή προέρχεται από το Κουρδικό κόμμα (HDP).
Τα φιλοκουρδικά κόμματα μέχρι τώρα κατέβαζαν τους υποψηφίους τους ως ανεξάρτητους και τελικά κατάφερναν να εκλέγουν γύρω στους 25 βουλευτές, κυρίως λόγω των πολυάριθμων ψήφων που λάμβαναν στις κουρδικές επαρχίες, χωρίς όμως να ξεπερνούν το εκλογικό όριο του 10%.
Η απόφαση του HDP να αλλάξει τακτική και να κατέλθει ως πολιτικό κόμμα είναι δυνατόν να μεταβάλει τις εκλογικές και πολιτικές πραγματικότητες στην Τουρκία, με δύο να είναι τα επικρατέστερα σενάρια. Το πρώτο είναι η επιτυχία του HDP με το ξεπέρασμα του εκλογικού ορίου του 10% , άρα εκλέγονται πάνω από 50 Κούρδοι βουλευτές. Και το δεύτερο, η αποτυχία του να ξεπεράσει το εκλογικό όριο, που συνεπάγεται ότι στη νέα τουρκική εθνοσυνέλευση δεν θα υπάρχει ούτε ένας Κούρδος βουλευτής.
Παρότι εμφανώς ριψοκίνδυνη, η κίνηση του HDP είναι ιστορικής σημασίας , καθώς σηματοδοτεί τη σταδιακή αλλά σταθερή μετακίνηση του κουρδικού κινήματος από τον ανταρτοπόλεμο και την παρανομία στο επίκεντρο της τουρκικής πολιτικής σκηνής.
Πάντως, η ανάδειξη ενός ισχυρού κουρδικού δημοκρατικού κινήματος- κόμματος στην τουρκική εθνοσυνέλευση και την πολιτική σκηνή εισάγει σαφώς νέα πολιτικά δεδομένα.
Και η εξέλιξη αυτή θα είναι καθοριστική για τη νέα πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας, αλλά και για τη στάση της νέας τουρκικής κυβέρνησης στο Κυπριακό, στο Μεσανατολικό και τη Συρία, ειδικά μάλιστα στη περίπτωση που θα συμμετέχουν και άλλα κόμματα εκτός του ΑΚΡ στην κυβέρνηση.
Ελληνοτουρκική φιλία
Να χτίσουμε σε στέρεα θεμέλια την ελληνοτουρκική φιλία, να υπογράψουμε και να υλοποιήσουμε διμερείς συμφωνίες που να στηρίζονται σε κοινά συμφέροντα, όπως η ενέργεια, ο τουρισμός και η θαλάσσια ασφάλεια, πρότεινε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς στους Τούρκους συνομιλητές του, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Άγκυρα. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, κατά την παραμονή του στην Άγκυρα, είχε συνομιλίες με τον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τον πρωθυπουργό Α. Νταβούτογλου, ενώ έγινε δεκτός και από τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πολυτελέστατο «Λευκό Παλάτι».
Στον Ελληνισμό της Ίμβρου και Τενέδου αναφέρθηκε ο Ν. Κοτζιάς, ως παράδειγμα συνεργασίας των δύο χωρών, εξαίροντας την συμπεριφορά της τουρκικής κυβέρνησης, που επέτρεψε το άνοιγμα σχολείων και τη λειτουργία εκκλησιών σε αυτά τα νησιά.






