Του ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ
Τη συνολική, σχεδόν, καταδίκη της αντιπολίτευσης πρόκειται να βρει οποιαδήποτε απόπειρα της κυβέρνησης να επιχειρήσει να αναβαπτιστεί δια της κάλπης και πολύ περισσότερο δε το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος, το οποίο πλέον έχει μπει καθημερινά στην ατζέντα των δημόσιων εμφανίσεων των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αντιπολίτευση, και δη η αξιωματική, δεν πρόκειται να νομιμοποιήσει μια μονομερή πράξη, «μ’ ένα γενικό ερώτημα που εκ των προτέρων θα γνωρίζουμε τη σαφή απάντηση», όπως τονίζει χαρακτηριστικά προβεβλημένο στέλεχός της.
Η απειλή (έτσι θεωρείται από την αντιπολίτευση) της πρόωρης κάλπης «έχει καθαρά κομματικά και όχι εθνικά χαρακτηριστικά» και όλα δείχνουν ότι οι περισσότεροι από τους μη συγκυβερνώντες πολιτικούς φορείς θα εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο να καλέσουν τα μέλη και τους φίλους τους να μην πάρουν μέρος στο δημοψήφισμα, αν τελικά αυτό προκηρυχθεί.
Το κλίμα αυτό έχει γίνει πλέον αντιληπτό από το Μέγαρο Μαξίμου και εκτιμάται ότι, βάσει κομματικής «γραμμής», τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προτάσσουν τη διενέργεια δημοψηφίσματος περισσότερο για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Την ίδια στιγμή, όμως, μια πιθανή επιβεβαίωση των κυβερνητικών προθέσεων, όπως τονίζουν τακτικοί συνομιλητές του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική ισχύ του έναντι των δανειστών.
Από τη στιγμή, όμως, που η αντιπολίτευση κρατά ανοιχτό ακόμα και το ενδεχόμενο «αποχής», υπάρχει έντονος προβληματισμός στο Μέγαρο Μαξίμου για το αν θα πρέπει να προχωρήσει σε αυτό το βήμα. Κι αυτό διότι θα είναι μεγαλύτερο το διακύβευμα αν στηθούν κάλπες και σε αυτές πάρει μέρος μόνο ο κύριος όγκος των ψηφοφόρων του κυβερνητικού στρατοπέδου, από το να παραμείνει ως έχει η πολιτική κατάσταση.
Παρά το γεγονός, όμως, ότι το τοπίο διαγράφεται με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, η πιθανότητα της λήψης κυβερνητικής απόφασης για τη διενέργεια δημοψηφίσματος, έχει περισσότερες πιθανότητες από εκείνη για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Κι αυτό διότι οι τελευταίες, βάσει των προβλέψεων του καταστατικού χάρτη της χώρας, μπορούν να διενεργηθούν –για τους επόμενους εννέα μήνες– μόνο από υπηρεσιακή κυβέρνηση.
Η παράγραφος 4 του άρθρου 41 του Συντάγματος είναι σαφής: «H Bουλή που εκλέχθηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες της, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 37 παράγραφος 3 και της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού».
Πρακτικά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν η κυβέρνηση απολέσει τη δεδηλωμένη, κάτι δύσκολο για τα σημερινά δεδομένα, αφού τα συγκυβερνώντα κόμματα διαθέτουν 162 έδρες (και ακόμα και στο απίθανο σενάριο αποχώρησης του μικρότερου θα εμφανιστούν πρόθυμοι σύμμαχοι) ή αν τη ρίξει η Βουλή. Το τελευταίο ενδεχόμενο (που συνδέεται, ίσως, και με το πρώτο) δεν μπορεί να σημειωθεί, αφού πρέπει να μεσολαβήσει διάστημα έξι μηνών από την ψήφιση των προγραμματικών δηλώσεων για να κατατεθεί πρόταση μομφής από την αντιπολίτευση ή να ζητηθεί «ψήφος εμπιστοσύνης» από την ίδια την κυβέρνηση.
Υπάρχουν άλλα δύο ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι να προκαλέσει η κυβέρνηση την πτώση της, με εικονικές αποχωρήσεις βουλευτών από τον ΣΥΡΙΖΑ ή και τους Ανεξάρτητους Έλληνες, αλλά αυτό, όπως είναι λογικό, θα συνιστά διακωμώδηση των θεσμών και θα έχει βαρύτατο πολιτικό κόστος για την ίδια. Το δεύτερο είναι να υποβάλει, επικαλούμενη οποιονδήποτε λόγο, την παραίτησή της. Τότε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έχει ουσιαστικά μία λύση μπροστά του, αφού (λόγω συγκυβέρνησης) δεν θα μπορεί να καλέσει την κοινοβουλευτική ομάδα του πρώτου κόμματος να εκλέξει, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, νέο πρωθυπουργό: να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από τις προαναφερθείσες παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 31 του καταστατικού χάρτη της χώρας και οι οποίες προβλέπουν:
O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον πρωθυπουργό και, με πρότασή του, διορίζει και παύει τα λοιπά μέλη της κυβέρνησης και τους υφυπουργούς.
[…] Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Kάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Aν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής, επιδιώκει τον σχηματισμό κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Bουλής για τη διενέργεια εκλογών. Σε περίπτωση αποτυχίας, αναθέτει στον πρόεδρο του Συμβουλίου της Eπικρατείας ή του Aρείου Πάγου ή του Eλεγκτικού Συνεδρίου τον σχηματισμό κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Bουλή.Επομένως, σε καμία περίπτωση, πλην εξαιρετικής, ο κ. Τσίπρας και το στενό επιτελείο του θα ελάμβαναν αυτό το ρίσκο. Διότι, μια προσωρινή εγκατάλειψη του Μεγάρου Μαξίμου και των υπουργικών καρεκλών, θα μπορούσε να οδηγήσει και σε οριστική! Όχι, δηλαδή, σε ακόμα μεγαλύτερη πλειοψηφία, αλλά σε «οικουμενικές» λύσεις…






