Το ροκ εν ρολ έχασε έναν από τους ανθρώπους που το διαμόρφωσαν.
Ο κιθαρίστας, συνθέτης και τραγουδιστής Τσακ Μπέρι, ο οποίος απεβίωσε σε ηλικία 90 ετών, μπορούσε να καυχηθεί πως άλλαξε την ιστορία της μουσικής.
Γεννημένος την 18η Οκτωβρίου 1926 στο Σεντ Λούις, έμαθε να παίζει κιθάρα σε ρυθμούς τζαζ όταν ήταν παιδί. Έπιασε δουλειά σε κουρείο, παντρεύτηκε, έγινε πατέρας, και συμπλήρωνε το εισόδημά του παίζοντας κιθάρα με μια μπάντα σε κλαμπ, όπου τον ανακάλυψε ο Μάντι Γουότερς, ο θρύλος της μπλουζ, και του πρότεινε να απευθυνθεί σε μια δισκογραφική εταιρεία.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 η επιτυχία του ήταν τεράστια, τα τραγούδια του ακούγονταν παντού, και ο μαύρος καλλιτέχνης είχε γίνει ήρωας της λευκής νεολαίας που το ροκ την είχε συναρπάσει—και αυτό παρότι ο φυλετικός διαχωρισμός στις ΗΠΑ παρέμενε ακόμα κραταιός. Αλλά στην καριέρα του μπήκε φρένο όταν καταδικάστηκε το 1961 σε φυλάκιση δυόμισι χρόνων για μια υπόθεση ηθών: κατηγορήθηκε ότι μετέφερε μια ανήλικη ιθαγενή, μια 14χρονη σερβιτόρα, από μια Πολιτεία σε μια άλλη με «ανήθικους» σκοπούς. Εξέτισε ενάμισι χρόνο.
Για πολλούς, η καταδίκη του Τσακ Μπέρι από ένα σώμα αποκλειστικά λευκών ενόρκων ήταν κάτι σαν προειδοποίηση προς τους Αφροαμερικανούς καλλιτέχνες.
Αργότερα κατάφερε να γυρίσει σελίδα και να συνεχίσει την καριέρα του, γνωρίζοντας ξανά την επιτυχία με το “My Ding A Ling” (1972). Αλλά είχε κι άλλα προβλήματα με τη δικαιοσύνη—το 1979, καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή. Ήταν διαβόητος για την απληστία του, τόσο που ο Μικ Τζάγκερ είχε πει κάποτε πως ήταν τόσο «φτηνός» που μετατρεπόταν σε «παρωδία του εαυτού του». Σταδιακά, άρχισε να αποσύρεται.







