Για πρώτη φορά στον ελληνικό Τύπο παρουσιάζεται έγγραφο σχετικό με την προμήθεια υποσυστήματος που αφορά το ένα εκ των δύο συστημάτων της «αγοράς του αιώνα», όπως έχει μείνει πλέον ευρέως γνωστή στην πρόσφατη ελληνική ιστορία των εξοπλιστικών προγραμμάτων, με πρωταγωνιστή και πάλι την τότε « THOMSON – CSF» (νυν « THALES»). Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, η «αγορά του αιώνα» αφορούσε την προμήθεια 80 μαχητικών αεροσκαφών στα τέλη της δεκαετίας του ‘80.
Η σκέψη του τότε πρωθυπουργού αλλά και υπουργού Εθνικής Άμυνας Ανδρέα Παπανδρέου ήταν να προμηθευτούν δύο τύπους μαχητικών εκ των οποίων ο ένας δεν θα ήταν από τις ΗΠΑ, ώστε να επιτευχθεί η μερική απεξάρτηση του αξιόμαχου της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) από τις τότε φιλοτουρκικές προθέσεις της εξωτερικής πολιτικής του «μεγάλου αδερφού» και να αποκτήσει η ελληνική πλευρά το πάνω χέρι στον ακήρυχτο πόλεμο των αερομαχιών του Αιγαίου. Στη λογική αυτή το ΚΥΣΕΑ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών – Άμυνας) που συνεδρίασε στις 5 Αυγούστου του 1984 αποφάσισε την προμήθεια 40 αεροσκαφών Mirage 2000 BGM/EGM της γαλλικής «Dassault» και στις 14 Οκτωβρίου του ίδιου έτους αναγγέλθηκε και η απόφαση για την προμήθεια 40 F-16C/D της αμερικανικής «General Dynamics» (νυν Lockheed Matrin).
H εμπλοκή της «THOMSON –CSF»
Στο πλαίσιο της αγοράς (ύψους 1,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων με ισοτιμία του 1988) των 40 Mirage 2000, η THOMSON – CSF σε πρώτη φάση εμπλεκόταν στην προμήθεια συστήματος εξομοιωτή πτήσεως, τον οποίο και παρέδωσε άμεσα και χωρίς καθυστερήσεις, πριν ακόμη παραδοθούν οι πρώτες μονάδες αεροσκαφών στην ΠΑ. Ωστόσο, η παραγγελία των γαλλικών μαχητικών είχε πολλές ελλείψεις, γεγονός όχι και τόσο σπάνιο εάν δει κανείς σε βάθος χρόνου τα εξοπλιστικά προγράμματα της τελευταίας 25ετίας, και τον κατακερματισμό τους σε μικρότερα. Για παράδειγμα, ενώ υπογραφόταν μια σύμβαση για το κύριο υλικό (αεροσκάφος, πλοίο, άρμα κ.ο.κ) δεν προβλεπόταν σε αυτή τα όπλα του, με αποτέλεσμα να καταρτίζονται νέες συμβάσεις και στις περισσότερες των περιπτώσεων να αναλαμβάνουν –σε κατά τα άλλα διακρατικές συμφωνίες– μείζονα ρόλο κάποιοι «ενδιάμεσοι» για ολοκληρωθεί γρήγορα το συμβόλαιο. Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση των Mirage 2000 μάλλον «διέλαθε» της προσοχής των ιθυνόντων να περιλαμβάνεται στον εξοπλισμό του αεροσκάφους τόσο σύστημα αυτοπροστασίας όσο και βλήματα μακρού βεληνεκούς Super 530D.
Αποτέλεσμα αυτού ήταν να καταρτιστεί νέα σύμβαση που υπογράφηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1992 και αφορούσε στην προμήθεια 80 βλημάτων, στην προμήθεια του συστήματος αυτοπροστασίας ICMS 2000 Mk-1, καθώς και την τροποποίηση του ραντάρ RDM-3 που είχε παρουσιάσει «παιδικές ασθένειες». Τελικά, ο στόλος των Mirage 2000EGM/BGM κατέστη πλήρως επιχειρησιακός από την ΠΑ με την προσθήκη του άκρως αποτελεσματικού συστήματος αυτοπροστασίας ICMS 2000Mk1, δίδοντας για πρώτη φορά το τεχνολογικό πλεονέκτημα στην ΠΑ έναντι των F-16C της Τουρκικής Αεροπορίας. Ωστόσο, τόσο για το πρόγραμμα των βλημάτων που θα εξετάσουμε σε μελλοντική αναφορά όσο και για το σύστημα αυτοπροστασίας που θα επικεντρωθούμε στην παρούσα αναφορά, κομβικό ρόλο φέρεται να διαδραμάτισε «μεσάζοντας» της «THOMSON -CSF» στην Ελλάδα. Όπως όλα δείχνουν στο σχετικό έγγραφο που παραθέτει το «Π» στο φύλλο που κρατάτε στα χέρια σας, ο εν Ελλάδι «συνεργάτης» κατείχε συγκεκριμένο ποσοστό σε περίπτωση υλοποίησης του συμβολαίου και είναι κάπως θολό το ακριβές πλαίσιο συνεργασίας.
Το έγγραφο που δημιουργεί ερωτήματα….
Στο έγγραφο με ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 1991, το οποίο έχει σταλεί από το Παρίσι στην Αθήνα με μονογραφή υψηλόβαθμου στελέχους της «ΤΗΟΜSON» που σήμερα βρίσκεται στην «THALES DEUTSCHLAND», ενημερώνει την παράκτια εταιρεία του μεσάζοντα, σχετικά με το πρόγραμμα ICMS (Integrated Counter Measure Systems) για τα ελληνικά Mirage 2000, αλλά και το πλαίσιο συνεργασίας τους. Ειδικότερα στην εισαγωγική παράγραφο του εγγράφου επιβεβαιώνει την απόφαση συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών και παραθέτει τους όρους, σχετικά με το πρόγραμμα άμεσης πώλησης από την «ΤΗΟΜSΟΝ-CSF» στην Πολεμική Αεροπορία του συστήματος ICMS 2000, ή για να είμαστε πιο ακριβείς του υποσυστήματος RWR που κατασκεύαζε η «THOMSON» και κούμπωνε στο όλο σύστημα αυτοπροστασίας.
Συγκεκριμένα, στη δεύτερη παράγραφο επισημαίνεται ότι η συνεργασία θα είναι σε αποκλειστική βάση και ότι δεσμεύεται η γαλλική πλευρά να μην υπάρξει εμπλοκή είτε άμεσα είτε έμμεσα, στη δραστηριότητα αυτή, εταιρείας ή προσώπου είτε γαλλικής είτε αλλοδαπής ιθαγενείας. Με απλά λόγια, η «THOMSON -CSF» φέρεται ότι θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό τον «συνεργάτη» της, για να δεσμεύεται ότι δεν θα υπάρξει εμπλοκή άλλου «μεσάζοντα». Ωστόσο στην ίδια παράγραφο διευκρινίζεται ότι ακόμη και μετά τη λήξη της συμφωνίας οποιαδήποτε πληροφορία οποιασδήποτε φύσεως που γνωστοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, θα πρέπει να θεωρούνται εμπιστευτικές και δεν επιτρέπεται καμία αποκάλυψη των εν λόγω πληροφοριών εάν δεν υπάρχει προηγούμενη γραπτή και συγκατάθεση της «ΤΗΟΜSΟΝ». Τονίζεται, δε, ότι σε περίπτωση μη τήρησης των ανωτέρω, η συνεργασία λύεται αυτόματα.
Ωστόσο στην ακριβώς επόμενη παράγραφο (3η ) η γαλλική πλευρά διευκρινίζει σαφώς ότι η συνεργασία τους αφορά ένα χαλαρό πλαίσιο υποστηρικτικού χαρακτήρα, με τον εν Ελλάδι «συνεργάτη» να μην έχει δικαιοδοσία για επίσημη διαπραγμάτευση ή γενικά οποιασδήποτε ενέργειας που θα δέσμευε τη γαλλική εταιρεία με οποιονδήποτε τρόπο.
Η συγκεκριμένη παράγραφος είναι λογικό να εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο του εν Ελλάδι «συνεργάτη» σχετικά με την υποστήριξη που θα παρείχε για την υλοποίηση του προγράμματος από τη στιγμή που δεν εκτελούσε επισήμως χρέη αντιπροσώπου της γαλλικής εταιρείας ή έστω με κάποιο καθορισμένο επίσημο πλαίσιο συνεργασίας – παροχής υπηρεσιών (π.χ δημόσιες σχέσεις, γραφείο ενημερώσεως κ.ο.κ). Ειδικά από τη στιγμή που στην ακριβώς επόμενη παράγραφο (4η) επισημαίνεται ότι η αποζημίωση για τις υπηρεσίες και με ισχύ από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, θα είναι ύψους 0,25% επί της συνολικής αξίας της σύμβασης που θα υπογραφεί από την «THOMSON». Επιπρόσθετα στην παράγραφο (5η) τονίζεται ότι η αποζημίωση για τις υπηρεσίες θα καταβληθεί στο ίδιο νόμισμα που θα καταβάλει η ελληνική κυβέρνηση το τίμημα για την προμήθεια και ολοκλήρωση του συστήματος στα αεροσκάφη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στην 8η παράγραφο του εγγράφου, η αναφορά σχετικά με τη χρονική ισχύ της συμφωνίας, η οποία σύμφωνα με το έγγραφο τέθηκε σε ισχύ την ημερομηνία αποστολής του εγγράφου στην Αθήνα, δηλαδή στις 19 Σεπτεμβρίου 1991 και θα έληγε στις 31 Μαρτίου του 1992. Επιπρόσθετα στην ίδια παράγραφο τονίζεται ότι πριν από την εν λόγω ημερομηνία, υπάρχει η πιθανότητα να πραγματοποιηθεί συνάντηση μεταξύ της «ΤΗΟΜSΟΝ» και του εν Ελλάδι «συνεργάτη» και να τροποποιήσουν την προαναφερθείσα συμφωνία ή να εξετάσουν το ενδεχόμενο επέκτασης της συνεργασίας. Αν αναλογισθεί κανείς ότι τελικά η συμφωνία μεταξύ της «THOMSON» και της ελληνικής πλευράς για το ICMS 2000 υπεγράφη στις 21 Φεβρουαρίου 1992, φέρεται ότι η συγκεκριμένη συνεργασία μεταξύ της γαλλικής εταιρείας και του εν Ελλάδι «συνεργάτη» στέφθηκε με επιτυχία και άνοιξε τον δρόμο για μια μακρά συνεργασία.
Φυσικά για να αποδίδουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, το σύστημα εκείνης της εποχή ήταν κάτι από παραπάνω αναγκαίο για την Πολεμική Αεροπορία (καθιστούσε ουσιαστικά τα Mirage 2000 το απόλυτο μαχητικό στο Αιγαίο) και ακόμη και σήμερα θεωρείται ότι προσδίδει πλεονέκτημα στους Έλληνες χειριστές έναντι μαχητικών με πιο προηγμένο ηλεκτρονικό εξοπλισμό που διαθέτει η τουρκική αεροπορία. Η παράθεση των στοιχείων και τα εύλογα ερωτηματικά που διατυπώθηκαν αφορούν μόνο την ορθότητα των διαδικασιών και το εάν υπήρξαν ή όχι αδιαφανής διαδικασίες, όχι σε ότ,ι αφορά την επιλογή του συστήματος που σε κάθε περίπτωση ήταν μονόδρομος. Το όλο ζήτημα αφορά το εάν ήταν νομότυπες ή όχι οι διαδικασίες και φυσικά αυτό δεν αφορά την καταβολή εφάπαξ αποζημιώσεως μιας εταιρείας από μία άλλη στο πλαίσιο συνεργασίας για την υλοποίηση ενός προγράμματος, αλλά το εάν μέρος του ποσού αυτού έφθασε σε χέρια κρατικών αξιωματούχων. Θυμίζουμε ότι ήδη είναι προφυλακιστέος ο Κωνσταντίνος Δαφέρμος με την κατηγορία της διακίνησης «μαύρου πολιτικού χρήματος» σε κρατικούς αξιωματούχους με σκοπό την επιτάχυνση των διαδικασιών για την υλοποίηση του προγράμματος και όχι για το αντιαρματικό σύστημα Kornet που κατά γενική ομολογία των χρηστών ανά τον κόσμο θεωρείται κάτι περισσότερο από επαρκές σε επιχειρησιακό επίπεδο.
Σύστημα αυτοπροστασίας ICMS 2000
Το ICMS 2000 (Integrated Counter – Measures System), ελληνιστί Ολοκληρωμένο Σύστημα Αντι-Μέτρων 2000, σχεδιάστηκε ειδικά για εσωτερική εγκατάσταση στο μαχητικό αεροσκάφος MIRAGE 2000 και είναι πλήρως συμβατό με το σύστημα ναυτιλίας και προσβολής του αεροσκάφους. Πρόκειται για ένα πλήρως αυτοματοποιημένο και επαναπρογραμματιζόμενο σύστημα που εξασφαλίζει εντοπισμό και έγκαιρη προειδοποίηση για το σύνολο των απειλών ραντάρ, καθώς και αντιμετώπιση επιλεγομένων απειλών με ενεργά ECM και αναλώσιμα αντίμετρα. Το σύστημα διαθέτει πολλαπλές διαμορφώσεις ελεγχόμενες από υπολογιστή για την αντιμετώπιση πολλαπλών απειλών. Η συμμετοχή της «Thomson – CSF» αφορούσε την κατασκευή του υποσυστήματος RWR που καλύπτει τις ζώνες συχνοτήτων C έως J, ενώ υπάρχει η δυνατότητα επέκτασης στην K ζώνη. Για τον άμεσο εντοπισμό σημάτων ραντάρ έρευνας, ιχνηλάτησης και ελέγχου βολής χρησιμοποιείται κρυσταλλικός video δέκτης ευρείας περιοχής συχνοτήτων, ενώ υπάρχει επίσης υπερετερώδυνος δέκτης υψηλής ευαισθησίας που λειτουργεί σε δύο διαφορετικές περιοχές συχνοτήτων. Με απλά λόγια, το ICMS 2000 περιλαμβάνει δύο διαφορετικούς παρεμβολείς, το υποσύστημα παρεμβολής χαμηλών συχνοτήτων που είναι κατασκευής «Thomson – CSF» και τον παρεμβολέα υψηλής συχνότητας Dassault Electronique ABD 2000.
O χρόνος αντίδρασης του συστήματος είναι 0,7 sec από τον εντοπισμό της απειλής μέχρι την έναρξη αντιμέτρων. O παρεμβολέας μπορεί να αντιμετωπίσει πολλαπλές προηγμένες απειλές χρησιμοποιώντας τεχνικές θορύβου σημείου ή φραγμού, παλμού κάλυψης και παραπλάνησης ταχύτητας. Οι βιβλιοθήκες απειλών των υποσυστημάτων είναι ανεξάρτητες, υπό τον έλεγχο της μονάδας διαχείρισης και συμβατότητας του ICMS 2000 που συγκρίνει τα δεδομένα τους και καθορίζει την προτεραιότητα αντιμετώπισης απειλών. Επίσης, το ICMS 2000 περιλαμβάνει το σύστημα διανομής Matra SPIRALE που αποτελείται από τέσσερις μονάδες εκτόξευσης αεροφύλλων εγκατεστημένες ανά ζεύγη εκατέρωθεν του ακροφυσίου με 16 φυσίγγια συνολικά, καθώς και από 2 μονάδες με 16 θερμοβολίδες συνολικά. Οι προαναφερθείσες τεχνικές λεπτομέρειες παρατέθηκαν ώστε να γίνει εύκολα αντιληπτό και από τον πλέον αδαή ότι το σύστημα αυτοπροστασίας θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στον αρχικό ηλεκτρονικό εξοπλισμό του αεροσκάφους και όχι να αποφασισθεί μετά από μια τετραετία. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι τα ελληνικά αεροσκάφη, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, ήταν τα μόνα εξαγωγικά Mirage 2000 που δεν έφεραν εξ αρχής σύστημα αυτοπροστασίας…
Του ειδικού συνεργάτη
Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 13/2







