Του Γιώργη Μασσαβέτα
Διάβασα τα όσα προβλέπονται στη συμφωνία με το κουαρτέτο για τις κατασχέσεις που έρχονται. Που προβλέπεται να είναι λίγο πιο μαλακές έως τα μέσα Φεβρουάριου και από εκεί και πέρα «μπάτε σκύλοι» των καταραμένων «επιθετικών κεφαλαίων» και αλέστε. Κάνοντας πολτό μια ολόκληρη ζωή του ατυχούς, που τον έσυραν οι «πράσινοι» εκσυγχρονιστές να υπερδανείζεται για να… παίζει στη «φούσκα» του χρηματιστηρίου. Που τον παρότρυναν οι «γαλάζιοι» της «ανασυγκρότησης του κράτους» να υπερδανείζεται για να επενδύει σε ντουβάρια ή σε επιχειρήσεις που τις πήρε και τις σήκωσε η κρίση που ακολούθησε.
Αφού τα διάβασα όλα αυτά, αλλά και ενθυμούμενος ότι ούτε επί ΠΑΣΟΚ ούτε επί Νέας Δημοκρατίας επιτράπηκαν οι κατασχέσεις, καθώς και αναλογιζόμενος ότι μέσα στο μίσος του μετεμφυλιακού ελληνικού κράτους γεννήθηκα και ανδρώθηκα αριστερός, δεν μου έμενε τίποτε άλλο, παρά να γονατίσω και να κάνω την προσευχή μου:
Θεέ μου, φύλαγέ με από τους «αριστερούς» προστάτες μου, γιατί από τους δεξιούς έχω μάθει να φυλάγομαι και μόνος μου.
Εκείνο που χώθηκε σαν μαχαιριά στην καρδιά μου ήταν η κυβερνητική διαβεβαίωση ότι οι «συνεργάσιμοι» δανειολήπτες, όσοι χαρακτηρίζονται τοιούτως από τις τράπεζες δηλαδή, «δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε». Διότι, συμπαθάτε με «σύντροφοι» της «πρώτη και δεύτερη φορά Αριστεράς» στην εξουσία, αλλά αυτή η διατύπωση μου θύμισε τα μαύρα χρόνια του αστυνομικού κράτους. Όποτε και πάλι οι «συνεργάσιμοι» δεν ειχαν να φοβηθούν τίποτε από τας αστυνομικάς αρχάς.
Θεέ μου, συγχωρά με, τον άφρονα, που τόσες δεκαετίες προσευχόμουν «να έρθουν οι δικοί μας στα πράγματα». Και δεν μου πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό ότι θα έκαναν τόσες κωλοτούμπες, για να πάρουν το «ok boys» από την τρόικα, που τώρα έγινε κουαρτέτο, και να εξασφαλίσουν και αυτοί τη «δόση» τους. Ούτε μπόρεσα να φανταστώ, ο επιπόλαιος, ότι ήσαν ικανοί να διαπράξουν όλα εκείνα που δεν τόλμησαν εκείνοι που ανατρέψαμε.
Τώρα καταλαβαίνω ότι η δική τους ιδεολογία συνοψίζεται στη φράση που εκστόμισε, μία εβδομάδα μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Μπορώ να κάνω πράγματα που δεν είναι ιδιαίτερα αριστερά». Τώρα χιλιάδες συμπατριώτες μας θα το ζήσουν στο πετσί τους. Και οι Σταθάκηδες των ξεχασμένων εκατομμυρίων και των αναρίθμητων ακινήτων θα συνεχίσουν να φοράνε αυτό το χαζοχαρούμενο χαμόγελό τους.
Το κάνω, αλλά… διαφωνώ!
Συγκλονιστικά πράγματα συνέβησαν τις προάλλες στη γειτονιά μου, κ. πρόεδρε. Και οι άνθρωποί σας ευλογούν εσάς και την κυβέρνησή σας, διότι, με όσα μας διδάσκετε, σώζετε πράγματι ζωές. Ιδού τι συνέβη:
Έχουμε έναν χασάπη, τον Θανάση, που λατρεύει δύο πράγματα στη ζωή του: την καθαριότητα και τη γυναικούλα του. Με τη σειρά ακριβώς που τα γράφω. Ο άνθρωπος είναι μανιακός με θέματα καθαριότητας. Οπότε, αντιλαμβάνεστε πόσο έφριξε από μια απροσεξία του υπαλλήλου του – του έπεσε ένα σφάγιο πάνω του και λέρωσε την άψογη λευκή στολή του. Χωρίς να χάσει χρόνο, άφησε τον υπάλληλο στο μαγαζί και επέστρεψε απροειδοποίητα στο σπίτι του να αλλάξει. Όμως, για να μη σας κουράζω με λεπτομέρειες, κ. πρόεδρε, μπαίνοντας στο σπίτι βρήκε τη γυναίκα του στο κρεβάτι με τον υδραυλικό.
«Σκύλα, θα σε σφάξω», ούρλιαξε με τη βροντερή φωνή του και ακούστηκε σε όλη την πολυκατοικία. «Στάσου, Θανάση μου, να σου εξηγήσω», ψέλλισε τρέμοντας η μοιχαλίς, ενώ τραβούσε επάνω της ένα σεντόνι για να σκεπαστεί. «Τι να μου εξηγήσεις, άτιμη, δεν φτάνει αυτό που βλέπω, θέλω και εξηγήσεις;» βρυχήθηκε το πληγωμένο λιοντάρι του σπιτιού, ο Θανάσης της. Όμως, πράγματι, η καρδιά του μαλάκωσε και δεν προχώρησε στο ανεπανόρθωτο, όταν άκουσε την πλήρη επιχειρηματολογία που συνόδευσε την πρώτη εξήγηση της «άπιστης».
«Υποχρεώνομαι να το κάνω, αλλά δεν το θέλω, διαφωνώ κάθετα, Θανάση μου», ήταν η πρώτη εξήγησή της. Και όταν εκείνος αντέδρασε με το «τι είναι αυτά που μου τσαμπουνάς, για μα…κα με πέρασες», εκείνη συμπλήρωσε με το πιο μελιστάλακτο ύφος της: «Συμβαίνει στην περίπτωσή μου ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με την κυβέρνησή μας, που την ψηφίσαμε και την αγαπάμε, Θανάση μου. Δεν άκουσες τον υπουργό μας, τον κ. Σπίρτζη, τι είπε όταν υπέγραψε τη συμφωνία για το ξεπούλημα των δεκατεσσάρων αεροδρομίων στους Γερμανούς; “Το κάνω, αλλά διαφωνώ”, είπε ο άνθρωπος. Αλλιώς, αν δεν το έκανε ο Σπίρτζης, δεν θα περνάμε τη δόση μας. Και αν δεν το έκανα εγώ, δεν θα ερχόταν αυτός ο άτιμος να φτιάξει τον θερμοσίφωνα. Και πώς θα σε είχα πάντα πεντακάθαρο, χωρις θερμοσίφωνα;».
Έτσι, ο Θανάσης κατάλαβε ότι στη ζωή αναγκαζόμαστε να κάνουμε και πράγματα με τα οποία διαφωνούμε. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Μη γνώτο η αριστερά τι ποιεί η… Αριστερά
Το ρητό «μη γνώτο η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» ισχύει στην περίπτωση της κυβέρνησής μας ελαφρώς τροποποιημένο: Μη γνώτο η αριστερά σου τι ποιεί η… αριστερότερη. Η υπόθεση θα ήταν για γέλια, αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως η επιστροφή των κλεμμένων από τον Έλγιν γλυπτών του Παρθενώνα.
Προς τιμήν του ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, εργάστηκε συστηματικά –τιμή που ανήκει και στο διπλωματικό δυναμικό της χώρας στον ΟΗΕ–, ώστε να εκδοθεί ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης του οργανισμού, που κάνει ρητή αναφορά στην ανάγκη επιστροφής στην Ελλάδα των γλυπτών από το λεηλατημένο αέτωμα του ναού της Παλλάδος.
Μια τέτοια απόφαση είναι ασφαλώς ένα ισχυρό επιχείρημα και πρόκριμα για οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο. Όμως, δύο ημέρες πριν εκδοθεί αυτή η απόφαση, έσπευσε ο, υποτίθεται καθ’ ύλην αρμόδιος, υπουργός Πολιτισμού, της ίδιας κυβέρνησης στην οποία ανήκει και ο κ. Κοτζιάς, ο πολύφερνος Αριστείδης Μπαλτάς, να υπονομεύσει την ελληνική θέση. Με την εκπληκτική δήλωση ότι η κυβέρνηση της οποίας μετέχει δεν θα προσφύγει σε διεθνή δίκη για τη διεκδίκηση των γλυπτών «επειδή υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε τη δίκη».
Ο συγκεκριμένος υπουργός, με τις θολές τεταρτοδιεθνιστικές απόψεις, υπήρξε ολέθριος και κατά το ολιγόμηνο πέρασμά του από το ατυχές υπουργείο Παιδείας. Και αντί να τον αφήσετε, κ. πρόεδρε, να ξεκουραστεί μετά από την κοπιώδη κατεδάφιση που επιχείρησε στον τομέα της Παιδείας, επί της οποίας επέπεσε ως όνομα και πράγμα Μπαλτάς, μαζί με το άλλο «αστέρι» σας, τον Τάσο Κουράκη, του αναθέσατε τώρα τον πολιτισμό. Για να τα κάνει τρις χειρότερα.
Να τον χαίρεστε.





