Συγκλονιστικές είναι οι αφηγήσεις του Δημήτρη Αλικάκου, στενού φίλου του Αλέξανδρου Βέλιου, για τις τελευταίες ώρες που έζησαν μαζί, μέχρι τη στιγμή που του έκανε την μοιραία ένεση.
«Στις 30 του μηνός γιορτάζω, θέλω να αποχαιρετήσω τους φίλους μου. Στις 31 θα μπω νοσοκομείο, και στις 4 Σεπτεμβρίου θα κλείσω το μάτι στο γιατρό. Όρμα!», του είπε.
Ο Δημήτρης Αλικάκος με κείμενό του στο protagon.gr πιάνει την ιστορία από την αρχή. Την αρρώστια, τους πόνους, το νοσοκομείο, την μεγάλη απόφαση, την «υποβοηθούμενη ευθανασία», την ένεση.
Το κείμενο έχει ως εξής:
Το απόγευμα της 29ης Αυγούστου μου τηλεφώνησε για να μου πει πότε είναι η κηδεία του. «Την Τετάρτη είναι η κηδεία μου». «Έχεις καταλάβει τι μου λες;» του είπα σοκαρισμένος. Έβαλε τα γέλια. Ναι ρε φίλε, τα γέλια. Στις 31 μού ζήτησε να το γράψω σε μια κάμερα. «Γράψτο γιατί κανείς δεν θα σε πιστέψει. Άσε που θέλω και κόσμο στην κηδεία μου και έχει άλλη βαρύτητα να τους καλέσω εγώ». Πάλι γέλια.
Με τον Αλέξανδρο Βέλιο βρεθήκαμε, κάπου στις αρχές του ’90, κάτω από την ίδια επαγγελματική στέγη. Νέος και άπειρος εγώ τότε στο επάγγελμα, και με την αγωνία να στεριώσω, δεν μπόρεσα να τον «δω». Καμία μνήμη άξια λόγου.
Μετά την πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση, στην οποία ανακοίνωσε πως έχει καρκίνο και θα προβεί σε ευθανασία, ανακάλυψα πραγματικά τον άνθρωπο και το ανάστημά του. Λόγος στιβαρός, τετράγωνος, μετρημένος, χωρίς μελό, με γνώση και απόφαση. Πήρα αμέσως το βιβλίο του και –όπως παραδέχθηκε- ήμουν ο πρώτος που το διάβασε. Ο Βέλιος αποφάσισε να γράψει ιστορία. Αυτό του είπα, μεταξύ άλλων, ως κριτική. Αλλά κάτι δεν μου κόλλαγε…
Συναντηθήκαμε λίγες μέρες αργότερα σε ένα στέκι στο Χολαργό. Ήθελα να διαπιστώσω αν ό,τι είχα ακούσει στην τηλεόραση και διαβάσει στο βιβλίο του ήταν απλώς η επικοινωνιακή διαχείριση ενός τραγικού γεγονότος, αλλά πίσω από αυτή κρυβόταν ο φόβος. Μα είναι δυνατόν να έχει ξεπεράσει τον –απόλυτα ανθρώπινο- φόβο του θανάτου;
«Όχι, δεν έχω ξεπεράσει το θέμα της ανυπαρξίας μου», παραδέχθηκε τότε. Ο Βέλιος δεν πίστευε. Αναγκαία, σε αντίθεση με τους πιστούς, είχε έναν παντοδύναμο «εχθρό» στο σχέδιό του: την ανυπαρξία του, το «μεγάλο Τίποτε» του Καβάφη.
Το σχέδιο του Βέλιου ήταν απλό: αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω, ας κάνω τον θάνατό μου σημαία στο δικαίωμα ενός αξιοπρεπούς τέλους. Εγώ θα πω το πότε θα πεθάνω, όχι ο καρκίνος.
Στην αρχή το σχέδιο του Βέλιου είχε Ελβετία, ένα ειδικό κέντρο που πας και πεθαίνεις («υποβοηθούμενη ευθανασία»). Λόγοι οικονομικοί, αλλά και άλλοι που δεν έχει νόημα να αναφερθούν, η Ελβετία βγήκε από το σχέδιο.
Και τώρα τι θα κάνεις; «Είμαι τυχερός, με βρήκε ένας γιατρός. Αυτός προσφέρθηκε να κάνει τη “δουλειά”».
Τον Ιούλιο, αλλά και περίπου μέχρι τα μέσα Αυγούστου, ο Αλέξανδρος αισθανόταν καλά. Ο όγκος μεγάλωνε, όπως μου έλεγε, αλλά δεν είχε επηρεάσει σημαντικά τις δυνάμεις του. Και κυρίως δεν πονούσε. Λες να γίνει το θαύμα, αναρωτιόμουν (και ευχόμουν). «Δεν θα γίνει κανένα θαύμα Δημήτρη. Θα πεθάνω τον Σεπτέμβριο». Αυτή η κουβέντα λέχθηκε αρχές Αυγούστου. Λίγες μέρες αργότερα περιέγραψε την κατάστασή του ως εξής: «πέφτω, αλλά πρέπει να κρατήσω. Στις 30 του μηνός γιορτάζω, θέλω να αποχαιρετήσω τους φίλους μου. Στις 31 θα μπω νοσοκομείο, και στις 4 Σεπτεμβρίου θα κλείσω το μάτι στο γιατρό. Όρμα!».
«Βρε ποιον γιατρό και ποιο νοσοκομείο; Είναι αδύνατον να γίνει εκεί» αντέδρασα. «Σσσσ… μη μιλάς, μη φωνάζεις, πρέπει να τους προστατέψουμε. Κι εγώ πρέπει να λυτρωθώ από το μαρτύριο».
Στις 22 Αυγούστου συναντηθήκαμε στο σπίτι του, στον Γέρακα. Καταπονημένος, αλλά αγέρωχος. Έβγαλε πολλή οργή για την «κατάντια του τόπου». «Δεν πονάμε τον τόπο, είμαστε ξένοι με αυτόν». «Τώρα που φεύγεις νιώθεις την ανάγκη να ζητήσεις συγγνώμη από κάποιον;» τον ρώτησα. «Δεν έχω βλάψει άνθρωπο». Κατέγραψα κάμποσα από αυτά που μου είπε σε μια καμερούλα που έχω πάντα μαζί μου. Μετά πιάσαμε τη φιλοσοφία. Σπάνια συναντά κανείς δημοσιογράφο με τέτοια παιδεία – κυρίως κλασική. «Απορώ πως έγινες δημοσιογράφος» του είπα. Γέλασε. «Έπρεπε να γεμίσω κι αυτό», και έδειξε το στομάχι του.
Όσο ζύγωνε το τέλος του Αυγούστου ο Αλέξανδρος υπέφερε. Ο ύπνος του ήταν λίγος, κι αυτός βασανιστικός. Θυμάμαι ένα απόγευμα που ήταν ευδιάθετος γιατί κατάφερε να κοιμηθεί λίγο το μεσημέρι και ένιωθε κάπως ξεκούραστος. Αλλά δεν πέταγε στα σύννεφα. «Αύριο θα είμαι πάλι τα ίδια».
To xρονικό του τέλους
Στις 30 Αυγούστου το κινητό του «άναψε» για τα «χρόνια πολλά». «Με ρωτούσαν οι φίλοι τι να μου ευχηθούν, κι εγώ τους απαντούσα “καλά στέφανα”».
Στις 31 Αυγούστου μπήκε στο νοσοκομείο, όπως το είχε (είχαν) σχεδιάσει. Δωμάτιο 308. Μια νοσοκόμα προσπάθησε να τον βοηθήσει να ξαπλώσει στο κρεβάτι. «Δεν είμαι ανήμπορος καλή μου κοπέλα, ετοιμοθάνατος είμαι». Μόλις τελείωσαν τα πέρα δώθε του προσωπικού μείναμε για λίγο μόνοι. «Θέλω κόσμο στην κηδεία μου την Τετάρτη».
Αργά το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο. Ξαφνιάστηκα. «Συμβαίνει κάτι;». «Ο γιατρός δείχνει φοβισμένος. Θα σου πω οριστικά αύριο».
Την επόμενη μέρα, πρώτη του μήνα, η (πρώτη) εμπλοκή επιβεβαιώθηκε επίσημα. Ο γιατρός «το ξανασκέφτηκε» και ανακοίνωσε στον Αλέξανδρο ότι στο νοσοκομείο δεν μπορεί να γίνει αυτό που θέλει… (Λογικό, αλλά τότε γιατί του είπε να πάει εκεί;)
Το μεσημέρι με πήρε τηλέφωνο. «Θα πάρω εξιτήριο το Σάββατο και την Κυριακή τελειώνουν όλα». «Πώς; Με ποιον τρόπο;». Μου περιέγραψε τα πάντα.
Η ένεση
Στις 2 του μηνός, είχε πολλές επισκέψεις στο δωμάτιό του. Τρεις γνωστοί του δημοσιογράφοι είχαν ραντεβού μαζί του στις 12 το μεσημέρι. «Ελα πιο νωρίς εσύ». Τον είδα για δέκα λεπτά λίγο μετά τις 11. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έβγαινε ο γιατρός. Δεν με είδε. «Α καλώς τον! Για σένα μιλούσαμε». «Για μένα;». Μπήκε στην τουαλέτα για να πλυθεί. Από εκεί τον άκουσα να μου λέει: «Τελικά εσύ θα το κάνεις». Γέλασα. «Και γιατί να μην το κάνω, αλλά ποιο;». «Την ένεση». Σιωπή. «Ξέρεις να κάνεις ένεση;». Σιωπή. Βγήκε από το λουτρό και με αργές κινήσεις κάθισε σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Εκεί ξεκίνησε ο μονόλογος: «Αύριο παίρνω εξιτήριο. Την Κυριακή θα έρθει ο γιατρός να μου φέρει τη σύριγγα. Θα έρθεις κι εσύ. Δεν χρειάζεται να μου κάνεις ένεση, πλάκα έκανα, θα σου δείξει απλώς πώς να την κουμπώσεις στην “πεταλούδα” που έχω στο στήθος μου. Μετά θα πατήσεις την ένεση. Και φύγε αμέσως.
Δικός μου άνθρωπος θα ειδοποιήσει το γιατρό να έρθει για να πιστοποιήσει το θάνατο, και βέβαια το γραφείο τελετών». Δεν μπορεί, δεν το ζω αυτό, σκέφτηκα. Κατάλαβα αμέσως ότι βρίσκεται σε τεράστιο αδιέξοδο. Άλλαξα κουβέντα. Τον ρώτησα πως αισθάνεται και αν πονάει. Μου είπε πως δεν πονούσε και πως ο χώρος του νοσοκομείου έκανε καλό στην ψυχολογία του. «Καλώς, θα τα πούμε το απόγευμα»
Στις 8.01 με πήρε τηλέφωνο. «Συμφωνήσαμε με τα παιδιά (τους τρεις δημοσιογράφους) να κάνω μια δήλωση για την ευθανασία, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο. Πώς βλέπεις την ιδέα;». «Πολύ καλή!». «Δεν φέρνεις εκείνη την καμερούλα να τα πω εκεί την Κυριακή;». «Και βέβαια, αλλά γιατί την Κυριακή; Καλύτερα Σάββατο». «Εντάξει Σάββατο, αλλά αργά, κατά τις εννιάμισι, γιατί θα βγω από το νοσοκομείο και μετά θα έχω κάποιες συναντήσεις». «Έγινε, εννιάμισι».
Αργά το απόγευμα του Σαββάτου πήρε εξιτήριο. Πριν, τον επισκέφτηκαν κάμποσοι φίλοι και τον αποχαιρέτησαν. Πολλοί από αυτούς κλαίγοντας. «Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό».
Στις 9.30 χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε ένα γλυκύτατο πλάσμα. Η εξάχρονη κορούλα του. Εκείνος καθόταν στο γραφείο του. «Έλα να σου δείξω τι θέλω να πω». Μου διάβασε λίγες γραμμές από ένα χειρόγραφο κείμενο. «Δεν έχει νόημα Αλέξανδρε, τα έχεις πει όλα, επαναλαμβάνεσαι». «Συμφωνώ, απλώς ήθελα να μου το επιβεβαιώσεις». Σηκώθηκε, με μεγαλύτερη δυσκολία από κάθε άλλη φορά, και κάθισε απέναντί μου. «Είσαι ένας από τους λίγους ανθρώπους που σε λίγο θα γνωρίζουν τα πάντα. Το τελικό πια σχέδιο. Είναι δικαίωμά σου να παραδεχθείς ότι γνώριζες ή όχι. Αύριο θα πεθάνω. Όχι ακριβώς όπως θα ήθελα, δηλαδή με ευθανασία, αλλά με ΜΗ υποβοηθούμενη ευθανασία. Δηλαδή –για να μην μασάω τα λόγια μου- θα αυτοκτονήσω. Θες να σου διαβάσω την στερνή ανακοίνωσή μου; Άνοιξε την καμερούλα σου».
Ο επίλογος
Εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα. Φυσιολογικά, από αρρώστιες, δυστυχήματα, βία. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πεθάνεις με ραντεβού;
Ο πόθος για ζωή κατακλύζει την ύπαρξη ακόμα και στις δύσκολες στιγμές μιας ανίατης ασθένειας. «Κάτι φίλοι μού είπαν για ένα μοναστήρι και κάποια εικόνα σε αυτό που έβγαζε θαυματουργά δάκρυα που είχαν γιάνει αρρώστους με ανίατες ασθένειες. Μου είπαν να με πάνε. Είπα “δεν θέλω γιατί δεν πιστεύω”. “Κι αν γίνει το θαύμα και με σένα τι έχεις να χάσεις;” μου είπαν. Απάντησα αυθόρμητα: “και αν υπάρξει θαύμα τι θα λέω; Πώς θα το δικαιολογήσω με τα πιστεύω μιας ολόκληρης ζωής;”». Γέλια. «Βρε αυτό είναι ωραίο. Κάτσε να το γράψουμε. Ξαναπέστο».






