Γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας
Λίγο μετά την υπογραφή της συμφωνίας με τους δανειστές, το πρωί της περασμένης Δευτέρας, και ακούγοντας, αλλά περισσότερο παρακολουθώντας τον Έλληνα πρωθυπουργό, αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό που εκείνη τη στιγμή αποχαιρετούσε. Τον επαναστάτη Αλέξη ή την εξουσία; Με τα όσα είπε ήταν σαν αποχαιρετισμός στις μέχρι τότε πεποιθήσεις του, στη μέχρι τότε «επαναστατικότητά» του. Ήταν φανερό ότι είχε διαβεί τον Ρουβίκωνα. Απαλλαγμένος από τις φαντασιώσεις και τις αυταπάτες που κουβαλούσε μέχρι πρόσφατα, έδειχνε να είχε περάσει πλέον στο στρατόπεδο των ρεαλιστών.
Παρακολουθώντας δύο μέρες αργότερα τον πρωθυπουργό στην συνέντευξή του στη δημόσια τηλεόραση, ξανασκέφτηκα μήπως είχε αρχίσει και πάλι να φορά τη φανέλα του επαναστάτη, όταν άρχισε να μιλά κατά των δανειστών, να χαρακτηρίζει «κακή και απάνθρωπη» τη συμφωνία που είχε υπογράψει , να μη λέει ούτε μία καλή κουβέντα για τα κόμματα της αντιπολίτευσης που τώρα τον στηρίζουν και, απεναντίας, να πλέκει το εγκώμιο του συνεταίρου του στην κυβέρνηση, Πάνου Καμμένου, ο οποίος είχε αρχίσει λίγο πιο πριν τον εξάψαλμο περί… «πραξικοπήματος».
Το γεγονός,όμως, ότι είχε κάνει το μεγάλο βήμα να συγκρουστεί με σημαντικό τμήμα του κόμματός του, αλλά και με την πολιτική που ο ίδιος διακήρυσσε, ομολογώντας και λάθη του, μας δίνει το δικαίωμα να τον χαρακτηρίσουμε τώρα τουλάχιστον ρεαλιστή. Ήταν μια πολιτική ευθύνης αυτή που τώρα ακολουθεί και που οφείλει να την υπηρετήσει μέχρι τέλος, αγνοώντας το πολιτικό κόστος.
Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στη μαραθώνια Σύνοδο Κορυφής μπορεί να άφησε μια πικρή γεύση για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η χώρα μας, από ένα μέρος τουλάχιστον των Ευρωπαίων, αλλά παράλληλα κράτησε τη χώρα στη ζώνη του ευρώ και έβαλε ένα φρένο στην αβεβαιότητα που μας ταλανίζει.
Ναι το τρίτο μνημόνιο επιβάλλει σκληρά,άγρια μέτρα, υπερβολικά βαρείς φόρους, που είναι δύσκολο να τους πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι. Όμως, όλοι όσοι σήμερα κατηγορούν τον πρωθυπουργό για τη συμφωνία, γιατί δεν προτείνουν μια άλλη, εναλλακτική λύση, σαν αυτή του «Grexit» και της επιστροφής στη δραχμή που απεργάζονταν ο κ. Λαφαζάνης, αλλά και ο κ. Βαρουφάκης «με 5-6 της παρέας» του; Γιατί δεν λένε ότι η μόνη κατ’ αυτούς «λύση» είναι η άτακτη χρεοκοπία, η απόλυτη φτώχεια, ο εμφύλιος και ο αλληλοσπαραγμός;
Πρέπει να καταλάβουν όλοι αυτοί ότι, αν και εμφανίζονται ως αγωνιστές, αριστεροί και προστάτες των μη προνομιούχων, επί της ουσίας παίζουν το παιχνίδι του Σόιμπλε και του πανίσχυρου λόμπι της δραχμής. Των ολιγαρχών με τα εκατομμύρια στο εξωτερικό, που θα αρπάξουν την ευκαιρία της απαξίωσης της περιουσίας της χώρας εάν η Ελλάδα βγει από το ευρώ και θα αγοράσουν τα «φιλέτα» της αντί πινακίου φακής.
Τουλάχιστον μέσα από έναν επώδυνο συμβιβασμό, επιτεύχθηκε το μείζον αυτήν τη στιγμή, η αποφυγή του «grexit», που βρισκόταν για πρώτη φορά ανοιχτά στο τραπέζι. Είναι καιρός όμως, τώρα που υπάρχει ένα ευρύτατο πολιτικό μέτωπο υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη, να αντιμετωπιστούν λάθη, προκαταλήψεις και παθογένειες, που μας οδήγησαν στη σημερινή τραγική κατάσταση.
Αρκετές θυσίες πήγαν μέχρι τώρα χαμένες, γιατί κάποιοι δεν τόλμησαν ή γιατί επέμεναν να επαναλαμβάνουν τις ίδιες καταστροφικές επιλογές που μας οδήγησαν έως εδώ. Η χώρα έχει ανάγκη από μια ριζική ανασυγκρότηση, για να μπορέσει επιτέλους να αρχίσει νακοιτά το μέλλον με αισιοδοξία.
Οι επόμενες μέρες πρέπει να αποδείξουν σε όλους ότι τόσο ο πρωθυπουργός, που έχει την πρώτη ευθύνη, όσο και οι πολιτικές δυνάμεις έχουν συναίσθηση των ευθυνών τους. Είναι η τελευταία ευκαιρία για τη χώρα. Είναι φανερό ότι ο κ. Τσίπρας είναι σχεδόν αδύνατον να κάνει τέτοιου είδους βαθιές μεταρρυθμίσεις μόνος–πόσο μάλλον όταν μεγάλος αριθμός βουλευτών του κόμματός του, που δηλώνουν αριστεροί, ονειρεύονται… επαναστάσεις. Είναι ώρα,όμως, να αντιληφθούμε (ή τουλάχιστον όσοι θέλουν να αντιληφθούν) μια και καλή ότι «σε αυτά εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει».
Μαξιμαλιστικές (ενίοτε αριστερές) παραισθήσεις, σε συνδυασμό με ακροδεξιές, λαϊκίστικες, ψωροκωσταινικές κορόνες δεν χωρούν σε αυτόν τον τόπο. Σήμερα, όσο ποτέ, χρειαζόμαστε δυνάμεις, πνευματικές και πολιτικές, που θα ορίσουν τη διαδρομή του νέου ευρωπαϊσμού. Η συμφωνία περιλαμβάνει συγκεκριμένα πράγματα, συγκεκριμένες αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία, που διασφαλίζουν τη θέση της χώρας στο ευρώ. Αν ο κ. Τσίπρας δεν τις πιστεύει, γιατί να δοκιμάσει να τις εφαρμόσει; Καλύτερα να το κάνει κάποιος άλλος, που θα προκύψει από εκλογές, τις οποίες όλοι όμως απεύχονται.
Όμως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να περάσουν άλλοι τρεις ή έξι μήνες για να ανακαλύψει, όπως έκανε το προηγούμενο πεντάμηνο, ότι δεν υπάρχει «κούρεμα» χρέους παρά μόνο αναδιάρθρωση, ότι δεν υπάρχει οικονομική βοήθεια από Ρωσία ή Κίνα, πως δεν υπάρχει ζήτημα αποχώρησης του ΔΝΤ, ότι οι Ευρωπαίοι δεν αφήνουν περιθώρια στις διαπραγματεύσεις. Ο μόνος λόγος να επιμείνει να εφαρμόσει μια συμφωνία που δεν πιστεύει είναι να έχει άλλους στόχους. Πράγμα που ο ίδιος ξεκαθάρισε πως δεν έχει. Γι’ αυτό και πρέπει, το συντομότερο δυνατό, να ανατρέψει το σκηνικό. Είναι η ύστατη ευθύνη που πρέπει να αναλάβει.
Με την ανερμάτιστη πολιτική, που μέχρι τη συμφωνία ακολούθησε, και τα μοιραία πρόσωπα που επέλεξε οδήγησε τη χώρα στα πρόθυρα της καταστροφής. Έστω και στο και πέντε, ας κάνει τις ύστατες κινήσεις για να την αποτρέψει. Γενναία η απόφασή του για συμφωνία, αλλά τέτοιες αποφάσεις δεν έχουν νόημα αν δεν υποκρύπτουν δυναμική ανατροπών και αλλαγής πορείας.
Τώρα θα μετρήσει το δικό του μπόι. Χρειάζεται και πρέπει να στηριχθεί από τα υπόλοιπα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, να καθαρίσει τα του οίκου του, να σταθεροποιήσει τη χώρα και να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις που ζητάει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μην περιμένει,όμως, να εξακολουθεί να κυβερνά, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συνεχίζουν να ψηφίζουν νομοσχέδια, τα οποία θα καταψηφίζουν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Η ευθύνη από εδώ και πέρα είναι δική του.
*Άρθρο από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας το «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 18 Ιουλίου 2015.





