Ελεύθερος μετά την απολογία του, αφέθηκε ιερέας με τους περιοριστικούς όρους της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής του σε αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του εντός του πρώτου πενθήμερου κάθε μήνα έκρινε με ομόφωνη απόφαση της η τακτική Ανακρίτρια Ρόδου και της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Ο λόγος γι’αυτό ήταν η απώλεια 13 εικόνων της εκκλησιαστικής επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Κρητηνίας με τον κατηγορούμενο ιερέα της Ρόδου να κατηγορείται για κακουργηματική υπεξαίρεση αρχαίων κειμηλίων και δη εκκλησιαστικών εικόνων από τρεις ιερούς ναούς του δημοτικού διαμερίσματος Κρητηνίας. Οι επιβαρυντικές μάλιστα διατάξεις του νόμου, αφορούν αδικήματα που διαπράττονται σε χώρους προορισμένους για λατρεία.
Η έρευνα αυτή διενεργήθηκε κατόπιν αναφοράς, της εκκλησιαστικής επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Κρητηνίας.
Το ιστορικό της υπόθεσης, που είχε φέρει στο φως της δημοσιότητας η “δημοκρατική”, έχει ως εξής:
“Με την ανάληψη των καθηκόντων της, τον Ιανουάριο του 2011, η εκκλησιαστική επιτροπή́ ζήτησε από την Αρχαιολογία την καταγραφή των εικόνων που βρίσκονται στους ιερούς ναούς. Μετά την ολοκλήρωση της καταγραφής και την αντιπαραβολή με τις τηρούμενες λίστες αρχαίων κειμηλίων στους τρεις ναούς, από προηγούμενη απογραφή του έτους 1975, διαπιστώθηκε η απώλεια 13 εικόνων μεγάλης θρησκευτικής και αρχαιολογικής αξίας.”
Σχετικώς ενημερώθηκε η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, η οποία όμως κράτησε χαμηλούς τόνους για το περιστατικό.
Ο πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Ιερέας κ. Παπασάββας Χατζησάββας, ο αντιπρόεδρος κ. Ελ. Κυπραίος και η γραμματέας κ. Αν. Χατζησταμάτη, σε εκτέλεση ομόφωνης απόφασης της επιτροπής, υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου μηνυτήρια αναφορά.
Με αυτή την αναφορά, ενημέρωσαν ότι με τα υπ’ αριθμ. 903/4-4-2011 και 3046/14-6-2011 έγγραφα της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και μετά από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους στους Ιερούς Ναούς της Κρητηνίας, δεν βρέθηκαν καταγεγραμμένα κινητά κειμήλια μεγάλης αρχαιολογικής αξίας.
Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, η εκκλησιαστική επιτροπή ζήτησε να κληθούν για κατάθεση όλοι όσοι γνώριζαν μέχρι ποίου χρονικού σημείου τα ιερά κειμήλια ευρίσκονταν στους ναούς. όπως, ιερείς που λειτούργησαν στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Κρητηνίας, ιεροψάλτες, τα μέλη των προηγούμενων εκκλησιαστικών επιτροπών αλλά και τις καθαρίστριες.
Εν τέλει όμως η αρχαιολογία δεν μπόρεσε να εντοπίσει 12 εικόνες και έναν αργυρό σταυρό με ξύλο χρονολογημένο στα 1853!
Συγκεκριμένα, η αρχαιολογική υπηρεσία δεν μπόρεσε να εντοπίσει τα εξής:
Από τον ενοριακό Ναό του Αγίου Γεωργίου:
– Φορητή εικόνα του Αγίου Αντωνίου (διαστ.: 31Χ24 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 923.
– Φορητή εικόνα των τριών Ιεραρχών (διαστ.: 26Χ20,2 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 924.
– Φορητή εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα (διαστ.: 34,5Χ25 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 929.
– Φορητή εικόνα του Αγίου Κωνσταντίνου (διαστ.: 28,5X21,7 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 930.
– Φορητή εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους (διαστ.: 30Χ21 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 931.
– Φορητή εικόνα του Αγίου Βασιλείου (διαστ.: 36Χ26,7εκ.) με αριθμό καταγραφής: 934.
– Φορητή εικόνα της Aποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου (διαστ.: 37Χ27 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 936.
– Φορητή εικόνα της Υπαπαντής του Χριστού (διαστ.: 29Χ22 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 944.
– Αργυρό σταυρό με ξύλο χρονολογημένος στα 1853 (διαστ.: 29Χ22 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 949.
Από την Παναγία της Αμάρτου
– Φορητή εικόνα του Παναγίας Βρεφοκρατούσας (διαστ.: 30,2Χ23.3 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 953.
Από το ναό του Αγίου Ιωάννη:
– Φορητή εικόνα του Αγίου Δημητρίου (διαστ.: 56Χ41,6 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 955.
– Φορητή εικόνα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (διαστ.: 37Χ31,2 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 959.
– Φορητή εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας (διαστ.: 22Χ17,2 εκ.) με αριθμό καταγραφής: 960.
Οι καταθέσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα:
Ο ιερέας κ. Σάββας Χατζησάββας, εφημέριος του Ιερού Ναού από τον Μάιο του 2010 κατέθεσε ότι μετά από επιστολή της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου ζητήθηκε απ’ όλες τις ενορίες να γίνει αντικατάσταση των εκκλησιαστικών επιτροπών και έδωσε μια κατάσταση με ονόματα κατοίκων της ενορίας του, οι οποίοι και επελέγησαν.
Εξήγησε ότι δεν παρέλαβε τα βιβλία της ενορίας από ιερέα αλλά από την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου και προς έκπληξή του διαπίστωσε, όταν επέστρεφε στο γραφείο του, στην ενορία του, ότι κάποιο έγγραφο, που είχε υπογράψει στην Ιερά Μητρόπολη, αφορούσε έναν κάτοικο της Ρόδου, υπεύθυνο τοποθέτησης – εγκατάστασης εταιρείας φωτοβολταϊκών, τον οποίο δεν εγνώριζε και σε κάθε περίπτωση δεν αφορούσε την παράδοση και παραλαβή των βιβλίων της ενορίας του.
Επεσήμανε επίσης ότι οι ως άνω εικόνες δεν υπήρχαν καταχωρημένες στα βιβλία της ενορίας κατά την παραλαβή.
Ο πρώην εφημέριος του ίδιου ναού, κατηγορούμενος ιερέας, κατέθεσε ότι από την ημερομηνία που ανέλαβε ως εφημέριος τον Φεβρουάριο του 2006, μέχρι την αναχώρησή του τον Φεβρουάριο του 2010, δεν είχε δει τις συγκεκριμένες εικόνες.
Πρόσθεσε επίσης ότι ακόμη 6 πρόσωπα, μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής, εκ των οποίων ο ένας έχει αποβιώσει, είχαν πρόσβαση στο ναό και στα ξωκκλήσια και μαζί του είχαν διενεργήσει την απογραφή.
Σε ό,τι αφορά την Ιερά Μονή της Αμάρτου, τόνισε ότι υπάρχει πρόεδρος αρχιερατικός της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου, ενώ για το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη τόνισε ότι οι πόρτες του ήταν πάντα ανοικτές και προσβάσιμες σε όλους και με δική του πρωτοβουλία κλείδωσαν.
Ο ιερέας Παναγιώτης Παττελάκης, που είχε αναλάβει καθήκοντα την 3η Φεβρουαρίου 2010 για ορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι να ηρεμήσουν ορισμένοι κάτοικοι του διαμερίσματος Κρητηνίας, που ήταν εξαγριωμένοι με τον προηγούμενο εφημέριο, τόνισε στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας ότι δεν είχε λειτουργήσει γιατί του είχε ανατεθεί και η ενορία του δημοτικού διαμερίσματος Καλαβαρδών.
Τόνισε ότι όταν είχε αναλάβει υπέγραψε πρωτόκολλα παράδοσης παραλαβής το 2010 και είχε παραλάβει από τον κατηγορούμενο, ενώ είχε παραμείνει η ίδια εκκλησιαστική επιτροπή. Για τις συγκεκριμένες εικόνες τόνισε ότι δεν γνωρίζει τίποτε και ότι το διάστημα που είχε αναλάβει καθήκοντα δεν τις είχε δει.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι καταθέσεις των μελών των εκκλησιαστικών επιτροπών.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος επανέλαβε τους προανακριτικούς του ισχυρισμούς, προσθέτοντας ότι όταν έγινε η καταγραφή των εικόνων εκείνος ήταν μόλις 3 ετών, ενώ οι 20 ιερείς που είχαν αναλάβει καθήκοντα στους ναούς μέχρι την τοποθέτηση του ίδιου, δεν είχαν δει τις συγκεκριμένες εικόνες. Αρνήθηκε κατηγορηματικά τα όσα του καταλογίζονται.






