Η εκταμίευση της νέας δόσης των δανείων διάσωσης, για την οποία αυτές τις μέρες έδωσαν το πράσινο φως η Ευρώπη και το ΔΝΤ, δεν λύνει τα μεσοπρόθεσμα προβλήματα χρηματοδότησης της Ελλάδας, που όπως προκύπτει από νέα έκθεση της JP Morgan, αποτελούν ένα δύσκολο σταυρόλεξο.
«Ακόμα και την ώρα που διασφαλίζεται αυτή η δόση, συνεχίζεται η συζήτηση για το χρηματοδοτικό κενό που προκύπτει και για την ανάγκη περαιτέρω ελάφρυνσης του χρέους. Και τα δύο αυτά ζητήματα θα αντιμετωπιστούν μετά τις γερμανικές εκλογές», αναφέρουν οι οικονομολόγοι του αμερικανικού επενδυτικού οίκου. Το χρηματοδοτικό κενό είναι διπλό, εξηγεί η JP Morgan. Πρώτα, παρουσιάζεται το κενό που προέκυψε έως τα τέλη του 2014 λόγω της υστέρησης των εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις και της αβεβαιότητας για τη μετακύλιση των θέσεων των εθνικών κεντρικών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα.
Μετά, η Αθήνα και οι πιστωτές της καλούνται να αντιμετωπίσουν το χρηματοδοτικό κενό του 2015 και του 2016. Και αυτό είναι ουσιαστικά γνωστό ότι θα προέκυπτε από την Άνοιξη του 2012, καθώς οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν τότε να χρηματοδοτήσουν την Ελλάδα έως τα τέλη του 2014 μέσω του EFSF, ενώ το ΔΝΤ αποδέχθηκε να δίνει χρήματα έως το 2016.
«Σε αυτή τη φάση, είναι ασαφές πώς θα καλυφθεί το σωρευτικό χρηματοδοτικό κενό των 11,1 δισ. ευρώ έως το 2016», σημειώνει η JP Morgan.
Πάντως, οι αναλυτές της σημειώνουν ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας αυξάνονται εξαιτίας της λήξης δανείων του ΔΝΤ ύψους 7,4 δισ. ευρώ το 2014, 8,6 δισ. ευρώ το 2015 και 3,1 δισ. ευρώ το 2016. «Εάν ήταν δυνατό να επιμηκυνθεί η ωρίμανση αυτών των δανείων, τότε η χρηματοδοτική ανάγκη θα καλυπτόταν και με το παραπάνω», τονίζουν.
Πέραν αυτού, άλλες δυνατότητες για την κάλυψη του κενού περιλαμβάνουν την έκδοση εντόκων γραμματίων, την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων και την εκτροπή άλλων οικονομικών πόρων του ελληνικού προγράμματος. Για παράδειγμα, υπάρχουν σενάρια που θέλουν τις τράπεζες να μην χρειάζονται το σύνολο των κεφαλαίων που έχουν διατεθεί για την ανακεφαλαιοποίησή τους, σημειώνει η JP Morgan.
Ο οίκος αναφέρεται και στη συζήτηση περί ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Όπως εξηγεί, η ελάφρυνση που δόθηκε το 2012 μέσω του PSI είχε περιορισμένα οφέλη, καθώς αυτά ακυρώθηκαν από τη συνεπαγόμενη ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών.
Η JP Morgan θεωρεί ότι μια αναδιάρθρωση των δανείων του επίσημου τομέα είναι πιθανή, αλλά μόνο με τη μορφή μείωσης των επιτοκίων και επιμήκυνσης της περιόδου ωρίμανσης. Κάτι τέτοιο φέρνει ελάφρυνση του χρέους σε ό,τι αφορά το net present value, αλλά δεν το μειώνει ως ποσοστό του ΑΕΠ.
«Σε κάποιο σημείο, η προσοχή πρέπει να στραφεί από το ονομαστικό χρέος στο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Για να μειωθεί το τελευταίο, θα πρέπει να μειωθεί η ονομαστική αξία των υποχρεώσεων προς τους πιστωτές του επίσημου τομέα. Δεν είναι σαφές ότι η Ευρωζώνη είναι έτοιμη να το κάνει αυτό ακόμα», καταλήγουν οι αναλυτές της JP Morgan.






