Ο γαλαξίας μας είναι γεμάτος με αστεροειδής που μοιάζουν με τεράστιες πέτρες. Επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ανήκαν σε κάποιον πλανήτη που διαλύθηκε και τα κομμάτια διασκορπίστηκαν στο διάστημα. Αρκετά ερωτήματα γεννιούνται από αυτή την θεωρία. Τι προκάλεσε όμως την διάλυση εκείνου του πλανήτη και ποιο ήταν το αποτέλεσμα μετά την καταστροφή του;
Νέα στοιχεία ήρθαν πρόσφατα στο φως κάνοντας πιο βάσιμο το σενάριο της «γέννησης» της Σελήνης από τη σύγκρουση της Γης με ένα ουράνιο σώμα στο μέγεθος του Άρη, σύμφωνα με επιστήμονες από το Ισραήλ και τη Γαλλία που δημοσίευσαν άρθρα τους στην ιστοσελίδα του περιοδικού Nature.

Οι επιστήμονες περιγράφουν τις προσομοιώσεις που έκαναν, με τις οποίες ενισχύουν την υπόθεση ότι το φεγγάρι αποτελείται ουσιαστικά από θραύσματα του πλανήτη μας κι ενός αντικειμένου που ήταν μικρότερο σε μέγεθος, αλλά παρόμοιο σε χημική σύσταση.
Η υπόθεση αυτή έχει ρίζες στη δεκαετία του ’70, που εξηγούσε το βασικό χαρακτηριστικό της Σελήνης, δηλαδή το γεγονός ότι η σύστασή της είναι παρόμοια με αυτήν του γήινου φλοιού. Αργότερα, ωστόσο, προσομοιώσεις σε έδειξαν πως το μεγαλύτερο μέρος της σελήνης στην προήλθε από το σώμα που προσέκρουσε στη Γη, κάτι που σήμαινε πως αυτό το σώμα θα πρέπει να είχε την ίδια γεωλογική σύσταση με τον φλοιό του πλανήτη μας.
Οι ερευνητές από το Ινστιτούτο Τεχνολογίας στη Χάιφα του Ισραήλ και το Εργαστήριο Αστροφυσικής του Μπορντό στη Γαλλία ανέλυσαν προσομοιώσεις για τον σχηματισμό του εσώτερου ηλιακού συστήματος.

Σκοπός του ήταν να εξετάσουν πώς θα μπορούσαν να «γεννηθούν» οι τέσσερις εσώτεροι πλανήτες, από τη σύγκρουση και τη συσσωμάτωση 1000-2000 πρωτοπλανητών.
Παρόλο που η σύσταση των πλανητών που δημιουργήθηκαν από το λογισμικό ήταν πολύ διαφορετική, κάτι που αναμενόταν, όταν οι επιστήμονες εξέτασαν τη σύσταση του τελευταίου μεγάλου αντικείμενου που προσέκρουσε σε κάθε πλανήτη, διαπίστωσαν πως αυτή ήταν ίδια με το «προφίλ» του πλανήτη-στόχου.
Το αποτέλεσμα έδειξε πως, δεν είναι τόσο ακραίο το σενάριο σύγκρουσης της Γης με ένα ουράνιο σώμα το οποίο να ήταν «δίδυμό» της από χημική άποψη. Το ποσοστό της «γέννησης» της Σελήνης από μία τέτοια σύγκρουση κινείται στο 20-40%.






