Πολιτική

Κάλπες και παραβάν στην ιστορία της ΝΔ

Νέα Δημοκρατία

Του ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ

Παρά το χθεσινό φιάσκο η Νέα Δημοκρατία έχει ζήσει μεγάλες στιγμές εκλογικών διαδικασιών στην ιστορία της. Η αποτυχημένη ανοιχτή εκλογική διαδικασία της ήταν η δεύτερη προσπάθεια εκλογής προέδρου από τη βάση της με υποψηφίους τους Άδωνι Γεωργιάδη, Βαγγέλη Μεϊμαράκη, Κυριάκο Μητσοτάκη και Απόστολο Τζιτζικώστα–, το «Π» ενώνει το παζλ των εσωτερικών αναμετρήσεών της από το 1980 (που προέκυψε θέμα για πρώτη φορά) και έπειτα.

Η ανάδειξη Ράλλη

Παρά το γεγονός ότι αναμενόταν από ετών, η μεταπήδηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή από την πρωθυπουργία στην Προεδρία της Δημοκρατίας επέφερε σοκ στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ, η οποία κλήθηκε να επιλέξει τον διάδοχό του στο τιμόνι της κυβέρνησης και του κόμματος.

Μέχρι τότε, ο νεότευκτος πολιτικός σχηματισμός (δεν είχε συμπληρώσει καν έξι χρόνια ζωής) δεν είχε μπει σε καμία εσωτερική εκλογική διαδικασία. Όλα τα κομματικά όργανα διορίζονταν από τον αρχηγό.

Στη μάχη της διαδοχής είχαν ξεχωρίσει δύο πρόσωπα, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελος Αβέρωφ, και ο υπουργός Εξωτερικών, Γεώργιος Ράλλης.

Τέσσερις μήνες πριν από την αποχώρηση του Κων/νου Καραμανλή, ο Ράλλης του είχε αποστείλει προσωπική επιστολή, παροτρύνοντάς τον να μη μεταπηδήσει στην ΠτΔ, διότι το κόμμα θα έμενε απροστάτευτο μπροστά στην επέλαση του Ανδρέα Παπανδρέου προς την εξουσία. Απάντηση δεν έλαβε ποτέ και στις 5 Μαΐου 1980 η Βουλή εξέλεξε τον πρωθυπουργό στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα.

Τρεις μέρες αργότερα, ορίστηκε η εκλογή νέου πρωθυπουργού. Ανήσυχος ο ιδρυτής του κόμματος κάλεσε την παραμονή της διαδικασίας τους δύο διεκδικητές στο σπίτι του και τους υποχρέωσε –παρά την αντιπάθεια που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο– να δεσμευτούν ότι ο χαμένος θα αποδεχθεί να αναλάβει καθήκοντα αντιπροέδρου της κυβέρνησης.

Τη μάχη της διαδοχής κέρδισε (παρά τις περί του αντιθέτου εκτιμήσεις των πολιτικών παρατηρητών) ο Ράλλης –αφού η πλειοψηφία του σκληρού καραμανλικού πυρήνα στήριξε διακριτικά τη δική του υποψηφιότητα– με 88 ψήφους, έναντι 84 του Αβέρωφ και τριών λευκών και έτσι έγινε ο νέος πρωθυπουργός.

Η αναρρίχηση Αβέρωφ

Η αναμενόμενη, πάντως, βαριά ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 από το ΠΑΣΟΚ άνοιξε τον ασκό του Αιόλου στο εσωκομματικό της πεδίο. Εξάλλου, ο Αβέρωφ ουσιαστικά δεν είχε αποδεχθεί ποτέ την αρχηγία Ράλλη. Αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του, δέχθηκε να αναλάβει μόλις τις παραμονές των εκλογών. Είχε παραμείνει βεβαίως στην κυβέρνηση ως υπουργός, απαιτώντας –την παραμονή της ορκωμοσίας της– «ή στο Πεντάγωνο ή σπίτι μου», μη αποδεχόμενος πιθανή μετακίνησή του.

«Πιστεύων στην ανάγκη ενότητος της Νέας Δημοκρατίας παραμένω στις τάξεις της και εφόσον μου ανατεθεί θα διατηρήσω το υπουργείο Εθνικής Αμύνης», ήταν η δημόσια προειδοποίησή του.

Βλέποντας το ταραγμένο εσωκομματικά κλίμα, ο Ράλλης, την ημέρα που ο Ανδρέας ορκιζόταν πρωθυπουργός, ζήτησε την ανανέωση της εμπιστοσύνης του ανώτατου κομματικού οργάνου, της ΚΟ τότε, προς το πρόσωπό του. Δεν την έλαβε, όμως.

Μόλις 41 βουλευτές ψήφισαν υπέρ του, έναντι 61 κατά, ενός λευκού και ενός άκυρου. Παρέμεινε ως υπηρεσιακός πρόεδρος μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου, που συνήλθε εκ νέου η ΚΟ για να εκλέξει τον αντικαταστάτη του. Ο ίδιος δεν ήθελε ούτε ως υπηρεσιακός να παραμείνει, αλλά τι να έκανε αφού το καταστατικό όριζε ότι σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου του κόμματος τον αντικαθιστά «ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως»! Και κυβέρνηση ήταν πια το ΠΑΣΟΚ…

Τελικά, ο Αβέρωφ υπερίσχυσε των αντιπάλων του, λαμβάνοντας 67 ψήφους έναντι 32 του Κωστή Στεφανόπουλου και 12 του Γιάννη Μπούτου. Στον Ράλλη προτάθηκε το αξίωμα του επίτιμου προέδρου, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας «συνήθισα το ποτήρι να το πίνω πικρό».

Τα εννέα χρόνια Μητσοτάκη

Επί ηγεσίας Αβέρωφ, η ΝΔ κατάφερε από συνονθύλευμα παραγόντων που ήταν να γίνει κόμμα. Με οργανωτική υπόσταση σε ολόκληρη τη χώρα, με δυναμική νεολαία, που άρχισε να παίζει «σκληρό ροκ» χρόνια πριν από τον εμπνευστή του όρου, Κώστα Λαλιώτη, και παρουσία σε όλους τους μαζικούς χώρους.

Παράλληλα, κατάφερε –στις ευρωεκλογές της 17ης Ιουνίου 1984, οι οποίεςπήραν και από την κυβέρνηση και από την αντιπολίτευση χαρακτήρα «ψήφου εμπιστοσύνης»– να μειώσει στις 3,5 εκατοστιαίες μονάδες, από τις 12 που ήταν το 1981, τη διαφορά του κόμματός του από το ΠΑΣΟΚ.

Όμως, η επιβαρυμένη υγεία του, η σχετικά μεγάλη ηλικία του (73 ετών), αλλά κυρίως η αμφισβήτηση που εκδηλώθηκε εσωκομματικά προς το πρόσωπό του τον οδήγησαν στην παραίτηση, την οποία πρώτος στη δημοσιότητα –και καθιερώθηκε δημοσιογραφικά από τότε– στην ιστορική «Ακρόπολι» έβγαλε ο γιος του στενού του φίλου, βουλευτή Έβρου Παναγιώτη Χατζηνικολάου, Νίκος.

Την 1η Σεπτεμβρίου 1984, νέος πρόεδρος της ΝΔ (με τη στήριξη των αβερωφικών) εκλέχθηκε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Έλαβε 70 ψήφους έναντι 40 του Κωστή Στεφανόπουλου, ο οποίος είχε κοντά του τον σκληρό καραμανλικό πυρήνα.

Η περίοδος Έβερτ

Επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που είναι ο δεύτερος σε χρόνο θητείας αρχηγός της, η ΝΔ τα κατάφερε όλα. Μπορεί να έχασε τις εκλογές του 1985, αλλά κέρδισε τις τρεις διαδοχικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1990.

Μετά την πρώτη του ήττα, ο πρόεδρος του κόμματος, κι αφού είχε αρχίσει να αμφισβητείται ανοιχτά από καραμανλογενείς βουλευτές (είχαν βρεθεί εκτός των γραμμών του οι Γιάννης Μπούτος και Διονύσης Λιβανός, οι οποίοι αργότερα ενσωματώθηκαν στο ΠΑΣΟΚ, ενώ ο Κωστής Στεφανόπουλος, ως επικεφαλής ομάδας δέκα βουλευτών, ίδρυε τη ΔΗΑΝΑ) ζήτησε και έλαβε από την ΚΟ ψήφο εμπιστοσύνης, με 82 ψήφους υπέρ έναντι 37 λευκών.

Ως πρωθυπουργός ανετράπη από τον Αντώνη Σαμαρά και τους βουλευτές-υποστηρικτές του, ενώ από νωρίτερα είχε απέναντι τη δυναμική τριάδα των Μιλτιάδη Έβερτ, Αθανάσιου Κανελλόπουλου και Σταύρου Δήμα που δεν ήθελε τη ΝΔ με νεοφιλελεύθερο πρόσωπο.

Μετά την ήττα του από τον Ανδρέα Παπανδρέου στις εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 παραιτήθηκε και στις 3 Νοεμβρίου τον διαδέχθηκε ο Έβερτ. Έλαβε επί συνόλου 182 εκλεκτόρων (είχε διευρυνθεί το Σώμα με την προσθήκη εκπροσώπων της βάσης στην ΚΟ) 141 ψήφους έναντι 37 του Ιωάννη Βαρβιτσιώτη και 4 λευκών-άκυρων.

Η ήττα του στις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου 1996, στις οποίες είχε σχεδόν απέναντι το μητσοτακικό μπλοκ, τον οδήγησε σε παραίτηση. Όμως, στις 4 Οκτωβρίου, ηγούμενος των παραδοσιακών καραμανλικών, ήταν και πάλι υποψήφιος, έχοντας απέναντί του τον Γιώργο Σουφλιά, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την πρόσκαιρη στήριξη των μητσοτακικών. Νίκησε και πάλι, συγκεντρώνοντας 103 ψήφους έναντι 84 του αντιπάλου του.

Η ώρα του Κώστα Καραμανλή

Η τελευταία εσωκομματική νίκη του Έβερτ αποδείχθηκε πύρρειος, αφού ακόμα και βασικοί καραμανλικοί υποστηρικτές του διαπίστωναν ότι το παντοδύναμο τότε σύστημα πληροφόρησης ήταν σταθερά απέναντί του, δίνοντας «γη και ύδωρ» για τη στήριξη της κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Αδύναμος εσωκομματικά ο Έβερτ, επέλεξε να συγκαλέσει συνέδριο για τις 21 Μαρτίου 1997, από το οποίο θ’ αναδεικνυόταν για πρώτη φορά ο πρόεδρος του κόμματος.

Έναν μήνα πριν από το συνέδριο (19 Φεβρουαρίου), οι λεγόμενοι καραμανλικοί βαρόνοι του κόμματος, ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης –που τον είχε κάνει αντιπρόεδρο της ΝΔ ο Έβερτ– και ο Ιωάννης Κεφαλογιάννης, με τη συνηγορία του Αχιλλέα Καραμανλή, συγκεντρώθηκαν στο γραφείο του πρώτου μαζί με 28 ακόμα βουλευτές και κάλεσαν δημόσια τον Κώστα Καραμανλή να αναλάβει πρωτοβουλία, ώστε η ηγεσία να περάσει «στη νεότερη γενιά».

Εκείνος ανταποκρίθηκε και πρώτευσε συγκεντρώνοντας το 40,73% των συνέδρων, έναντι 30,52% του Σουφλιά, 25,34% του Έβερτ και 3,4% του Βύρωνα Πολύδωρα, ο οποίος ρίχτηκε στη μάχη έχοντας ως μοναδικό συνοδοιπόρο από την ΚΟ τον Πάνο Καμμένο. Τυπικά απαιτήθηκε και β’ γύρος, όπου ενωμένο και πάλι το καραμανλικό μπλοκ έδωσε 69,16% στον 41χρονο ανεψιό του ιδρυτή της ΝΔ και 30,84% στον κ. Σουφλιά.

Σαμαράς και Μεϊμαράκης

Ο Κώστας Καραμανλής έχασε οριακά την πρώτη εκλογική μάχη, κέρδισε άνετα τις επόμενες δύο και όταν ηττήθηκε στην τέταρτη, παραιτήθηκε. Έχοντας τη στήριξη της πλειοψηφίας των καραμανλικών, αλλά και του Δημήτρη Αβραμόπουλου, που αποσύρθηκε από την κούρσα της διαδοχής λίγο πριν από την ανοιχτή (με τη συμμετοχή μελών και φίλων του κόμματος) αναμέτρηση της 29ης Νοεμβρίου 2009, ο Αντώνης Σαμαράς έλαβε 50,06% έναντι 39,72% της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία είχε στο πλευρό της τα περισσότερα μέλη της ΚΟ, και 10,22% του Παναγιώτη Ψωμιάδη. Ο κ. Σαμαράς παραιτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2015 και όρισε αντικαταστάτη του τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη.

* Από την εφημερίδα ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ που κυκλοφόρησε το Σάββατο 21/11/2015.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER