Ο Αλέξης μένει σε μια επαρχιακή πόλη. Είναι το άτομο που με την πρώτη ματιά σε πείθει εύκολα ότι είναι καλό παιδί. Η εικόνα του παραπέμπει σε έναν τίμιο νεαρό ο οποίος θέλει να σπουδάσει και χρειάζεται το απαραίτητο χαρτζιλίκι για τα έξοδά του.
Ένας παλιός γνωστός του Αλέξη, ο κ. Στράτος, με το που τον βλέπει μετά από καιρό και ακούει την ιστορία του τον εμπιστεύεται αμέσως και για να τον βοηθήσει αποφασίζει να τον συστήσει στον πρόεδρο της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης τους.
Ο Αλέξης, λοιπόν, σχεδόν κάθε Κυριακή εργάζεται ως ταμίας στο γήπεδο. Κόβει τα εισιτήρια των φιλάθλων και στο τέλος παραδίδει τα χρήματα που έχει εισπράξει και όλα τα υπόλοιπα μπλοκ με τα εισιτήρια που έχουν περισσέψει.
Όλα κυλούν ήρεμα, μέχρι τη στιγμή που το νέο παιδί που δείχνει άτομο του Κατηχητικού εξελίσσεται στον απόλυτο κλέφτη…
Όλα άρχισαν λίγο μετά την πρόσληψή του στο γήπεδο. Αφού πέρασε το πρώτο αναγνωριστικό στάδιο, ο Αλέξης διαπίστωσε ότι επικρατεί μια γενική χαλαρότητα. Δεν άργησε να κάνει πονηρές σκέψεις, βάζοντας στόχο του να κερδίσει χρήματα με παραβατικό τρόπο.
Στήνει το σχέδιο στο μυαλό του και το εξηγεί στον κολλητό του φίλο, που είναι γιος τυπογράφου. Κάθε φορά που διεξάγεται αγώνας στην πόλη του, εκείνος έχει ετοιμάσει από πριν μια σειρά από πλαστά εισιτήρια. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχαν ακόμη αριθμημένες θέσεις και πολλοί φίλαθλοι παρακολουθούσαν το παιχνίδι όρθιοι.
Η κομπίνα έχει τεθεί σε εφαρμογή και όλα πάνε καλά για τους δύο φίλους, μέχρι τη στιγμή που οι τοπικοί ποδοσφαιρικοί παράγοντες διαπιστώνουν ότι κάτι δεν πάει καλά.
Αποφασίζουν να μου αναθέσουν την έρευνα της υπόθεσης. Μαζί με τους συνεργάτες μου αρχίζουμε να ελέγχουμε διεξοδικά οτιδήποτε έχει σχέση με όλους τους ταμίες του γηπέδου.
Σιγά-σιγά και με πολύ διακριτικό τρόπο χτίζουμε το προφίλ των υπόπτων. Κυριακή παρά Κυριακή που έχει παιχνίδι στο γήπεδο, ελέγχουμε όλα τα άτομα που εισέρχονται. Είναι ένας πολύ δύσκολος τρόπος, που είναι ιδιαίτερα ψυχοφθόρος.
Στην άκρη του νήματος μάς περιμένουν πολλές εκπλήξεις…
Ολοκληρώνουμε την έρευνα μαζί με τον οξυδερκή συνεργάτη μου, Κώστα Στριλιγκά, και φτάνουμε σε σημείο να μην πιστεύουμε τα μάτια μας. Τα έξοδα που κάνει ο Αλέξης είναι απίστευτα και μόνο σε νεαρό φοιτητή δεν παραπέμπουν. Μόνιμος θαμώνας σε καφετέριες της πόλης, τακτικότατος επισκέπτης σε νυχτερινά κέντρα όπου διασκεδάζει μόνο πρώτο τραπέζι πίστα, πελάτης στην καλύτερη τότε μπουτίκ της πόλης όπου προμηθεύεται μόνο επώνυμα σύνολα, ενώ παράλληλα είναι και ιδιοκτήτης μιας πολύ γρήγορης και ακριβής μηχανής.
Η αρχή του τέλους έχει έρθει. Ο Αλέξης και ο συνεργάτης του συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω και οδηγούνται στη φυλακή.Εκεί όπου λίγα χρόνια αργότερα βρίσκει οδυνηρό τέλος ο Αλέξης αυτοκτονώντας, καθώς δεν μπορούσε, όπως έλεγε στο σημείωμα που άφησε, να αντέξει άλλο την ντροπή της φυλακής.
Άρθρο του Γιώργου Τσούκαλη
Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας το «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ»που κυκλοφόρησε το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου.





