Κοινωνία

Κυβέρνηση ή κόμμα διαμαρτυρίας;

Φώτης Σιούμπουρας

Γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας

Όταν στα τέλη Αυγούστου του 2011, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών, «τα έσπασε» με την τρόικα των δανειστών, το έκανε γιατί βασικά πίστεψε ότι με πολιτική διαπραγμάτευση θα κατάφερνε να αλλάξει βασικές δεσμεύσεις του πρώτου μνημονίου (ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές στο Δημόσιο, σε μισθούς και συντάξεις, φορολογική επιβάρυνση), για τις οποίες οι αντιδράσεις είχαν κορυφωθεί στην κοινωνία, ενώ εντός του ΠΑΣΟΚ επικρατούσε διχασμός. Αποτέλεσμα; Να οδηγηθούμε στα τέλη Οκτωβρίου στο δεύτερο, πιο βαρύ μνημόνιο, με βασικό αντάλλαγμα το PSI στα ομόλογα που κατείχαν ιδιώτες. Ανάλογο και το αποτέλεσμα της αδράνειας του Αντώνη Σαμαρά, μετά το αρνητικό αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014 για τον κυβερνητικό συνασπισμό ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.

Φοβούμενος τη ραγδαία κλιμάκωση των αντιδράσεων εντός και εκτός ΝΔ και την άμεση κατάρρευση της κυβέρνησής του, o κ. Σαμαράς «πάγωσε» τις μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες είχε δεσμευτεί με το Μεσοπρόσθεσμο, που είχε συμφωνήσει τον Νοέμβριο του 2012, και επιδίωξε πολιτική διαπραγμάτευση στις συναντήσεις με την τρόικα στο Παρίσι. Αποτέλεσμα; Να μην υπάρξει συμφωνία και να διατυπωθεί το περιβόητο e-mail Χαρδούβελη, που όντως δείχνει «μαγικό» μπροστά στο 3ο μνημόνιο, που συμφώνησε και υπέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας. Η κυβέρνησή του επιλέγει τώρα και την πολιτική διαπραγμάτευση, ως απέλπιδα προσπάθεια να μην πιει μέχρι το τέλος το πικρό ποτήρι του πολιτικού κόστους για την εφαρμογή των όσων δυσμενέστατων μέτρων αποδέχθηκε, υπογράφοντας το βαρύτερο μνημόνιο.

Πριν καν συμπληρώσει τις συμβολικές «εκατό ημέρες» θητείας, έχει εγκαταλείψει κάθε προεκλογική και μη δέσμευση, από αυτές που έδινε αφειδώς. Ποιος δεν θυμάται την παλαιότερη διαβεβαίωση του Αλέξη Τσίπρα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη»; Σύνθημα που ψηφοφόροι του κραύγαζαν και κατά την απεργία της Πέμπτης. Ή την πιο πρόσφατη, ότι η Ελλάδα «δεν θα γίνει αρένα πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας». Τι θα γίνει τώρα στην πράξη; Θα εξαρτηθεί από την καλή θέληση των τραπεζιτών, οι οποίοι, πάντως, δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο συμφέρον να επιδοθούν σε σαφάρι πλειστηριασμών ακινήτων.

Ο νέος νόμος, πάντως, θα τους το επιτρέπει να παίρνουν και σπίτια φτωχών οικογενειών. Όμως, η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι διαπραγματεύεται σκληρά για να προστατεύσει την πρώτη κατοικία των φτωχών. Ποια είναι η αλήθεια; Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών τo 74 % των ιδιοκτητών ακινήτων, δηλαδή γύρω στους 4,1 εκατομμύρια, από τους 5,5 εκατομμύρια συνολικά ιδιοκτήτες, έχουν ακίνητα που η αντικειμενική τους αξία δεν ξεπερνά τα 100.000 ευρώ! Γιατί, λοιπόν, η κυβέρνηση επιχειρούσε να πείσει την τρόικα –διαπραγματευόμενη δήθεν σκληρά– ότι θα πρέπει να προστατεύονται δάνεια για ακίνητα αντικειμενικής αξίας έως 280.000 ευρώ; Ποιους αφορά μια τέτοια ρύθμιση; Και γιατί να προωθείται ένας τέτοιος ανέφικτος στόχος;

Ποιος θυμάται, επίσης, τη διαβεβαίωση του Αλέξη Τσίπρα «κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα»; Θα τη θυμηθούν περί τις 100.000, τώρα που η ΔΕΗ εξέδωσε τόσες εντολές διακοπής του ρεύματος… κακοπληρωτών.

Και δεν είναι η μόνη δημόσια επιχείρηση. Την ακολουθεί η επιχείρηση των αστικών συγκοινωνιών, η οποία θα βρεθεί τώρα μπροστά στην ανάγκη να αυξήσει τα εισιτήρια, για να «πατσίσει» μέρος της χασούρας από τη δωρεάν μετακίνηση του καλοκαιριού (περίοδος δημοψηφίσματος), την οποία υπερηφάνως είχε ανακοινώσει ο υπουργός κ. Σπίρτζης, ο ίδιος που τώρα θα αυξήσει τα εισιτήρια, εκτός αν βρει «ισοδύναμο». Να μην πούμε και για τη σφαγή των συντάξεων, αυτών που ο κ. Τσίπρας διαβεβαίωνε ότι θα προστατεύσει και γι’ αυτό έκανε τη «σκληρή» (και τότε) διαπραγμάτευση του καλοκαιριού. Για να φτάσουμε στις σημερινές αλχημείες του κ. Κατρούγκαλου και στις συνεχείς παραπλανητικές διαρροές, για να προετοιμαστεί η κοινή γνώμη για την πολύ χειρότερη εκδοχή και στο τέλος να αποδεχθεί –έτσι ελπίζουν– την απλώς χειρότερη.

Κάπως έτσι παίζεται το παιχνίδι, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να πουλήσει «σκληρή διαπραγμάτευση» στο εσωτερικό ακροατήριο, πλασάροντας το γνωστό και πολυπαιγμένο σενάριο ότι δεν ευθύνεται αυτή που αποφασίζει, αλλά κάποια ξένα και ντόπια κέντρα που την εκβιάζουν για να ακολουθήσει αυτή την πολιτική. Το ιδεολόγημα που τη διακατέχει, ότι τα πάντα είναι υπόθεση πολιτικών χειρισμών, στους οποίους «εμείς είμαστε γάτοι» ενώ οι προηγούμενοι όχι, αναπτύσσεται πλήρως και ανοιχτά. Παλινωδίες, όπως το να υποστηρίζεις από τη μια την κυβέρνηση και από την άλλη να καταγγέλλεις την πολιτική που εφαρμόζεις (όπως έγινε στην περίπτωση της απεργίας την Πέμπτη, που το τμήμα εργατικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωνε ότι «οι αγώνες απέναντι στις αντιλαϊκές, ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές συνεχίζονται ακόμα πιο δυναμικά») δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στον ευτελισμό της πολιτικής και των πολιτικών. Όμως, επιτέλους είναι καιρός ο ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη του να αποφασίσουν οριστικά: Είτε θα κυβερνήσουν αναλαμβάνοντας και το κόστος των επιλογών τους, είτε θα παραμείνουν κόμμα διαμαρτυρίας.

Ποιοι ετοιμάζουν επίθεση κατά του κ. Πανούση

Ας αποφασίσουν στην κυβέρνηση: Είναι μυθιστόρημα οι καταγγελίες του Γιάννη Πανούση ή είναι ιδιαίτερα σοβαρές, αφού, μάλιστα, θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια; Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος που χειρίζεται η κυβέρνηση αυτήν τη σκοτεινή ιστορία δεν απαντά στην ουσία των καταγγελιών, αλλά δίνει την εντύπωση ότι προσπαθούν να τη συσκοτίσουν και να απαξιώσουν τον μέχρι χθες συνεργάτη τους. Υπό το βάρος του μεγάλου αντίκτυπου που είχαν οι καταγγελίες Πανούση, η κυβέρνηση αποφεύγει οιαδήποτε πολιτική διερεύνηση και επιλέγει να τις αποδυναμώσει με νομικό τρόπο: Δεν ερευνά αν όσα ισχυρίζεται ο πρώην υπουργός (μεταξύ των οποίων και απειλές κατά της ζωής του) έχουν βάση αλήθειας, αλλά μεταθέτει το θέμα στην «πηγή» των καταγγελιών.

Είναι εντυπωσιακό ότι υπουργοί μιας αριστερής κυβέρνησης καταγγέλλουν πρώην συνάδελφό τους ότι θέτει σε κίνδυνο την… εθνική ασφάλεια, επειδή πιθανότατα βάσισε τις καταγγελίες του σε νόμιμες παρακολουθήσεις της ΕΥΠ. Μάλιστα, μόλις δημοσιοποιήθηκαν οι καταγγελίες του πρώην υπουργού, το Μέγαρο Μαξίμου τον προέτρεψε να απευθυνθεί στη Δικαιοσύνη. Και μόλις εκείνος το έκανε, ο υπουργός Δικαιοσύνης και σύμβουλοι του πρωθυπουργού μετέβησαν στον Άρειο Πάγο και, ουσιαστικά, ζήτησαν τη δίωξή του για «υπεξαγωγή εγγράφων», επειδή θεωρούν ότι χρησιμοποίησε πληροφοριακά δελτία της ΕΥΠ στις καταγγελίες του.

Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, ετοιμάζουν τώρα και νέα επίθεση λάσπης κατά του κ. Πανούση. Επί της ουσίας τώρα: Ουδείς αμφισβητεί το δικαίωμα του οποιουδήποτε να υπερασπίζεται όποιους θέλει, ακόμα και καταδικασμένους για τρομοκρατία ή για βαρύτατα ποινικά αδικήματα. Δεν μπορεί, όμως, ταυτόχρονα να είναι βουλευτής ή να έχει θεσμική ιδιότητα ως έμμισθος ή και άτυπος σύμβουλος του υπουργού Δικαιοσύνης. Είναι καιρός να κατανοήσουν ορισμένοι από τον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν μπορούν να υπερασπίζονται από τη μια αυτούς που κατηγορoύν ότι υπονομεύουν τη δημοκρατία και από την άλλη να εμφανίζονται ως τιμητές και θεματοφύλακες του δημοκρατικού πολιτεύματος και των κανόνων δικαίου.

*Άρθρο από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας το «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER