Κοινωνία

Μαρτυρικές αποκαλύψεις προσφύγων στην Ελλάδα (ΒΙΝΤΕΟ)

πρόσφυγες

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων ο ΟΗΕ δημοσίευσε μια σειρά από ιστορίες ανθρώπων που κατέφθασαν στην Ελλάδα αναζητώντας άσυλο εξαιτίας των καταστάσεων ζωής και θανάτου που έζησαν στις πατρίδες τους. Κάποιοι κατευθύνθηκαν σε άλλες χώρες ενώ κάποιοι άλλοι εγκλωβίστηκαν στη χώρα χωρίς μέλλον.

Διαβάστε μερικές από τις χιλιάδες περιπτώσεις προσφύγων:

Α) «Αρνούμαι να βουλιάξω»

Προτού ξεσπάσει ο πόλεμος στη Συρία, ο Χουσεΐν είχε μια κανονική ζωή. Ήταν φοιτητής, ζούσε με την οικογένειά του. Όμως, ο πόλεμος τα άλλαξε όλα, στη χώρα του και στη ζωή του. Έβλεπε συγγενείς και φίλους να φεύγουν ενώ ο ίδιος μαζί με άλλους που έμεναν πίσω ζούσαν καθημερινά μέσα στον κίνδυνο. «Δεν ήθελα να φύγω από τη χώρα μου. Άκουγα ιστορίες για ανθρώπους που έφευγαν και πόσο δύσκολο ήταν το ταξίδι τους στην Ευρώπη. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε στις άλλες χώρες, πώς θα τους αντιμετώπιζαν όταν θα έφταναν εκεί», λέει. Είχε ακούσει ιστορίες για συμπατριώτες του που χάθηκαν ή κινδύνευσαν στη θάλασσα προσπαθώντας να μπουν στην Ευρώπη για να βρουν καταφύγιο. Γυναίκες, παιδιά και άντρες στοιβαγμένοι μέσα σε σάπιες, χαλασμένες βάρκες σε ένα ταξίδι ελπίδας με άγνωστο προορισμό και αβέβαιο μέλλον. Όταν έφτασε σώος στην Ευρώπη, έκανε το τατουάζ στο στέρνο του «Αρνούμαι να βουλιάξω», επειδή στάθηκε τυχερός..

 

Β)«Πόσα χρόνια μπορεί να ζει κανείς χωρίς αύριο;… Έχω προσπαθήσει να φύγω από την Ελλάδα αλλά δεν τα έχω καταφέρει. Δεν περιμένω τίποτα πια»

«Θυμάμαι που μπήκαν στο σπίτι και τις φωνές. Ήθελαν να μας σκοτώσουν όλους αλλά δεν πρόλαβαν» λέει ο Αζίζ από το Αφγανιστάν που ήταν 10 χρονών όταν είδε να σκοτώνουν τον πατέρα του μπροστά στα μάτια του για τα κληρονομικά. Μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, την αδελφή του και τη μητέρα τους έψαξαν καταφύγιο σε μια άλλη πόλη. Τους βρήκαν όμως κι εκεί. Τα αγόρια κινδύνευαν περισσότερο, και έτσι η μητέρα τα έστειλε στο Ιράν. «Την ημέρα που φύγαμε, κλαίγαμε συνέχεια αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. Θα μας σκότωναν αν μέναμε. Τότε πίστευα ότι θα ξαναγυρνούσαμε. Δεν περίμενα ότι θα εξελισσόταν έτσι η ζωή μου». Στο Ιράν, τα παιδιά έζησαν τρία χρόνια. Χωρίς χαρτιά, με ελάχιστα χρήματα και βιώνοντας καθημερινά έντονο ρατσισμό.

Ο Αζίζ πέρασε ασυνόδευτος στη Μυτιλήνη και ύστερα έφτασε στην Αθήνα. Σε εκείνο το ταξίδι έχασε ό,τι πολυτιμότερο είχε – ένα δαχτυλίδι του πατέρα του. «Δεν ξέρω αν χάθηκε στο νερό ή κάποιος το πήρε. Ήταν το μόνο πράγμα που είχα να μου θυμίζει την οικογένειά μου».

«Πόσα χρόνια μπορεί να ζει κανείς χωρίς αύριο; Έκανα αίτηση για άσυλο το 2008 και δεν έχω λάβει ούτε μία ειδοποίηση. Δεν έχω χαρτιά, σπίτι, δουλειά. Ζω μία μέρα από εδώ, μία από εκεί. Έχω προσπαθήσει να φύγω από την Ελλάδα αλλά δεν τα έχω καταφέρει. Δεν περιμένω τίποτα πια. Από τα προβλήματα έχω χάσει το μυαλό μου», είπε χαρακτηριστικά.

 

Γ) «Παντού ερημιά και υπήρχαν μόνο βράχοι να με ξεκουράσουν» 

«…Είμαι ένας πρόσφυγας που εγκατέλειψα την πατρίδα μου για να έρθω εδώ, επειδή κουράστηκα από τον πόλεμο, τις σφαγές και φοβάμαι το θάνατο τον πραγματικό, και το θάνατο των αξιών. Πέρασα τόσο δύσκολα όσο κανένας σας δεν μπορεί να φανταστεί. Για μήνες περπατούσα και κοιμόμουνα στα βουνά, κατευθυνόμενος προς ένα σημείο που δε γνώριζα, βάζοντας το πόδι μου πάνω σε νάρκες και πεινώντας για μέρες. Ήμουνα 14 χρονών και έψαχνα άσυλο. Τελικά έφτασα σ’ αυτή τη χώρα, σε ένα δημοκρατικό κράτος όπου ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς προβλήματα… Όταν είδα τη συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν δύσκολο για μένα να πιστέψω πως λειτουργεί η δημοκρατία τελικά εδώ. Είχα μια κακή ανάμνηση από την Ιρακινή αστυνομία, όσο και από την Τουρκική, αλλά και εδώ ατυχώς αντιμετώπισα τα ίδια… Είμαι ένας μαθητής που εργάζομαι για να επιβιώσω, μελετώ για να φτιάξω ένα καλύτερο μέλλον, πήρα και αυτό το χρόνο αρνητική απάντηση για το άσυλό μου, και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μέχρι να ολοκληρώσω τις σπουδές μου θα πάρω και την επόμενη άρνηση παραμονής…

Ήμουνα απεγνωσμένος, φτωχός και έρμαιο των καταστάσεων παντού ερημιά και υπήρχαν μόνο βράχοι να με ξεκουράσουν μόνο για στιγμές, τις στιγμές του ονείρου το κεφάλι στην πέτρα και ξαπλωμένος στην καρδιά της ερήμου.

 

Δ) Ο πόλεμος της σημάδεψε το κορμί και την ψυχή

Η εξάχρονη Ρίμα έφτασε στην Ελλάδα με τον πατέρα της Σάμερ τον Ιανουάριο του 2013, μετά από τον τραυματισμό της στη Συρία και δύο ανεπιτυχείς χειρουργικές επεμβάσεις. H Ρίμα νοσηλεύτηκε στην Ελλάδα και χειρουργήθηκε χωρίς κανένα κόστος, για επανασύνδεση του εντέρου, στο νοσοκομείο «Μητέρα», από τον καθηγητή Δημήτρη Λινό, τον Απρίλιο του 2013.

« Κλειστήκαμε για 21 μέρες σε ένα διαμέρισμα στην Αχαρνών,» είπε ο Σάμερ στην Ύπατη Αρμοστεία. «Φοβόμουνα την αστυνομία με τις επιχειρήσεις Ξένιος Δίας. Φοβόμουνα και τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής που έκαναν επιθέσεις σε ξένους.»

Ωστόσο ο Σάμερ είπε ότι δεν ήθελε να μείνει στην Ελλάδα λόγω της έλλειψης ουσιαστικής προστασίας για τους πρόσφυγες. Όταν η Ρίμα άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, έφυγαν με τον ίδιο παράτυπο τρόπο.  Σήμερα βρίσκονται στη Σουηδία. Στη νέα της πατρίδα, η Ρίμα πηγαίνει στο σχολείο και κάνει βόλτες με τον πατέρα της με τα ποδήλατα.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER