Το έτος της (πρώτης) Μεταπολίτευσης γεννήθηκε ο Αλέξης Τσίπρας, ο αρχηγός που έφερε στην εξουσία πρώτη φορά ένα κόμμα της παραδοσιακής Αριστεράς, υποσχόμενος να κλείσει τον κύκλο, που είχε αρχίσει το 1974, με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Η Μεταπολίτευση όμως και τυπικά δεν τελείωσε,( την ξανά-γιορτάσαμε εξάλλου φέτος, με δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο), και ο κύκλος της δεν φαίνεται να έχει κλείσει, παρότι εδώ και ενάμιση χρόνο έχουμε κάτι που δεν υπήρχε στις προηγούμενες επετείους: μια κυβέρνηση από τον παραδοσιακό τρίτο πόλο του πολιτικού μας συστήματος, δηλαδή την Αριστερά. Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της φετινής επετείου.
Μετά τη Δεξιά και το (αριστερόστροφο) Κέντρο, ένα κόμμα της Αριστεράς ασκεί τη διακυβέρνηση. Δεν πρόλαβε, βέβαια, ακόμα να εδραιώσει την εξουσία του, δηλαδή να γίνει (και) καθεστωτικό κόμμα, όπως τα δύο (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) που έχουν προηγηθεί, αλλά προς τα εκεί τείνει, με τον Αλέξη Τσίπρα να φιλοδοξεί να αφήσει η διακυβέρνησή του «κάτι αριστερό», όχι στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, όπου δεν μπορεί λόγω μνημονιακών δεσμεύσεων, όπως ο ίδιος φέρεται να είπε στον Δημ. Κουτσούμπα, αλλά στο θεσμικό πεδίο. Επιδιώκει, δηλαδή, να σηματοδοτήσει αυτό που ο ίδιος έχει αποκαλέσει «Νέα Μεταπολίτευση».
Η πρώτη σοβαρή απόπειρα ήταν η αλλαγή του εκλογικού νόμου. Υπέστη, όμως, ήττα. Όχι μόνο επειδή δεν κατάφερε να ψηφιστεί από 200 βουλευτές, ώστε να εφαρμοστεί αμέσως. Η αποτυχία ήταν αλλού. Η επιχειρηθείσα αλλαγή ήταν απλώς πολιτικάντικη (στόχος της να δυσχερανθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης από το προηγούμενο στις δημοσκοπήσεις αντίπαλο κόμμα), χωρίς εξυγιαντικά στοιχεία, τα οποία θα άφηναν όντως ένα σημαντικό αποτύπωμα: δεν έσπασαν οι μεγάλες περιφέρειες, δεν άλλαξε ο τρόπος εκλογής των βουλευτών κ.ά. Κατόπιν ο κ. Τσίπρας παρουσίασε την πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Τα υλικά όμως που χρησιμοποιεί δεν είναι νέα: αλλαγή του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών, συχνότερα δημοψηφίσματα και τα παρόμοια. Αυτά, όμως, ή είχαν προταθεί από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ή και είχαν γίνει από προηγούμενες κυβερνήσεις. Και όταν έγιναν, μάλιστα, συγκέντρωσαν ευρείες πλειοψηφίες. Γι’ αυτό και δεν είναι ικανές οι προτάσεις αυτές να σηματοδοτήσουν τη Νέα Μεταπολίτευση.
Η πρώτη φορά άσκηση κυβερνητικής πολιτικής από ένα αριστερό κόμμα χρειάζεται κάτι άλλο, για να αφήσει αποτύπωμα και να μην τη θυμόμαστε ως μια παρένθεση. Τι μπορεί να είναι αυτό; Ίσως αυτό που περιέγραψε ο κ. Τσίπρας σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξή: «Αριστερή πολιτική σήμερα είναι δουλειές, επενδύσεις, αύξηση του ΑΕΠ και δίκαιη μοιρασιά του. Αυτό είναι αριστερή πολιτική». Και έτσι πράγματι είναι. Αυτό είναι η ουσία της πολιτικής σήμερα. Της πολιτικής με βάση τον ορθό λόγο. Αυτή η πολιτική θα μπορούσε όντως να σηματοδοτήσει τη Νέα Μεταπολίτευση. Πόσες πιθανότητες όμως υπάρχουν να επιτευχθεί, όταν στην προσπάθειά μας για την πολυπόθητη ανάπτυξη κάνουμε μια συνειδητή επιχείρηση αποπροσανατολισμού, με τη χρήση διαφόρων θεσμικών κόλπων: Το εκλογικό σύστημα, το Σύνταγμα, τα δημοψηφίσματα διά πάσαν χρήσιν κ.ά. Μακάρι να μην ήταν όσα είπε ο κ. Τσίπρας «έπεα πτερόεντα». Μακάρι οι σημερινοί κυβερνώντες να έχουν ενστερνιστεί τώρα όσα σηματοδοτεί η φράση αυτή του πρωθυπουργού. Γιατί αν πραγματικά θέλει να αφήσει η πρώτη αριστερή κυβέρνηση κάποιο σημαντικό αποτύπωμα στη «Νέα Μεταπολίτευση», πρέπει πάνω από όλα να συνειδητοποιήσουν οι κυβερνώντες ότι η περίοδος των ιδεοληψιών ή των αυταπατών έχει τελειώσει. Με ξαναζεσταμένες εξαγγελίες, που έκανε προχθές ο πρωθυπουργός, όπως δωρεάν περίθαλψη στους ανασφάλιστους, ρεύμα σε 90.000 νοικοκυριά και προγράμματα για ανέργους, οι οποίοι καλύπτουν μόλις το 20% των δικαιούχων, δεν ανοίγει ο κύκλος της «Νέας Μεταπολίτευσης». Δεν κτίζεται κοινωνική πολιτική με ευχολόγια.
Για τη μεταπολιτευτική περίοδο, για τον μετασχηματισμό της πατρίδας μας σε μία σύγχρονη, ευνομούμενη και ορθολογική κοινωνία, στην οποία δεν θα έχουν θέση τα διαχρονικά νοσηρά φαινόμενα της μεταπολίτευσης, δηλαδή του εξαγγελιών του αέρα, του πελατειακού κράτους, του παρασιτισμού, της ανομίας και της διαφθοράς, που αποτελούν και τις αιτίες της παρούσας παραγωγικής κρίσης και χρεοκοπίας, απαιτούνται νέες πολιτικές αντιλήψεις, διαφορετικά πολιτικά ήθη και καινούργια πρόσωπα, με συνείδηση εθνικής ευθύνης, αίσθημα δημοσίου συμφέροντος και ορθό λόγο. Δυστυχώς και με την πρώτη αριστερή κυβέρνηση ο κύκλος της Μεταπολίτευσης παραμένει ορθάνοιχτος. Πρόσωπα (με την αναπόφευκτη ανανέωση ή απλώς αναπαλαίωση), νοοτροπίες, τρόπος διακυβέρνησης είναι εδώ. Αν συνεχίσουμε έτσι, η «Νέα Μεταπολίτευση», την οποία επαγγέλλεται ο κ. Τσίπρας, δεν θα είναι ούτε Νέα ούτε Μεταπολίτευση. Γιατί κρύβουν τα μεγάλα ζητήματα κάτω από το χαλί.
Έχουν περάσει έξι χρόνια από το πρώτο μνημόνιο με τους δανειστές, ένας χρόνος από το δημοψήφισμα, δύο δεκαετίες από τη νύχτα των Ιμίων και σχεδόν τρεις δεκαετίες από την ελληνοτουρκική κρίση, του Μαρτίου 1987, χωρίς κανείς να ξέρει πραγματικά και ξεκάθαρα τι συνέβη σε όλες αυτές τις κρίσεις και η χώρα βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο. Ο πρωθυπουργός, κ. Τσίπρας, μίλησε τις προάλλες για «Νέα Μεταπολίτευση» και την ανάγκη εμβάθυνσης της Δημοκρατίας, προτείνοντας μάλιστα τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η γνώμη του ελληνικού λαού. Αν όμως ο λαός δεν γνωρίζει, όπως στην περίπτωση των ευθυνών για τα μνημόνια, αφού δεν έγινε δεκτή η πρόταση για σύσταση εξεταστικής επιτροπής, πώς μπορεί να πάρει αποφάσεις για το μέλλον του;
Στις ΗΠΑ το Αμερικανικό Κογκρέσο, σε μια προσπάθεια να ρίξει άπλετο φως στην επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, προχώρησε στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής 10 μελών του (5 Ρεπουμπλικάνους και 5 Δημοκρατικούς), οι οποίοι σε μια περίοδο αρκετών μηνών μίλησαν με 1200 ειδικούς σε 10 χώρες, ερεύνησαν 2,5 εκατομμύρια έγγραφα, και πήραν ένορκες μαρτυρίες από 160 αξιωματούχους σε ειδική κοινοβουλευτική διαδικασία του Σώματος για να καταλήξουν σε ένα κοινό πόρισμα 450 σελίδων, που εξηγεί τους λόγους, για τους οποίους οι τρομοκράτες κατάφεραν να επιφέρουν τα τραγικά χτυπήματα στους δίδυμους πύργους και το Πεντάγωνο. Ο Αμερικανικός λαός, όπως και άλλοι λαοί στην Ευρώπη, έχουν δικαίωμα να μάθουν και οι κυβερνήσεις τους απαντούν έμπρακτα στην εντολή του κόσμου. Στην Ελλάδα, κάποιοι προτιμούν να κρύβουν κάτω από το χαλί τα μεγάλα ζητήματα, μη αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του ελληνικού λαού να γνωρίζει. Αυτό, όμως, δεν είναι «εμβάθυνση της Δημοκρατίας».
του Φώτη Σιούμπουρα






