Γράφει ο Γιάννης Σπ. Παργινός
Ο Αλέξης Τσίπρας, στον δεύτερο μήνα της πρωθυπουργίας του, καλείται να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί. Τη μια άκρη την κρατούν οι δανειστές και την άλλη μια ισχυρή τάση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, που διαρκώς πιέζει για την πιστή εφαρμογή του προεκλογικών δεσμεύσεων. Μία, έστω και ελαφριά, υποχώρηση προς τη μια πλευρά, αυτομάτως δυναμιτίζει την άλλη, με αποτέλεσμα να καθίσταται ολοένα και δυσχερέστερη η πολιτική ισορρόπηση.
Το Βερολίνο επ’ ουδενί επιθυμεί την αμφισβήτηση της πολιτικής του στην Ευρώπη. Η όποια υποχώρηση θα προσέφερε άλλοθι στους Podemos της Ισπανίας και στους σοσιαλιστές της Πορτογαλίας να προβάλλουν τις δικές τους διεκδικήσεις και να επισπεύσουν την άνοδό τους στην εξουσία. Κατ’ επέκταση –εκτιμούν στο Μέγαρο Μαξίμου–, η Καγκελαρία δεν επιδιώκει συμβιβασμό με την Αθήνα, αλλά πλήρη «υποταγή», η οποία θα συνεπάγεται πολιτικό «στραγγαλισμό» της κυβέρνησης. Σε αυτό το πνεύμα, ανώτεροι κυβερνητικοί επιτελείς –πολύ κοντά στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα–, ερμηνεύουν τον «πόλεμο λάσπης», που δέχεται ο υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης, λέγοντας χαρακτηριστικά, «αν ο υπουργός έλεγε ‘‘ναι’’ στη Μέρκελ, θα τον είχαν στα όπα-όπα, όχι με το πουκάμισο έξω και χωρίς γραβάτα, αλλά ακόμα και αν πήγαινε ξεβράκωτος στο Eurogroup».
Στην κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε σοβαρή υποχώρηση στις απαιτήσεις του Βερολίνου θα οδηγούσε πολύ γρήγορα, αν όχι άμεσα, σε απώλεια της κοινοβουλευτικής δεδηλωμένης με άμεση πτώση της κυβέρνησης. Επ’ αυτού, αναπτύσσεται μια υποβόσκουσα σεναριολογία και με μπόλικο επιχειρηματικό παρασκήνιο, που θα ήθελε τη δημιουργία «κυβέρνησης εθνικής ενότητας», έστω και με τον Αλέξη Τσίπρα πρωθυπουργό ή με κάποιον «αριστερό Παπαδήμα» της δικής του αποδοχής, με τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Τα κέντρα που απεργάζονται τέτοια σενάρια αναμφίβολα κρίνουν αναπόφευκτη μια διάσπαση τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και της Νέας Δημοκρατίας και ανάλογη απομόνωση των κομματικών τάσεων του Παναγιώτη Λαφαζάνη και του Αντώνη Σαμαρά αντίστοιχα.
Κλίνατε επ’ Αριστερά
Μέσα σε αυτό το ευαίσθητο πολιτικό περιβάλλον που δημιουργούν οι αφόρητες πιέσεις του Βερολίνου προς την Αθήνα, το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει, προς ώρας τουλάχιστον, αμέριμνο και τάσσεται απερίσπαστα υπέρ της εφαρμογής της πολιτικής του και επιπλέον κηρύσσει ανένδοτο κατά της γερμανικής ηγεμονίας. Η πολιτική ανθρωπογεωγραφία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πως δεν υπάρχει «αμιγώς προεδρική πλειοψηφία». Υπάρχει, απλώς, μια «εσωκομματική ισορροπία» με σημείο αναφοράς τον Αλέξη Τσίπρα, η οποία είναι μια κινούμενη άμμος. Ο Ρούντι Ρινάλντι της συνιστώσας ΚΟΕ, για παράδειγμα, πρώην μαοϊκός, ακροαριστερός, στήριξε τον Αλέξη Τσίπρα με νύχια και με δόντια, ενώ τώρα είναι κάθετα αντίθετος σε κάθε υποχώρηση από το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον Γιάννη Μηλιό και τον Μανώλη Γλέζο. Το πρόβλημα μεγεθύνεται, αν ληφθεί υπόψη ότι τρία μέλη της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟΕ) εξελέγησαν βουλευτές. Πρόκειται για τους Βασίλη Χατζηλάμπρου (Αχαΐα), Βασίλη Κυριακάκη (Φθιώτιδα) και Δημήτρη Κοδέλα (Αργολίδα).
Από τη σοσιαλιστική συνιστώσα –τη σοσιαλιστική τάση των πρώην ΠΑΣΟΚων–, ο αντιπρόεδρος της Βουλής, Αλέξης Μητρόπουλος, συγκαταλέγεται μεταξύ των Ηρακλειδών του προέδρου, αλλά διαχωρίζει ευθέως τη θέση του από την πολιτική των «παραχωρήσεων» στους δανειστές και «βγαίνει από αριστερά», στο ίδιο πνεύμα με τους υπουργούς της «Αριστερής Πλατφόρμας», Δημήτρη Στρατούλη, Νίκο Χουντή και Παναγιώτη Λαφαζάνη. Κατά των υποχωρήσεων ευθέως τάσσεται και ο υπουργός Εσωτερικών, Νίκος Βούτσης.
Είναι κοινό μυστικό στην Κουμουνδούρου ότι οι πιο ψύχραιμοι προσπαθούν να κατευνάσουν τα ήδη «οξυμένα» πολιτικά πνεύματα στις διάφορες οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ ανά την Ελλάδα και ματαιώνουν ή αναβάλλουν γενικές συνελεύσεις, με στόχο να μη διαρρεύσουν οι «σκληρές κριτικές» για την όποια ενδεχόμενη υπαναχώρηση της κυβέρνησης από τις διακηρυγμένες θέσεις.
Σε αυτό το ταραγμένο εσωκομματικό κλίμα με τις λεπτές ισορροπίες, προσπάθησε να κατευνάσει το εσωκομματικό ακροατήριο ο πολύ κοντά στον Αλέξη Τσίπρα ευρισκόμενος υπουργός Επικρατείας, Νίκος Παππάς, επιτιθέμενος στον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, λέγοντας ότι «ο κ. Σόιμπλε είναι ο βασικός υποστηρικτής των αποτυχημένων πολιτικών σε Ελλάδα και Ευρώπη. Είναι σαφές ότι η αποτυχία του σχεδίου ασφυξίας της Ελλάδας έχει φέρει κάποιους σε δύσκολη θέση». Οι δηλώσεις του είναι, επίσης, σαφές ότι απευθύνονται στο εσωτερικό και στο εσωκομματικό του ακροατήριο και είναι ασύμβατες, τόσο με τη θεσμική θέση που κατέχει όσο και με την προσδοκία που έχει διαμορφωθεί στην ΕΕ για εξεύρεση μιας νέας λύσης».
Οικονομική ή πολιτική «ασφυξία»
Η κυβέρνηση βρίσκεται ανάμεσα σε συμπληγάδες. Από τη μια, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Μάριο Ντράγκι απειλούν με «οικονομική ασφυξία» και, από την άλλη, το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ απειλεί με «πολιτική ασφυξία».
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η κυβέρνηση δείχνει να απαντά με «πόλεμο» στον «πόλεμο» του Βερολίνου. «Θα ακολουθήσουμε κατά γράμμα τις προεκλογικές μας δεσμεύσεις», δήλωσε σε συνέντευξή του προς τη βελγική εφημερίδα «L’Echo» ο μέχρι τώρα σιωπηλός Γιώργος Σταθάκης.Ομοίως ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, από το βήμα της Βουλής επισημαίνει: «Η νέα ελληνική κυβέρνηση θα εργαστεί άοκνα, ώστε με ισότιμους όρους, μέσα από τον διάλογο, στο πλαίσιο μιας έντιμης διαπραγμάτευσης, να συνδράμει ώστε να βρεθεί λύση στα πολύπλοκα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Θα εργαστεί, ώστε η Ελλάδα να τηρήσει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της, αλλά ταυτόχρονα θα εργαστεί ώστε να τηρηθούν και όλες οι ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις προς την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, στο ακέραιο».
Πρωτοβουλίες του Αλέξη Τσίπρα
Παρά τη σκληρή στάση που κρατά το Βερολίνο έναντι της Αθήνας, ο πρωθυπουργός, με δικές του πρωτοβουλίες στην Ευρώπη, προσπαθεί να δείξει πως η κυβέρνηση δεν είναι αντίθετη σε μεταρρυθμίσεις, αλλά απέναντι σε πολιτικές λιτότητας. Με τις επαφές που είχε ο πρωθυπουργός με τον επικεφαλής του ΟΟΣΑ στο Παρίσι, Άνχελ Γκουρία, τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και τον επικεφαλής του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Mάρτιν Σουλτς, ο κ. Τσίπρας επιδιώκει να πετύχει έναν διπλό στόχο. Επιθυμεί να πείσει με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι η ελληνική πλευρά επιδεικνύει προσήλωση στις δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις σε συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους. Παράλληλα,όμως, στο Μέγαρο Μαξίμου επιχειρείται να διαχωριστεί η Ευρώπη από το Βερολίνο, με στόχο να υπογραμμιστεί, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, ότι η Γερμανία με τη στάση της αποτελεί τροχοπέδη στις κοινές προσπάθειες Ελλάδας και Ευρωπαίων εταίρων για εξεύρεση λύσης.






