Του Φώτη Σιούμπουρα
Σοβαρά και κρίσιμα είναι τα ζητήματα με τα οποία είναι αντιμέτωπη η Ελλάδα, έπειτα από τις δραματικές αλλαγές στην Τουρκία.
Η στροφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον ολοκληρωτισμό και το ξερίζωμα των κεμαλικών δομών προσθέτει τώρα έναν παράγοντα αστάθειας στην περιοχή και αναδεικνύει έναν απρόβλεπτο «παίκτη», ο οποίος πλέον έχει προβληματικές σχέσεις με όλες τις δυνάμεις: την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τη Ρωσία.
Αλλά και τα όσα συμβαίνουν στη γειτονική χώρα μετά το πραξικόπημα, με τις μαζικές συλλήψεις, όχι μόνο στρατιωτικών αλλά δικαστικών, δημοσίων υπαλλήλων και γενικώς όσων θεωρούνται αντίπαλοι του καθεστώτος, αποδεικνύουν ότι η δημοκρατία στην Τουρκία είναι είδος εν ανεπάρκεια.
Το προβληματικό από καιρό δημοκρατικό σύστημα στη γείτονα χώρα φαίνεται ότι τραυματίστηκε βαρύτατα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. Αλλά όσο απεχθής είναι μια στρατιωτική δικτατορία που προσπάθησε να επιβάλλει μια ομάδα των ενόπλων δυνάμεων, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι η τακτική μιας νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης να παραβιάζει κάθε έννοια κράτους δικαίου και να επιβάλλει ένα αυταρχικό καθεστώς.
Μπορεί στους δρόμους να μη βρέθηκαν μόνο οι υποστηρικτές του Ερντογάν, αλλά και οι πολίτες που πιστεύουν και αγωνίζονται για τη δημοκρατία, ακόμα και το κουρδικό κόμμα που μονίμως βρίσκεται στο στόχαστρό του, αλλά ο Τούρκος ηγέτης δείχνει ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι οι οπαδοί και το καθεστώς του. Ο αυταρχισμός, οι αντιδημοκρατικές πρακτικές, η καταπάτηση των κανόνων δικαίου, είναι η εικόνα που διαγράφεται για το μέλλον της Τουρκίας.
Ένα μέλλον ανησυχητικό, όπως διαπιστώνουν δημοσίως Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ηγέτες, που παρά το ότι αναγνωρίζουν τον στρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, δεν μπορούν να αποδεχθούν την πλήρη καταπάτηση των δημοκρατικών κανόνων.
Ένα μέλλον όμως δυσοίωνο και για την Ελλάδα, που με δεδομένες τις προβληματικές σχέσεις των δύο χωρών, δεν μπορεί παρά να ανησυχεί για τον κύκλο αστάθειας, πολιτικού και κοινωνικού διχασμού που μπαίνει η Τουρκία.
Υπάρχουν ήδη πολλά πεδία ανατροπών, που οι εξελίξεις στη γειτονική χώρα θα επηρεάσουν –ενδεχομένως αρνητικά– και την Ελλάδα.
Κατ’ αρχάς, η σχέση Τουρκίας – ΕΕ επαναπροσδιορίζεται ήδη. Οι προειδοποιήσεις προς τον Ερντογάν σε ό,τι αφορά την επαναφορά της θανατικής ποινής, όπως και οι έφοδοι των αγανακτισμένων ταγμάτων των οπαδών του, δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή τροχιά της Τουρκίας αναβάλλεται επ’ αόριστον ή μάλλον ματαιώνεται οριστικά. Υπ’ αυτήν την έννοια, η σχέση με την Ελλάδα επιστρέφει σε πρότυπα προηγούμενων δεκαετιών και οι εκκρεμότητες αυξάνονται.
Το πλέον προβληματικό πεδίο για τη χώρα αυτήν τη στιγμή είναι το προσφυγικό. Η συμφωνία Τουρκίας – ΕΕ για την επανεισδοχή μεταναστών βρίσκεται στον αέρα και το πλαίσιο συζήτησης του Ερντογάν με τους Ευρωπαίους έχει αλλάξει.
Διαμορφώνεται, δε, και μία άλλου τύπου ανησυχία: πώς στο κύμα των προσφύγων – μεταναστών, από τη Συρία ή αλλού, θα προστεθούν πλήθη τούρκων αντιφρονούντων, που πιθανώς θα θελήσουν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα ή και να ζητήσουν άσυλο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα δεδομένα της Ελλάδας δεν δικαιολογούν εφησυχασμό.
Όσο κι αν στο Μέγαρο Μαξίμου κυριαρχεί η εντύπωση πως στις νέες συνθήκες η Ελλάδα αναδύεται ως πόλος σταθερότητας στην περιοχή, οι σπασμωδικές και ανεξέλεγκτες αντιδράσεις του τουρκικού καθεστώτος προξενούν μεγάλη αβεβαιότητα. Μπορεί, παρά τα προβλήματά μας, να παραμένουμε μια όαση σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή, αλλά αυτό δεν αρκεί.
Χρειάζεται και τα δικά μας προβλήματα να τα ξεπεράσουμε όσο γίνεται γρηγορότερα, χωρίς πολιτικούς καιροσκοπισμούς και να διαμορφώσουμε, επιτέλους, ένα εθνικό σχέδιο συνεννόησης για να αποφύγουμε πιθανές εσωτερικές και εξωτερικές εμπλοκές.
Η «υπόθεση των 8» και η «παράδοση» του Οτσαλάν στους Τούρκους
Η ελληνική κυβέρνηση βρέθηκε ήδη από τις πρώτες στιγμές με μία καυτή πατάτα στα χέρια, όταν το ελικόπτερο με τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς, τους οποίους ο Ερντογάν κατηγορεί ότι συμμετείχαν στην απόπειρα πραξικοπήματος, προσγειώθηκε σε ελληνικό έδαφος το Σάββατο και ζήτησαν άσυλο. Η παρουσία των οκτώ αξιωματικών στην Ελλάδα συνιστά ήδη στοιχείο πιθανής εμπλοκής και απειλή έντασης, την οποία ο Ερντογάν επιχειρεί να εκμεταλλευτεί.
Σύμφωνα, δε, με κάποιες πρώτες ενδείξεις και την κινητικότητα που έχει παρατηρηθεί στη Θράκη τους προηγούμενους μήνες, το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει ο Ερντογάν τους μειονοτικούς πληθυσμούς ως μοχλό πίεσης και να εγείρει ζητήματα στην περιοχή, όχι απλώς δεν θα πρέπει να αποκλειστεί, αλλά μάλλον να θεωρείται αναμενόμενο. Ήδη είχαμε την πρώτη αντίδραση από την πλευρά των μειονοτικών, μεγάλος αριθμός των οποίων συγκεντρώθηκε στα δικαστήρια της Αλεξανδρούπολης και αποδοκίμασε τους οκτώ, φωνάζοντας παράλληλα συνθήματα υπέρ της Τουρκίας και του Ερντογάν.
Η υπόθεση των οκτώ αξιωματικών είναι ασφαλώς πολύ σοβαρή για να αντιμετωπίζεται όμως τόσο ανεύθυνα, όπως αρχικώς ερμηνεύτηκε. Δεν μπορεί να δίνουμε το δικαίωμα στον Ερντογάν να υποστηρίζει ότι «μέσα σε λίγες ημέρες θα τελειώσει το θέμα των 8». Δεν μπορεί να δίνουμε την εντύπωση ότι προκαταλαμβάνουμε δικαστικές αποφάσεις ή γράφουμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας διεθνείς συμβάσεις και ανθρώπινα δικαιώματα, μόνο και μόνο για να μην προκαλέσουμε τον σουλτάνο και μας δημιουργήσει προβλήματα.
Μήπως είχαν λυθεί τα προβλήματά μας, όταν «παραδώσαμε» παλαιότερα τον «τρομοκράτη» Οτσαλάν; Η κατοχή της Κύπρου συνεχίζεται επί 42 έτη. Η Στρατιά Αιγαίου είναι επιθετικά διατεταγμένη κατά της Ελλάδας. Το casus belli συνεχίζει να υφίσταται. Καθημερινές παραβάσεις και παραβιάσεις FIR και εθνικού μας εναερίου χώρου. Αμφισβήτηση ελληνικής επικράτειας.
Συνεχής ανάμιξη σε θέματα ελληνικού εσωτερικού δικαίου (Θράκη). Μη σεβασμός συμφωνιών με την ΕΕ, π.χ. μεταναστευτικό, εμπόριο με Κύπρο κ.ά. Ουδείς, βεβαίως, ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να πάμε κόντρα στον εκλεγμένο με δημοκρατικές διαδικασίες Ερντογάν, έστω και αν το καθεστώς του μόνο δημοκρατικό δεν είναι.
Σε έναν άνθρωπο όμως, αρχηγό κράτους, που υποστηρίζει με κυνισμό πως η θανατική ποινή έχει το πλεονέκτημα ότι το κράτος δεν ξοδεύει χρήματα για την τροφή των εγκληματιών, η όποια στήριξη από την ελληνική πλευρά πρέπει να δίδεται με την προοπτική ότι η Τουρκία θα αρχίσει να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις διεθνείς συνθήκες τουλάχιστον απέναντι στην Ελλάδα (και την Κύπρο φυσικά).





