Α, όλα κι όλα. Τα επιτεύγματα πρέπει να αναγνωρίζονται. Αυτό που παρακολουθήσαμε την προηγούμενη Πέμπτη, υπήρξε πράγματι ένα ιστορικό επίτευγμα της «για πρώτη φορά Αριστεράς». Τέτοια συμμετοχή σε απεργιακή κινητοποίηση είχαμε να δούμε πολλές δεκαετίες.
Μπορούν όλοι αυτοί οι ιδιόρρυθμοι ροζουλί μαρξιστές, παραφράζοντας τη ρήση του Ιουστινιανού, να αναφωνήσουν υπερηφάνως: Νενικήκαμεν, Μαρξ. Διότι πράγματι ξεπέρασαν το όραμα του Μαρξ, το οποίο ήταν να δει όλους τους προλετάριους να ενώνονται, όπως τους καλούσε με το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Εδώ, η κυβέρνηση, κατάφερε να ενώσει προλετάριους με μικροαστούς και μεσοαστούς. Είναι η πρώτη φορά πράγματι που σηκώθηκαν από τους καναπέδες τόσοι καταστηματάρχες, βιοτέχνες, επαγγελματίες και συμπορεύτηκαν με προλετάριους και αγρότες. Πρώτη φορά είδαμε, τόσα καταστήματα κλειστά, τέτοια ανταπόκριση των περίφημων «μικρομεσαίων».
Θα πείτε ότι εντυπωσιακές ήταν και οι κινητοποιήσεις, όταν ο Αλέξης Τσίπρας έστησε τη φενάκη του δημοψηφίσματος, με ένα μεγάλο μέρος των πολιτών να κινητοποιούνται, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι τάχα παίρνουν την τύχη της χώρας –και της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές– στα χέρια τους. Σύμφωνοι. Αλλά τότε υπήρχε ενθουσιασμός για τη δήθεν «εθνική υπερηφάνεια». Τώρα, δεν έχουμε να κάνουμε με πανηγύρι, αλλά με οργή. Οργή που προκαλεί η απόγνωση. Οργή διαστρωματική, που θα είναι δύσκολο να την αγνοήσουν όλοι οι βουλευτές της συγκυβέρνησης, όταν κληθούν να ψηφίσουν τα όσα συμφωνήσει η κυβέρνηση του 3ου μνημονίου με το κουαρτέτο.
Οι στιγμές δείχνουν ότι η ιστορία αναμένει εξελίξεις. Ίδωμεν.
«Κωλοτούμπες» σε κόκκινο δάπεδο
Διαλέξτε εσείς αν όσα παρακολουθούμε είναι για γέλια, ή είναι για κλάματα. Η πικρή αλήθεια είναι ότι έχει μπει πια για τα καλά στον αστερισμό της κωλοτούμπας και η Αριστερά. Για να είμαστε ακριβέστεροι, η εντεύθεν του ΚΚΕ, η «ανανεωτική» και «μη δογματική» Αριστερά.
Είναι πράγματι μεγάλη η διαδρομή, σε εξαιρετικώς σύντομο χρόνο, από εκείνες τις στιγμές, τις οποίες η κα Ζωή Κωνσταντοπούλου προσερχόταν στο προεδρικό μέγαρο, προκειμένου να παρακολουθήσει την ορκωμοσία της πρώτης κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα. Περιβεβλημένη, όχι μόνον εκείνες τις κτυπητών αποχρώσεων ενδυματολογικές ανισορροπίες της, αλλά, κυρίως, την αίγλη που της προσέδιδε το γεγονός ότι ο νικητής των εκλογών την είχε ήδη επιλέξει ως νέα πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων. Την αίγλη, δηλαδή, του ιεραρχικός τρίτου κατά σειράν πολίτικου αξιώματος του δημοκρατικού πολιτεύματος, αμέσως μετά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρωθυπουργό.
Και τώρα παρακολουθούμε τη συντρόφισσα Ζωή, σε πλήρη αγωνιστικό πυρετό, να πορεύεται μετά των άλλων διαδηλωτών, άδουσα μετά πάθους το άλλοτε αγαπημένο άσμα των «αγανακτισμένων» της πλατείας Συντάγματος, ελαφρώς παραλλαγμένο, έτσι ώστε να περιλαμβάνει και το όνομα του πρωθυπουργού:
«Μια νύχτα μαγική σαν την Αργεντινή, να δούμε στα ελικόπτερα, Αλέξη, ποιος θα μπει».
Η άλλοτε δηλώνουσα «εμπιστεύομαι και στηρίζω τον Αλέξη Τσίπρα», τώρα εμφανίζεται διαδηλώνουσα υπέρ της ανατροπής του, αλλά και της παραπομπής του σε δίκη, (ίσως να ορέγεται και τον ρόλο του επιτρόπου σε λαϊκό δικαστήριο), την οποία για να αποφύγει, δεν θα του μένει τίποτε άλλο πάρα να «δραπετεύσει» με ελικόπτερο. Προφανώς, προς το φιλόξενο Καράκας. Τώρα πια, για τη Ζωή και τους ομοϊδεάτες της –από τον Λαφαζάνη ως τη Μακρή– ο Αλέξης Τσίπρας είναι μια κίβδηλη έκφραση της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς.
Από την άλλη, ο Φώτης Κουβέλης, που είχε αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζοντας τις περισσότερες «συνιστώσες» του ως ένα «συνονθύλευμα ακροαριστερών», με το οποίο δεν μπορούσε να κάνει «σοβαρή πολιτική συζήτηση», αφού εγκατέλειψε το κόμμα, το οποίο ο ίδιος δημιούργησε, τη ΔΗΜΑΡ, τώρα δεν χάνει ευκαιρία να δείξει τη συμπαράστασή του στον ΣΥΡΙΖΑ.
Αν ρωτήσετε τον ίδιο, θα σας πει ότι δεν άλλαξε εκείνος, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα επικαλεσθεί το ότι δεν υπάρχουν πια στο κόμμα που κυβερνά όλοι εκείνοι με τις απόψεις των οποίων διαφωνούσε.
Είναι και αυτή μια εξήγηση. Η άλλη εξήγηση βρίσκεται στη λαϊκή φράση «είναι βαριά η καλογερική». Πολύ βαριά για κάποιον που έχει μάθει να βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο.
«Μένιο, ζεις, εσύ μας οδηγείς»
Γιατί τελευταίως πληθαίνουν οι εκ του κυβερνητικού στρατοπέδου αναφορές στο ενδεχόμενο να στηθούν και πάλι κάλπες, που εκτοξεύονται ακόμη και ως… απειλή προς το κουαρτέτο, όπως στην περίπτωση του κυβερνητικού εταίρου, Πάνου Κομμένου; Και γιατί στο κυβερνητικό επιτελείο έχει πέσει τόση μελέτη περί του εκλογικού νόμου, με ειδική επιτροπή υπό τον γνωστό μας από την τηλεόραση «εκλογολόγο» καθηγητή Ηλία Νικολακόπουλο;
Όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, επιστρατεύεται η «δημιουργική λογιστική», η οποία, στο επίπεδο του πολιτικού παιγνίου βρίσκει την αποκορύφωσή της στις πονηριές των εκάστων κυβερνώντων περί τον εκλογικό νόμο. Ένα εργαλείο που μπορεί πράγματι να κάνει το μαύρο άσπρο και τούμπαλιν.
Τώρα λοιπόν, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά για τον κυβερνητικό συνασπισμό. Και μάλλον διαισθάνεται ότι θα πάνε ακόμη χειρότερα στο μέλλον, οπότε έχει ανάγκη να προσφύγει στο προσφιλές εργαλείο του εκλογικού νόμου. Με σκοπό να εξασφαλίσει ότι όποτε γίνουν εκλογές, ακόμη και αν η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση καταφέρει να καταλάβει την πρώτη θέση, πρωθυπουργός θα είναι και πάλι ο Αλέξης Τσίπρας.
Μα γίνονται τέτοια πράγματα; Ελλάδα είναι εδώ, όλα γίνονται
Υπάρχει, άλλωστε, το «φωτεινό» παράδειγμα του νόμου Κουτσόγιωργα. Μια μορφή αναλογικής, η οποία επιστρατεύτηκε το 1989, όταν όλα κραύγαζαν ότι το ΠΑΣΟΚ θα χάσει τις εκλογές. Και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να κερδίσει ο Κώστας Μητσοτάκης τρεις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις με εξαιρετικώς υψηλό ποσοστά, ονειρικά για τα σημερινά δεδομένα, χωρίς να μπορεί, σε καμιά από τις τρεις περιπτώσεις να πετύχει αυτοδυναμία. (Θυμίζω: 44,25% τον Ιούνιο του 1989, αλλά μόνο 145 έδρες. 46,19% τον Νοέμβριο, αλλά μόνο 148 έδρες και 46,89% το 1990, αλλά πάλι του έλειπε μία έδρα για την αυτοδυναμία).
Τότε, με 0,5% στη Ροδόπη, μπήκε στη Βουλή μουσουλμάνος βουλευτής. Τώρα, με 2,86%. ο Λαφαζάνης και η Ζωή έμειναν εκτός νυμφώνος.
Αυτά λοιπόν μελετούν ως «δοκιμασμένη συνταγή», με την οποία προσδοκούν ότι μπορεί να είναι νικητής και πάλι ένας Μητσοτάκης, αλλά με τίποτε να μην μπορεί να κάνει κυβέρνηση, ελλείψει «συμμάχων», ενώ ένας Τσίπρας μπορεί, ακόμη και ηττημένος, να ξανακυβερνήσει μαζί με «άλλες προοδευτικές δυνάμεις», προς τις οποίες, ακριβώς για αυτό, όλο και εντονότερα, ερωτοτροπεί τον τελευταίο καιρό.
Τίποτε πρωτόγνωρο σε τούτο τον τόπο.
Του Γιώργη Μασσαβέτα





