Άρθρα

Οι υποσχέσεις, η ψήφος τιμωρίας και η τυφλή οργή

Φώτης Σιούμπουρας

Του Φώτης Σιούμπουρα

Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου δεν είναι απλώς μια κρίσιμη μάχη. Είναι η τελευταία ευκαιρία για τη χώρα να αποκτήσει σταθερότητα και να προχωρήσει μέσα από μεγάλες συναινέσεις. Μπορεί να είναι οξύμωρο, αλλά οι εκλογές αυτές, με την υψηλή αμφιθυμία ενός σημαντικού τμήματος ψηφοφόρων (πάνω από 25%), προσδίδουν μια ιστορική ευκαιρία στη χώρα να εδραιώσει αλλαγές μέσα από την εφαρμογή, οι οποίες κυρίως συζητούνται στα τηλεοπτικά πάνελ, αλλά κανείς δεν αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος της εφαρμογής τους. Στις εκλογές αυτές, τα κόμματα δεν έχουν να δώσουν πλουσιοπάροχες υποσχέσεις και οι ψηφοφόροι δεν έχουν να στείλουν κανένα μήνυμα στην εξουσία. Αρκετά μέχρι τώρα με την τυφλή οργή, την απόρριψη, τη δυσαρέσκεια, την τιμωρία. Στις 20 Σεπτεμβρίου αποφασίζουμε για το τι χώρα θέλουμε και ποιοι μπορούν να ανταποκριθούν, όχι στο φαντασιωτικό ανέφικτο, αλλά σε πραγματικές ανάγκες. Γι’ αυτό και οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν επακριβώς τι τους καλεί κάθε κόμμα να υπερψηφίσουν. Καθαρές κουβέντες, καθαρές λύσεις από όλους.

Στον δρόμο προς τις κάλπες, τα πράγματα είναι ίσως για πρώτη φορά, ή αν θέλετε πρέπει να είναι, ξεκάθαρα. Σε αυτές τις εκλογές πρόκειται να ψηφίσουμε τον πολιτικό σχηματισμό ή τους σχηματισμούς εκείνους που έχουν τα στελέχη τη δυνατότητα και την αποφασιστικότητα να εφαρμόσουν ως έχει το μνημόνιο, που έφερε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και λέμε «ως έχει» (βεβαίως με κάποιες προσαρμόσεις εφικτές),γιατί πια δεν χωράει αμφιβολία ότι το 3ο μνημόνιο ούτε σκίζεται, ούτε τεμαχίζεται, ούτε μεταλλάσσεται και δεν εξαερώνεται. Όχι βεβαίως πως γίναμε ή πως θα γίνουμε όλοι μνημονιακοί. Καιρός να σταματήσει αυτή η αθλιότητα του διαχωρισμού των πολιτών, αλλά και των πολιτικών, σε μνημονιακούς και μη. Κανείς δεν ήθελε σε αυτόν τον τόπο μνημόνια και μέτρα λιτότητας. Μπήκαμε,όμως,σε αυτό το μονοπάτι (μας έβαλε, δηλαδή, ο ολίγιστος Γ. Παπανδρέου) και από τότεόλοι όσοι μέχρι σήμερα τα διαχειρίστηκαν γνωρίζουν πολύ καλά ότι τώρα δεν υπάρχουν υποσχέσεις παρά μόνον προβλήματα. Δεν υπάρχει πια επιστροφή στην προ εξαετίας Ελλάδα. Κόμματα, αλλά καιψηφοφόροιοφείλουν να κάνουν την υπέρβαση από την επιθυμητή στη λογική επιλογή, από το ατομικό συμφέρον στη συλλογική προσπάθεια. Τα λέμε αυτά γιατί οι μέχρι χθες συγκυβερνώντες, που υπέγραψαν το 3ο μνημόνιο ύστερα απότεράστιους κινδύνους για τη χώρα και με πρόσθετο κόστος πάνω από 50δισ. ευρώ για τους πολίτες, άρχισαν τώρα –λόγω προεκλογικής περιόδου– να το στρίβουν και πάλι. Και να παίρνουν αποστάσεις από τη συμφωνία που μόλις υπέγραψαν,υποσχόμενοι επαναδιαπραγμάτευση διατάξεων. Ενδεικτικά: Μετά τη δήλωση Τσίπρα ότι δεν πιστεύουμε στο μνημόνιο που πάμε να εφαρμόσουμε,η βουλευτής και τελευταία κυβερνητική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Όλγα Γεροβασίλη, δήλωσε ότι η υπογραφή του μνημονίου ήταν «τακτικός ελιγμός».

Την Κυριακή, μάλιστα, παρουσιάστηκε το εναλλακτικό πρόγραμμα της Κουμουνδούρου που θα εφαρμοστεί –λέει– παράλληλα με το μνημόνιο και θα έχει ως στόχο νααμβλύνει τις συνέπειες της λιτότηταςγια κάποιες ομάδες του πληθυσμού. Πιστεύουν, δηλαδή, εκεί στην Κουμουνδούρου, ότι μετά τα όσα πέρασε ο ίδιος ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του με τη «σκληρή του διαπραγμάτευση» οι Ευρωπαίοι θα μαςχαρίσουν χρέη και θα μας χρηματοδοτήσουν με επιπλέον 85 δισ. ευρώ χωρίς να δουν ότι προχωρούνοι αναγκαίεςεπώδυνες για ολόκληρη της κοινωνία μεταρρυθμίσεις; Ακούσαμε όμως και από άλλες πλευρές υποσχέσεις γα «κουρέματα» χρέους και για φορολογικές ελαφρύνσεις σε κατηγορίες πολιτών. Αλίμονό μας,όμως,αν σπαταλήσουμε την προεκλογική περίοδο καταφεύγοντας σε ψεύτικες υποσχέσεις, κρύβοντας και πάλι την αλήθεια από τον κόσμο και «χαϊδεύοντας» τα αφτιά των αγροτών, των δημοσίων υπαλλήλων, ή των ελεύθερων επαγγελματιών. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Η νέα κυβέρνηση, είτε αυτή γίνει με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ είτε με τη ΝΔ, είτε με τα δύο μεγάλα κόμματα σε συνεργασία, πρέπει να περάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση και στο Ασφαλιστικό,να προχωρήσει με διαδικασίες εξπρές τις ιδιωτικοποιήσεις, ώστε να κρατήσει την οικονομία ζωντανή και να πετύχει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2016 την ελάφρυνση του χρέους και την ένταξη της Ελλάδας στα αναπτυξιακό πρόγραμμα (Γιούνκερ) και στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης(Ντράγκι).Αυτό θα πρέπει να είναι το ζητούμενο στις εκλογές.Ποια κυβέρνηση θα εφαρμόσει πιο γρήγορα το μνημόνιο και όχι ποια θατο εμποδίσει να εφαρμοστεί επιχειρώντας να το αλλάξει – γιατί αυτό θα καθυστερήσει την έξοδο της χώρας στην ανάπτυξη και θα αυξήσει τον λογαριασμό όλων μας.Και όλοι μας πια έχουμε εμπειρίες. Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ανέφελη και ανέμελη λύση. Γι’ αυτό και πρέπει να εμπιστευθούμε όσους μπορούν να εγγυηθούν πραγματικά την εφαρμογή ενός συνεκτικού και οργανωμένου σχεδίου που θα ασφαλίζει την Ελλάδα εντός της ευρωζώνης και θα δημιουργεί το περιβάλλον για την έξοδό της σε εύλογο χρόνο από την κρίση. Η επόμενη μέρα, θα πρέπει να μας το πουν τα κόμματα, θα έχει μόνο κόστος και κόπο. Γιατί μόνο αυτά «περιλαμβάνονται», δυστυχώς,στο 3ο μνημόνιο που υπέγραψε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μετά από πεντάμηνη αχρείαστη, όπως εκ των πραγμάτων αποδείχθηκε, διαπραγμάτευση. Στο χέρι τους, στο χέρι μας, είναι να τώρα να προσθέσουμε και τηλέξη «προοπτική».

Να το πει ξεκάθαρα ο κ. Τσίπρας αν προτιμά… αντιπολίτευση

Σ​​τον παρατεταμένο πολιτικό παραλογισμό που ζούμε έμελλε να το ακούσουμε και αυτό: Ένας πολιτικός ηγέτης, που εκβιαστικά έσυρε τη χώρα σε εκλογές τον Ιανουάριο και σε ένα δημοψήφισμα-παρωδία που ουδείς κατάλαβε γιατί έγινε, προκαλεί πάλι εκλογές, υποσχόμενος τούτη τη φορά να μην είναι πρωθυπουργός ακόμη και αν κερδίσει! Αυτό δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική πολιτική ιστορία. Ζήτησε ο κ. Τσίπρας καθαρή, ισχυρή εντολή για να κερδίσει την αυτοδυναμία, αλλά υπογράμμισε ότι, αν αυτή δεν του δοθεί και απλά κερδίσει τις εκλογές, θα συνεργαστεί μόνο με τον Πάνο Καμμένο. «Δεν πρόκειται να είμαι εγώ πρωθυπουργός σε μια κυβέρνηση συνεργασίας είτε με τη ΝΔ είτε με το ΠΑΣΟΚείτε με το Ποτάμι», διευκρίνισε. Μάλιστα, το επανέλαβε και δύο φορές, για να το… εμπεδώσουμε, η εκπρόσωπος Τύπου του κόμματός του. Δηλαδή, βάζει εκβιαστικά το δίλημμα «Τσίπρας ή καταστροφή», για να αναρωτηθούνοι ψηφοφόροι αν θέλουν να ξαναγυρίσουν στην εποχή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, λες και το μνημόνιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι καλύτερο; Βέβαια, όλα αυτά δεν αποδεικνύουν τίποτε άλλο από το αδιέξοδο στο οποίο μόνος του οδηγήθηκε ο μέχρι χθες πρωθυπουργός. Ξέρει καλά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει μεγάλες απώλειες και οι ΑΝΕΛκινδυνεύουν να μείνουν εκτός Βουλής. Οπότε προκύπτει ένα αυτονόητο ερώτημαπου μάλλον οφείλει πλέον να απαντήσει ο κ. Τσίπρας. Εφόσον όχι μόνον αποκήρυξε όλους τους εν δυνάμει εταίρους του, αλλά απέκλεισε και το ενδεχόμενο να είναι εκείνος πρωθυπουργόςαν πρέπει να συνεργαστεί με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάμι, δεν οφείλει να μας το ξεκαθαρίσει από τώρα ότι προτιμά να είναι στην αντιπολίτευση;

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER