Του ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ
Το «φάντασμα» της οικουμενικής κυβέρνησης πλανάται πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου, το οποίο έχει τεθείσε κατάσταση πολιτικού συναγερμού, διαπιστώνοντας μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας. Εκ των πραγμάτων,στο Μέγαρο Μαξίμου είναι υποχρεωμένοιναβάζουν «στο τραπέζι» και το σενάριο αυτό, θέτοντας, όμως, τον απαράβατο (για εκείνους) όρο της παραμονής του νυν πρωθυπουργού.
Πάντως, τίποτα δεν ομοιάζει πλέον μ’ εκείνο το αξέχαστο για την Αριστερά απόγευμα της 26ης Ιανουαρίου, που ο Αλέξης Τσίπρας ορκιζόταν και αμέσως μετά κατέθετε στεφάνι στον ιερό τόπο του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής.
Προβληματισμός στις ιδιωτικές συζητήσεις
Η χαρά και ο ενθουσιασμός αντικαταστάθηκαν από το ακατάσχετο άγχος για την (προσωρινή, έστω) αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος.Οι συνεργάτες του πρωθυπουργού εμφανίζονται αισιόδοξοι (και οι περισσότεροι το πιστεύουν πραγματικά) ότι θα δώσουν απαντήσεις στην άντληση των πόρων του τριμήνου, αλλά στις –ιδιωτικές τους συζητήσεις– ομολογούν την ύπαρξη του πολιτικού προβλήματος που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και στο ευρύτερο πεδίο.
Παραδέχονται, μάλιστα, σε αυτού του είδουςτις συζητήσεις, ότι «το πρόβλημα δεν είναι κυρίως ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και η Αριστερή Πλατφόρμα». Αντίθετα, όπως λένε, στην παρούσα συγκυρία, αποτελούν με την«εντός των ορίων» διαφορετική τους άποψη «σταθεροποιητικούς παράγοντες στη διατήρηση του κομματικού και, κατ’ επέκταση κυβερνητικού, οικοδομήματος».
Η ανησυχία τους εστιάζεται στο γεγονός ότι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και της κοινοβουλευτικής ομάδας τουπαρατηρούνται«φυγόκεντρες» πολιτικά δυνάμεις που, με τη δημόσια διατύπωση της κριτικής τους, καλλιεργούν αρνητικό κλίμα στη γενικότερη εικόνα της κυβέρνησης. Ειδικά αν, όπως τονίζουν χαρακτηριστικά, διαθέτουν και θεσμικούς ρόλους, είτε στην ιεραρχία είτε στο πλαίσιο της εσωκομματικής τάσης όπου ανήκουν. Και είναι εμφανές ότι «φωτογραφίζουν» δύο προβεβλημένα στελέχη, των οποίων ο λόγος αποτελεί σημείο αναφοράς για τα ΜΜΕ.
Όλα έχουν πέσει στην πολιτική πιάτσα
Στον αντίποδα όλων αυτών, στην πολιτική και στη δημοσιογραφική πιάτσα έχει ριχτεί από το Μαξίμου το σενάριοτης οικουμενικής κυβέρνησης, των πρόωρων εκλογών και αυτό του δημοψηφίσματος.Όσον αφορά το σενάριο του σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης, πολιτικοί παρατηρητές, προερχόμενοι και από τον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποκλείουν την πιθανότητανα οδηγηθεί ο τόποςκαι προς αυτή την κατεύθυνση, σε περίπτωση που παρουσιαστεί αδιέξοδο κατά την ψήφιση νομοσχεδίων. Κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό να ανακύψει,όταν έλθουν στη Βουλή νομοσχέδια για την επιβολή νέων μέτρων ή άλλων που αφορούν, για παράδειγμα, ιδιωτικοποιήσεις. Σε περίπτωση –και είναι πολύ πιθανόν– που δεν ψηφιστούν τα νομοσχέδια αυτάαπό βουλευτές της Αριστερής Πλατφόρμας ή άλλους «μεμονωμένους»,τότε εγείρεται θέμα για την κυβέρνηση. Αυτήν(με άλλη σύνθεση, αλλά με πρωθυπουργό τον Τσίπρα) θα μπορούσαν, χάριν του εθνικού συμφέροντος και «προκειμένου να απεμπλακεί αυτή απότα δεσμά της Αριστερής Πλατφόρμας», να στηρίξουν βουλευτές από το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και τη ΝΔ.Ουδείς, πάντως, από την πλευρά της αντιπολίτευσης εγείρει,προς το παρόν,τέτοιου είδους ζητήματα. Η κυβέρνηση είναι εκείνη που απειλεί (αν και δεν το παραδέχονται αυτό οι συνεργάτες του πρωθυπουργού) με κάλπες. Και αυτή η απειλή της δεν στρέφεται κατά της Νέας Δημοκρατίας και των υπόλοιπων κομμάτων, αλλά εναντίον του «εσωτερικού εχθρού», πριν ακόμη αυτός πάρει οργανωμένη μορφή.
Στο Μαξίμου γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι δεν μπορούν να προκαλέσουν πρόωρες εκλογές για την αντιμετώπιση «ζητήματος εξαιρετικής σημασίας», αφού ο καταστατικός χάρτης της χώρας απαγορεύει κάτι τέτοιο, εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα ενός χρόνου από την τελευταία αναμέτρηση. Κατανοούν, επίσης, ότι μια τεχνητή πτώση της κυβέρνησης, με εικονική απώλεια «της δεδηλωμένης», θα τραυμάτιζε θανάσιμα όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το σύνολο του πολιτικού συστήματος, στο οποίο –πλέον– το κόμμα της Αριστεράς έχει δεσπόζουσα θέση.
Κάλπες θα μπορούσαν να στηθούν μόνο με ξαφνική παραίτηση της κυβέρνησης, αλλά και σε αυτό το ενδεχόμενο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι υποχρεωμένος από το Σύνταγμα να προχωρήσει στην ανάθεση διερευνητικών εντολών κ.ο.κ.
Σε αυτό το στάδιο, δε, με την ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, από τη μια, να αριθμεί 149 βουλευτές και, από την άλλη, με τη θέση αρχής του ΚΚΕ να μη συμπράττει στη δημιουργία οποιουδήποτε σχήματος, θα είναι αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης. Όμως, τότε,θα στηθούν «κάλπες για τις κάλπες» και αυτό θα σημάνει ένα δυσβάσταχτο εκλογικό βάρος για το κόμμα που τις προκάλεσε, μέσα σ’ ένα τόσο σύντομο χρονικά διάστημα. Και αυτό το κόστος δεν είναι, σε καμία περίπτωση, διατεθειμένη να το σηκώσει η κυβέρνηση Τσίπρα.
Παράλληλα, είναι γεγονός ότι σε ολόκληρο τον ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και στις τάξεις των διαφωνούντων με την ακολουθούμενη –από το Μέγαρο Μαξίμου– πολιτική, για «κυβέρνηση Τσίπρα» γίνεται λόγος. Σε απόλυτη ομοφωνία, το σύνολο του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος απορρίπτει τη δημιουργία «οικουμενικών» σχημάτων, με επικεφαλής άλλο πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ, όπως, για παράδειγμα, τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη. Από πλευράς Κουμουνδούρου, μάλιστα, το σχετικό σενάριο εκλαμβάνεται ως δημιούργημα «ακατάσχετης δημοσιογραφικής φαντασίας» και μόνο.
Την ίδια ώρα, ο κ. Τσίπρας και το στενό επιτελείο των συνεργατών του γνωρίζουν ότι η κυβέρνησή τους (αν χρειαστεί) μπορεί να τύχει και της κοινοβουλευτικής συνδρομής και από αλλού. Και όχι μόνο από άλλο κόμμα (όπως το «Ποτάμι», που ακούγεται κατά καιρούς), αλλά και από μεμονωμένους βουλευτές.
«Αν χρειαστεί, θα γίνει…»
Το «Π» είναι σε θέση να γνωρίζει ότι σε πρόσφατη συνάντηση ιδιοκτητών δημοσιογραφικών συγκροτημάτων, ο πλέον προβεβλημένος εκ των εκδοτών είπε επί λέξει: «Από τη στιγμή που αποφασίσουμε εμείς να εξακολουθήσουμε να στηρίζουμε την κυβέρνηση και εκείνη χρειαστεί τη βοήθειά μας, να είναι σίγουρη ότι θα σταθούν στο πλευρό της οι έξι από τους δεκατρείς βουλευτές του ΠΑΣΟΚ».
Από την άλλη, στο Μαξίμου, κρατούν ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος, τόσο επειδή το θεωρούν πιο ανώδυνο από τις εκλογές όσο και διότι είναι πρωτόγνωρο για την Ελλάδα. Όμως, ενθυμούμενοι την παγίδα στην οποία έπεσε ο Γιώργος Παπανδρέου ως πρωθυπουργός με αυτό το θέμα, εμφανίζονται επιφυλακτικοί.
Πάντως, «αν χρειαστεί, θα γίνει», όπως μας είπε εμπιστευτικά πρώην υπουργός που συνομιλεί τακτικά με τον πρωθυπουργό. Συνόδευσε, δε, την πληροφορία, με την εξής επισήμανση: «Πρέπει να γνωρίζετε όλοι ότι, αν μια κυβέρνηση αποφασίσει τη διενέργεια δημοψηφίσματος, το κάνει μόνο γιατί είναι σίγουρη ότι θα το κερδίσει».






