Το σχέδιο του πρωθυπουργού μπροστά στο ενδεχόμενο ευθείας σύγκρουσης με την Τρόικα.
Της Ελλης Τριανταφύλλου
Η ώρα των μεγάλων αποφάσεων φαίνεται ότι πλησιάζει για την κυβέρνηση Σαμαρά, που για πρώτη φορά βρίσκεται ευθέως αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μείζονος πολιτικής αποσταθεροποίησης, αν δεν κατορθώσει να αναχαιτίσει έγκαιρα το νέο κύμα πιέσεων για λήψη πρόσθετων μέτρων. Και αν δεν πρόκειται για έναν ακόμη επικοινωνιακό «γύρο» μεταξύ δανειστών και δανειζομένων, πιθανότατα ετοιμάζεται το κλίμα για την πρώτη πραγματική σύγκρουση, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Ακόμη και εσπευσμένη προσφυγή στις κάλπες – ενδεχόμενο που πάντως το Μαξίμου εξακολουθεί να θεωρεί όχι ιδιαίτερα πιθανό. Στο κλίμα πρέπει να προστεθούν η εύθραυστη κυβερνητική συνοχή, οι συνεχείς τριβές στις σχέσεις της ΝΔ με την ηγεσία του κυβερνητικού εταίρου, αλλά και η υποβόσκουσα κοινωνική ένταση λόγω της παρατεταμένης ύφεσης.
Παρότι η Αθήνα κρατά χαμηλούς τόνους, είναι σαφές ότι οι δυσοίωνες ενδείξεις πληθαίνουν επικίνδυνα. Αποτελεί, μάλιστα, κοινό τόπο στην κυβερνητική παράταξη ότι το διάστημα των επόμενων δύο – τριών μηνών θα είναι καθοριστικό, καθώς θα κριθούν στην πράξη μία σειρά από ζητήματα μείζονος σημασίας, από τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα διαχείρισης του χρέους έως τη Χρυσή Αυγή και την αντοχή της στην προσπάθεια «εξοστρακισμού» της από την πολιτική σκηνή ως «εγκληματική οργάνωση».
Παρά τα παραπάνω, οι τακτικοί συνομιλητές του πρωθυπουργού συνηγορούν σε μία διαπίστωση: ότι ο Αντ. Σαμαράς παραμένει αισιόδοξος για την τελική έκβαση του μπρα ντε φερ με την τρόικα. Ουδείς είναι σε θέση ή επιθυμεί να προσδιορίσει από πού αντλείται αυτή η αισιοδοξία του κ. Σαμαρά, ούτε αν αυτή υποδηλώνει την ύπαρξη ενός «plan B». Αν ισχύει το δεύτερο, τότε το επόμενο διάστημα θα πρέπει να αναμένονται ραγδαίες εξελίξεις…
Το παζλ των εξελίξεων είναι τόσο δύσκολο, που ακόμη και κορυφαία στελέχη της κυβερνητικής παράταξης δεν κρύβουν τη δυσκολία τους να υπεισέλθουν σε συγκεκριμένες προβλέψεις. Ιδιαίτερα τα τελευταία εικοσιτετράωρα, το κλίμα έχει επιβαρυνθεί περαιτέρω, για διάφορους λόγους, καθώς αφενός παρατηρείται σαφής σκλήρυνση της στάσης των δανειστών έναντι της Αθήνας και αφετέρου γίνεται πλέον φανερό ότι η ευχή της Αθήνας για σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία το ταχύτερο δυνατό δεν επιβεβαιώνεται. «Εξελίξεις σε αυτό το επίπεδο πριν από τον Δεκέμβριο δεν θα πρέπει να αναμένουμε», σημειώνουν κυβερνητικοί κύκλοι, παραδεχόμενοι ότι η καθυστέρηση αυτή διατηρεί θολό το τοπίο σχετικά με την ελληνική οικονομία και τις προοπτικές διάσωσής της και ότι οι όποιες αποφάσεις για ελάφρυνση του δημόσιου χρέους δεν θα πρέπει να αναμένονται πριν από τις ευρωεκλογές του Μαΐου. Η προοπτική αυτή δυσχεραίνει σημαντικά τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης που εύλογα πιέζει για αποφάσεις το ταχύτερο δυνατό, προκειμένου να εισέλθει στον στίβο των ευρωεκλογών και των εκλογών για την Αυτοδιοίκηση, έχοντας στη φαρέτρα της τη λύση στο πρόβλημα του χρέους. Η επιδίωξή της αυτή, ωστόσο, προσκρούει στις αντιρρήσεις των περισσότερων χωρών της ευρωζώνης που φοβούνται ότι αν υπάρξει απόφαση για νέα μείωση του ελληνικού χρέους πριν από τις ευρωκάλπες, θα ενισχυθεί σημαντικά η επιχειρηματολογία των ευρωσκεπτικιστών.
Οι απαιτήσεις
Η σκλήρυνση της στάσης των δανειστών επιβεβαιώθηκε από την αιφνίδια απαίτηση της τρόικας για τη λήψη πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων ύψους 2 δισ. ευρώ το 2014, αλλά και από τη μη εφαρμογή της απόφασης για χρονική μετάθεση της λήξης των ομολόγων που κατέχει το Ευρωσύστημα (ANFA’s) που θα κάλυπτε τμήμα του κενού χρηματοδότησης για το προσεχές έτος. Η σφοδρή αντίθεση της ΕΚΤ, τόσο στο θέμα των ANFA’s όσο και στις εναλλακτικές προτάσεις που κατέθεσε η ελληνική κυβέρνηση (και συγκεκριμένα για χρονική μετάθεση αντί της αποπληρωμής των ομολόγων που έχουν λάβει από το 2009 οι τράπεζες στο πλαίσιο του νόμου Αλογοσκούφη για τη στήριξή τους), προοιωνίζεται πρόσθετες δυσκολίες για την κυβέρνηση. Οι δύο δρόμοι που απομένουν για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού (νέο πρόγραμμα ή επέκταση του υφιστάμενου) ισοδυναμεί με νέο μνημόνιο. «Νέο μνημόνιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό» σημειώνουν τακτικοί συνομιλητές του πρωθυπουργού, απηχώντας τη θέση του κ. Σαμαρά. Οι ίδιοι κύκλοι δεν κρύβουν τη δυσαρέσκειά τους για τη στάση των πιστωτών και αφήνουν να εννοηθεί ότι είναι δική τους ευθύνη πλέον να αναζητήσουν τρόπους αναπλήρωσης των ANFA’s. Προσθέτουν, μάλιστα, ότι το ποσό είναι τόσο χαμηλό, περί τα 11 δισ. ευρώ, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογεί το αίτημα για ένα νέο δάνειο και μαζί ένα νέο μνημόνιο.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, κ. Αντ. Σαμαράς, έσπευσε να διαμηνύσει στους δανειστές μέσω του επικεφαλής του Euroworking Group, Τόμας Βίζερ, ότι η κυβέρνησή του δεν πρόκειται να αποδεχθεί νέο πακέτο μέτρων, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε την πλήρη αποσταθεροποίηση. «Δεν είναι δυνατόν να προκρίνονται λογιστικές λογικές ούτε να υπαναχωρούν από προηγούμενες δεσμεύσεις, όταν η Αθήνα υλοποιεί τις συμφωνίες της μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες» σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη. Παράλληλα, δεν κρύβουν τον προβληματισμό και την ενόχλησή τους για τη στροφή της τρόικας, η οποία μόλις τον περασμένο Ιούλιο είχε συμφωνήσει ότι δεν απαιτούνται νέα μέτρα, όταν μάλιστα στο μεσοδιάστημα όχι μόνον δεν υπήρξε επιδείνωση των δεδομένων αλλά, αντιθέτως, τα δημοσιονομικά μεγέθη βελτιώθηκαν.
Πολιτικό ρεπορτάζ από το ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ που κυκλοφορεί.






