Του Φώτη Σιούμπουρα
Γιατί θα έπρεπε να επισκεφθεί ο πρωθυπουργός το Βερολίνο για να συνειδητοποιήσουν ορισμένοι στη χώρα μας ότι μια μετωπική σύγκρουση με μία –είτε μας αρέσει είτε όχι– ηγέτιδα δύναμη της Ευρώπης δεν οδηγεί πουθενά; Γιατί θα έπρεπε ο Αλέξης Τσίπρας να φτάσει στο σημείο και να καταγράψει σε επιστολή του προς την Άνγκελα Μέρκελ την τραγική θέση στην οποία έχει περιέλθει η οικονομία μας για να αντιληφθούν όλοι, με πρώτους τους κυβερνώντες, ότι η οριακή κατάσταση που βρισκόμαστε δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο; Γιατί θα έπρεπε να περάσουν περίπου δύο μήνες κυβερνητικής… απραξίας, αλλά έντονης «επαναστατικής εξάσκησης», για να φτάσουμε στη σημερινή realpolitik;
Εν πάση περιπτώσει, έστω και με καθυστέρηση, η προσγείωση στην πραγματικότητα, η αποδοχή από τον Αλέξη Τσίπρα της συμβολής του προηγούμενου προγράμματος προσαρμογής στη δημοσιονομική εξυγίανση και η ανάγκη συνέχισης, με πιο εντατικό ρυθμό, μάλιστα, των μεταρρυθμίσεων με αλλαγή στο μείγμα τους, ήταν το ουσιαστικό συμπέρασμα και συνάμα αποτέλεσμα της συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τη Γερμανίδα καγκελάριο. Το να καταφέρει η νέα κυβέρνηση να κάνει μέσα σε δύο μήνες πλήρη στροφή στον ρεαλισμό είναι αξιοθαύμαστο και αξιέπαινο για εκείνους τους πολίτες που θεωρούσαν ότι η αλλαγή πορείας και η προσγείωση στην πραγματικότητα αποτελούσε μονόδρομο για τον ΣΥΡΙΖΑ – άλλο αν προκαλεί έκπληξη στους αριστερούς ψηφοφόρους του κόμματος.
Βέβαια, η επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Βερολίνο φαίνεται ότι βοήθησε να λιώσουν οι πάγοι στις σχέσεις των δύο χωρών και να αντικατασταθεί η στρατηγική της έντασης που είχε επικρατήσει τις προηγούμενες εβδομάδες από μια πολιτική αλληλοκατανόησης και ειρηνικής συνύπαρξης στο πλαίσιο των κανόνων της ευρωζώνης. Όμως, η κυβέρνηση, μετά από αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις της, θα πρέπει επιτέλους να ακολουθήσει μία σταθερή γραμμή. Να προχωρήσει,εδώ και τώρα, σε ένα τολμηρό, όπως υπόσχεται, πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και περικοπών για να κλείσει γρήγορα το δημοσιονομικό κενό που άφησε πίσω του το τελευταίο τετράμηνο προεκλογικής ακινησίας και κυβερνητικής αφασίας.
Ο κ. Τσίπρας,όμως, θα πρέπει να αναλάβει και την ευθύνη να μιλήσει στους πολίτες και στους βουλευτές του κόμματός του για τον μακρύ και δύσβατο δρόμο που έχουν μπροστά τους η κυβέρνηση και η χώρα. Χωρίς ωραιοποιήσεις και υποσχέσεις που δεν μπορούν να τηρηθούν.Και, πάνω απ’όλα, θα πρέπει να αποφύγει τη διγλωσσία.Δεν μπορεί να μιλάει αλλιώς όταν απευθύνεται στο εσωτερικό και αλλιώς σε ξένους ηγέτες. Πριν από λίγες ημέρες, ο Αλέξης Τσίπρας διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα δεν έχει πρόβλημα ρευστότητας και μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της.
Όμως, λίγες μέρες νωρίτερα, είχε στείλει τη γνωστή επιστολή, στην οποία έλεγε τα ακριβώς αντίθετα.Η αλήθεια είναι απλή και επώδυνη. Η χώρα δεν είναι σε θέση να πληρώσει τους ξένους πιστωτές της χωρίς ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια, δηλαδή νέα δάνεια. Για να γίνει,όμως, αυτό θα χρειαστεί να λάβει και νέα και σκληρά μέτρα, όπως, δηλαδή, και οι προηγούμενοι. Όμως, ο πρωθυπουργός επιβάλλεται να πει όλη την αλήθεια χωρίς φτιασιδώματα. Και, κυρίως, να πείσει τους δικούς του βουλευτές να ψηφίσουν τα όποια επώδυνα μέτρα. Το πρόβλημα, βέβαια, με τους συνεταίρους στο εσωτερικό του κόμματός του παραμένει και μάλλον θα γιγαντωθεί.
Υπάρχουν εκείνα τα πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που δεν δέχονται ακόμα περισσότερες (από όσες έχουν, ήδη, γίνει) εκπτώσεις από όσα το κόμμα τους προεκλογικά υποσχόταν. Υπάρχουν και οι κυβερνητικοί εταίροι που ονειρεύονται… Κούγκια. Σε όλους αυτούς μάλλον δεν θα ήχησαν καλά στ’ αφτιά τους εκφράσεις, όπως «το κατοχικό δάνειο και οι επανορθώσεις είναι πρωτίστως ηθικό θέμα», «παρεξήγηση η κατάσχεση του Γκαίτε», «δεν μας φταίνε για όλα οι ξένοι», «να μην γκρεμίσουμε ό,τι θετικό έγινε», κ.α.
Και προφανώς, δεν θα τους αρέσουν και όσα πρόκειται να συμβούν. Η εφαρμογή, δηλαδή, των ισοδύναμων μέτρων που θα αντικαταστήσουν όσα περιλαμβάνονται στο προηγούμενο πρόγραμμα.Όσο πιο γρήγορα, όμως, αντιμετωπίσει την πραγματικότητα,τόσο πιο γρήγορα η χώρα θα βγει στην ανάπτυξη. Οι πρωτοβουλίες που προανήγγειλε στο Βερολίνο ο κ. Τσίπρας επείγει να υλοποιηθούν το συντομότερο δυνατόν, ώστε να καμφθούν οι αντιδράσεις όσων επιμένουν να θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν έχει τη βούληση να προχωρήσει σε όσα έχει ήδη συμφωνήσει. Ο χρόνος πιέζει και ο πρωθυπουργός, μετά και την επίσκεψή του στο Βερολίνο, έχει πλέον σαφή εικόνα και των επιδιώξεων των εταίρων μας, αλλά και των ορίων αντοχής της οικονομίας. Με καθυστέρηση στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και με αοριστίες,δεν υπάρχει σωτηρία, όσες επισκέψεις και αν κάνει στο Βερολίνο.
*Άρθρο από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας το «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 28 Μαρτίου 2015.





