«Πήγαμε στου Καρουσάκη εκείνο το βράδυ. Κι έφτασα εδώ πέρα που έφτασα», έγραφε ο Κοεμτζής στην αυτοβιογραφία του. Ο Νίκος Κοεμτζής γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1938 και ήταν ένας «φτωχοδιάβολος» από την Πιερία.
Κυνηγημένος αριστερός με ΕΑΜίτες γονείς, έκανε διάφορες δουλειές στην ζωή του. Από συκέμπορος μέχρι σταβλίτης στον Ιππόδρομο – σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα-, δεν άργησε να τσαλαβουτήξει στην γκρίζα ζώνη της παραβατικότητας και μπαίνει για πρώτη φορά φυλακή το 1967-68.
Το Φεβρουάριο του 1973 μόλις είχε αποφυλακιστεί, μετά από καταδίκη για κλοπή. Λίγες μέρες μετά πάει στη «Νεράιδα» με τον μικρότερο αδερφό του Δημοσθένη και την παρέα τους να διασκεδάσουν στο αποκριάτικο πάρτι, αλλά η βραδιά τους πήρε αναπάντεχη τροπή. Όλα ξεκίνησαν, όταν ο αδελφός του Νίκου Κοεμτζή, Δημοσθένης, έκανε μια παραγγελιά, για να χορέψει πάνω στην πίστα μόνος του, όπως όριζαν τα ήθη της νύχτας…

«Άγραφος νόμος» τότε στα μαγαζιά αυτά ήταν ότι στην παραγγελιά χορεύει μόνο αυτός που την έκανε. Τρεις ασφαλίτες, όμως, που βρίσκονταν στο μαγαζί -και ξέρανε πολύ καλά τίνος ο αδερφός χορεύει- σηκώθηκαν και χόρευαν γύρω του. Ο Κοεμτζής θόλωσε, σηκώθηκε για να υπερασπιστεί την τιμή του αδελφού του και κάπως έτσι ξεκίνησε το μακελειό.
Ο απολογισμός, 3 νεκροί αστυνομικοί, ο Εμμανουήλ Χριστοδουλάκης, ο Δημήτρης Πεγιάς και ο Ιωάννης Κούρτης, 7 τραυματίες και μια καταδίκη 3 φορές σε θάνατο και 8 φορές ισόβια για τον ίδιο, για ανθρωποκτονίες από πρόθεση.
Μέσα στη φυλακή αρχίζει να διαβάζει και να μαθαίνει να γράφει. Ο Νίκος Κοεμτζής ξεκίνησε –με τα λιγοστά γράμματα που ήξερε- να γράφει την αυτοβιογραφία του για να δώσει υλικό στον δικηγόρο του για την υπεράσπισή του στο δικαστήριο.
Έγραψε τη ζωή του σε βιβλίο – «Το μακρύ ζεϊμπέκικο».
Μια ζωή που θυμίζει Όλιβερ Τουίστ…
Ο Διονύσης Σαββόπουλος διάβασε το βιβλίο και το έφτιαξε τραγούδι. Ο Παύλος Τάσιος άκουσε το τραγούδι και κινηματογραφεί το φονικό εκείνης της αποφράδας μέρας σε μια ταινία με τον τίτλο «παραγγελιά». Μια εισπρακτική επιτυχία που δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τα πραγματικά γεγονότα, μια και ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει τους σκοπούς του: «Είμαι μαζί του στο βαθμό που δεν τον αφήνουν να εκφραστεί ελεύθερα και επαναστατεί η καταπιεσμένη του φύση».
Ο Τύπος της εποχής τον χαρακτήρισε κτήνος και συχνά αναφερόταν σε εγκληματίες ως κοεμτζήδες.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Νίκος Κοεμτζής τα πέρασε στο Μοναστηράκι. Το κέντρο της Αθήνας έγινε το σπίτι και ο χώρος… εργασίας του. Θησείο, Μοναστηράκι, Σύνταγμα… Τον συναντούσε κανείς στην είσοδο της Ευελπίδων ή στους πεζόδρομους του ιστορικού κέντρου όπου έστηνε το τραπεζάκι του και καθόταν για να πουλήσει το βιβλίο της αυτοβιογραφίας του στους περαστικούς. Με ένα στυλό bic στο χέρι, καθόταν στην οδό Αδριανού και έγραφε μηνύματα στην πρώτη σελίδα των βιβλίων του, «Στον φίλο μου και μάγκα…».
Ο θάνατος του ήρθε ξαφνικά μια Παρασκευή. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 στο Μοναστηράκι, σε ηλικία 74 ετών. Ο θάνατος του προήλθε από έμφραγμα, την ώρα που πουλούσε βιβλία στο τραπεζάκι του. Οι διασώστες του ΕΚΑΒ έφτασαν με μοτοσικλέτες για να γλιτώσουν χρόνο στην κίνηση του κέντρου, ειδοποίησαν ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει στην Πολυκλινική. Οι γιατροί προσπάθησαν να τον κρατήσουν στη ζωή, αλλά δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την ανακοπή.
Μια παραγγελιά και ένα μακρύ ζεϊμπέκικο που δεν χόρεψε ποτέ, άλλαξαν το ρου της ιστορίας του. Το στιλέτο του δίχασε την Ελλάδα. Σε αυτούς που θεωρούσαν πως το φρικτό μακελειό για την «παραγγελιά» του ήταν αδικαιολόγητο. Και σε εκείνους που μπήκαν για λίγο στη θέση του θύτη και θεωρούσαν το μακελειό του ως αντίδραση ενός κοινωνικά απελπισμένου, προσωποποίηση του… η βία φέρνει βία.













