του Γεώργιου Ι. Καφύρα*
Οι δύο κυβερνητικοί εταίροι, ενόψει των περιφερειακών εκλογών και κυρίως των ευρωεκλογών, θέτουν στους ψηφοφόρους ζήτημα πολιτικής σταθερότητας της χώρας εν περιπτώσει που τα εκλογικά ποσοστά τους αποτιμώμενα υπολείπονται αυτών που είχαν αποσπάσει στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και δυνάμει των οποίων σχημάτισαν κυβέρνηση και κυβερνούν και νομοθετούν μέχρι σήμερα, ωσάν το εκλογικό αποτέλεσμα και οι εκλογές -«τακτικές» δη από άποψη χρόνου διενέργειάς τους- να είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης της πολιτικής ζωής.
Είναι προφανές ότι ισχύει το αντίθετο. Οι δημοκρατικές εκλογές είναι ο θεμέλιος λίθος της πολιτικής σταθερότητας, η φυσική διέξοδος στα φαινομενικά αδιέξοδα και ο ανατροφοδότης της δημοκρατικής λειτουργίας, καθώς και η βαλβίδα εκτόνωσης της κοινωνικής έντασης που συσσωρεύεται όταν το εκλογικό σώμα υφίσταται πολιτικές που βάλλουν εναντίον ζωτικών του συμφερόντων και αφίστανται της πλειοψηφίας της λαϊκής βούλησης.
Οι εκλογές είναι το οξυγόνο της δημοκρατίας, ο δε σεβασμός στα αποτελέσματά τους και η ορθή ανάγνωση του πολιτικού μηνύματος που «κρύβουν», εξασφαλίζει την πολυπόθητη πολιτική σταθερότητα. Η εναλλαγή κυβερνήσεων ως επακόλουθο που συντελείται, όταν ενίοτε διαπιστώνεται έλλειψη ή έλλειμμα κυβερνητικής σταθερότητας, που για να αποκατασταθεί απαιτείται η ανάδειξη νέας κυβέρνησης από την υπάρχουσα Βουλή είτε σε περίπτωση αδυναμίας της, από άλλη που θα προκύψει κατόπιν εκλογών, αποτελεί υγιές στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας και όχι ασθένεια του πολιτικού συστήματος ή διακινδύνευση της σταθερότητάς του.
Αυτό βεβαίως το γνωρίζουν όλοι και βεβαίως και η κυβέρνηση, η οποία όταν ομιλεί για πολιτική σταθερότητα προφανώς υπονοεί κυβερνητική σταθερότητα, ήτοι μακροημέρευση του κυβερνητικού σχήματος ως φορέα υλοποίησης των μνημονιακών πολιτικών. Όμως η κυβερνητική σταθερότητα, ποτέ δεν ήταν απαραίτητος όρος ή προαπαιτούμενο της πολιτικής σταθερότητας, γιατί τότε κάθε κυβέρνηση –ως μοναδικός εκφραστής της πολιτικής σταθερότητας- θα ήταν ισόβια, πράγμα που αντιφάσκει στη λογική του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Την κυβέρνηση μπορεί να την ενδιαφέρει η σταθερότητά της, όμως τη δημοκρατία και την χώρα την ενδιαφέρει η πολιτική της σταθερότητα, στο βωμό της οποίας πρέπει να θυσιάζεται κάθε υφιστάμενη μέχρι τότε κυβερνητική πλειοψηφία είτε εφόσον έληξε χρονικά ο συνταγματικά ορισμένος κοινοβουλευτικός της βίος, είτε εφόσον διαπιστώνεται ότι η εξουσία της τυγχάνει πλέον ανομιμοποίητη από το λαό ως ασκούμενη ενάντια στη λαϊκή βούληση και τη λαϊκή κυριαρχία, όπως αυτή εκφράζεται και αποτυπώνεται σε εκλογικά αποτελέσματα ή συνάγεται εν τοις πράγμασι ως τέτοια σε περιπτώσεις μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων.
Και εάν μιλάμε για βουλευτικές εκλογές αυτό είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο. Εάν όμως μιλάμε για περιφερειακές εκλογές ή ευρωεκλογές, αυτή η διαδικασία δεν είναι αυτόματη, ούτε αυτονόητη, καθόσον το εκλογικό σώμα δεν κρίνει, ούτε αξιολογεί ευθέως την κυβέρνηση, αφού η ψήφος του προορίζεται να αναδείξει αυτοδιοικητικές αρχές και ευρωβουλευτές.
Όμως κι αυτοί οι τελευταίοι δεν παύουν να συνδέονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με κόμματα, είτε της συμπολίτευσης είτε της αντιπολίτευσης, τα οποία στηρίζουν τις υποψηφιότητές τους, προκειμένου με την ανάδειξή τους να προωθήσουν την πολιτική τους ατζέντα και να εξυπηρετήσουν με τη δράση τους από τις θέσεις στις οποίες θα εκλεγούν, την υλοποίηση των πολιτικών τους.
Αυτόν τον ομφάλιο λώρο –μεταξύ υποψηφίων δημάρχων, περιφερειαρχών και ευρωβουλευτών από τη μία μεριά, και κομμάτων από την άλλη- κανείς δεν μπορεί να τον διαρρήξει και ως εκ τούτου, οι πολίτες κρίνουν συνολικά με την ψήφο τους, και τις επιλογές και επιδόσεις των κομμάτων της κυβέρνησης και των αντιπολιτευόμενων αυτήν, και τα πρόσωπα που αυτοί (κόμματα συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης) προτείνουν, είτε αυτά κατέρχονται στις εκλογές συντεταγμένα (με τη σημαία του κόμματος), είτε κεκαλυμμένα με τη λεοντή του ανεξάρτητου.
Τελικά, είτε το θέλουμε, είτε όχι, κάθε εκλογική αναμέτρηση αποτελεί πολιτικό βαρόμετρο και έχει δημοψηφισματικό χαρακτήρα. Πολύ περισσότερο, όταν οι κυβερνητικοί εταίροι και οι υποστηριζόμενοι από αυτούς υποψήφιοι ευρωβουλευτές υπεραμύνονται των στρατηγικών επιλογών τους και υπερασπίζονται την ακολουθούμενη εκ μέρους τους πολιτικοοικονομική βίβλο ως μόνη οδό σωτηρίας της χώρας, επικοινωνώντας προς το εκλογικό σώμα μόνο κάποιους βελτιωμένους οικονομικούς δείκτες, συνεπικουρούμενους από την καλλιέργεια της ελπίδας για ανάπτυξη γενικά και αόριστα, και υποβαθμίζοντας ή αποσιωπώντας τον οδυνηρό τρόπο με τον οποίο αυτοί (οικονομικοί δείκτες) επιτεύχθηκαν και τις ολέθριες πολυεπίπεδες συνέπειές τους για την ελληνική κοινωνία.
Ως εκ τούτου η κυβερνητική σταθερότητα θα διέλθει αναγκαστικά από τις συμπληγάδες των επικείμενων εκλογών. Η πολιτική σταθερότητα θα τορπιλιστεί μόνο εάν οι κυβερνητικοί εταίροι αποστρέψουν τους οφθαλμούς τους από τα εκλογικά αποτελέσματα, ωσάν αυτά να μην τους αφορούν και όχι από τα αποτελέσματα αυτά καθεαυτά της ψηφοφορίας –είτε θετικά είτε αρνητικά γιαυτούς.
Οπότε κάθε εκλογέας πρέπει να μείνει απερίσπαστος από αυτό το ψευδοδίλημμα όταν προσέλθει στις κάλπες για να ψηφίσει, καθόσον η δημοκρατία μας και η πολιτική μας σταθερότητα δεν απειλείται ούτε από την εκλογική διαδικασία, ούτε από τα αποτελέσματα των εκλογών, ούτε από την έλλειψη κυβερνητικής σταθερότητας.
Η πολιτική μας σταθερότητα κινδυνεύει από την έλλειψη σεβασμού στο Σύνταγμα, στους θεσμούς και τους ψηφοφόρους. Κινδυνεύει από εξωθεσμικούς παράγοντες –ντόπιους και ξένους- που «φυτεύουν» πρωθυπουργούς και κυβερνήσεις, υποκαθιστώντας τη λαϊκή βούληση και νοθεύοντας τη λαϊκή κυριαρχία, κατά παράβαση του 1ου άρθρου του Συντάγματός μας.
Οπότε, εάν επιθυμεί η κυβέρνηση να επιστήσει την προσοχή του εκλογικού σώματος στη διαφύλαξη της πολιτικής σταθερότητας της χώρας, οφείλει να εκθέτει το κατά την άποψή της κρίσιμο διακύβευμα των εκλογών στις πραγματικές του διαστάσεις και να μην θέτει έωλα, εκβιαστικά και εκφοβιστικά ψευδοδιλήμματα, που υποκρύπτουν ψηφοθηρική διάθεση και δεν εξυπηρετούν τίποτ’ άλλο παρά μόνο μικροκομματικά συμφέροντα και σκοπιμότητες.
*Ο Γεώργιος Ι. Καφύρας είναι δικηγόρος και υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος κεντρικού τομέα Αττικής με το συνδυασμό «ΑΤΤΙΚΗ- ΣΥΜΜΕΤΟΧΟΙ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ- ΠΑΥΛΟΣ ΧΑΪΚΑΛΗΣ»






