Γράφει ο Γιάννης Σπ. Παργινός
Σε έκτακτη συνεδρίαση συγκάλεσε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ, ο πρόεδρός της Γιώργος Πατούλης.
Κεντρικό θέμα είναι οι κινητοποιήσεις των ΟΤΑ απέναντι στην κίνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, στη δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
Η ΚΕΔΕ καλεί την κυβέρνηση να ακυρώσει την απόφασή της να δεσμεύσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τα χρήματα των Δήμων, προαναγγέλλει δυναμικές κινητοποιήσεις και άμεση προσφυγή στο ΣτΕ για την ακύρωση της απόφασης.
Ενόψει της έκτακτης συνεδρίασης της ΚΕΔΕ, ο δήμαρχος, Γιώργος Καμίνης, εκφράζει την έντονη αντίθεσή του και τονίζει ότι ο δήμος Αθηναίων θα εισηγηθεί να μην εφαρμοστεί η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, «ως προδήλως αντισυνταγματική, καθώς παραβιάζει βάναυσα την αυτοτέλεια των ΟΤΑ». Ο κ. Καμίνης υπογραμμίζει ότι τέτοιου είδους αιφνιδιαστικές ενέργειες δημιουργούν εικόνα θεσμικής διάλυσης και στην ουσία αναστέλλουν τη λειτουργία των δήμων.
Εκτός από την ΚΕΔΕ…, και η Ένωση Περιφερειών Ελλάδας (ΕΝΠΕ) συγκαλεί, επίσης, στη 1 το μεσημέρι έκτακτο Διοικητικό Συμβούλιο με αφορμή την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, το περιεχόμενο της οποίας κατήγγειλε με δήλωσή του ο πρόεδρος της Ένωσης και περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός.
Η μακροσκελής δήλωση του προέδρου της ΚΕΔΕ, Γιώργου Πατούλη είναι η παρακάτω :
«H προώθηση από την πλευρά της Κυβέρνησης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που θα δεσμεύει υποχρεωτικά τα ταμειακά διαθέσιμα των Δήμων στην Τράπεζα της Ελλάδος, είναι μια πολιτικά και θεσμικά απαράδεκτη απόφαση, που μας πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω.
- Πλήττει ευθέως την ανεξαρτησία του θεσμού. Καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε μέχρι σήμερα να αγγίξει τα χρήματα των Δήμων.
- Ανατρέπει τον προγραμματισμό των Δήμων, αφού χωρίς χρήματα δεν μπορεί να γίνει κανένας προγραμματισμός έργων και παρεμβάσεων.
- Θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση της ομαλής λειτουργίας των υπηρεσιών μας. Πως θα μπορέσουμε χωρίς χρήματα να αγοράσουμε καύσιμα για τα απορριμματοφόρα μας, να λειτουργήσουμε τους παιδικούς μας σταθμούς, να προμηθευτούμε αναλώσιμα για τη λειτουργία των κοινωνικών μας δομών και υπηρεσιών;
- Αμφισβητεί τη δυνατότητά μας να ανταποκριθούμε στη μισθοδοσία του προσωπικού μας, σε βάθος μηνών.
Η Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού πρωταγωνιστεί στην Εθνική Προσπάθεια
Η Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού αντιλαμβάνεται περισσότερο από τους εμπνευστές τέτοιου είδους Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου την κρισιμότητα των στιγμών.
Συμμετέχουμε όλα αυτά τα χρόνια με πράξεις, κι όχι με λόγια ή δημιουργικές ασάφειες, στην εθνική προσπάθεια για να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες που μας οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα.
Είμαστε ο θεσμός που έχει συμβάλλει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τα τελευταία χρόνια , στην προσπάθεια του Κράτους να περιορίσει τις δαπάνες του.
Για το λόγο αυτό η επίκληση των τεράστιων δημοσιονομικών προβλημάτων και της έλλειψης ρευστότητας που αντιμετωπίζει το Δημόσιο, δεν μπορεί να αποτελέσει για την περίπτωση μας επαρκή δικαιολογία για να μας δεσμεύονται τα ταμειακά διαθέσιμα που διατηρούμε. Αντίθετα, λειτουργεί ως επιβεβαίωση της ανικανότητας του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου να βρει βιώσιμη λύση στο πρόβλημα.
Η Κυβέρνηση οφείλει να γνωρίζει ότι η Αυτοδιοίκηση όλα τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη του μεγάλου εθνικού στόχου για δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος. Και αυτό δεν το λέμε εμείς, το λένε τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών. Το 2015, οι ΟΤΑ Α’ Βαθμού είναι αυτοί που σηκώνουν το κύριο βάρος της επίτευξης του «εθνικού στόχου» για δημιουργία δημοσιονομικού πλεονάσματος, αφού σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο σχέδιο του προϋπολογισμού, θα προσφέρουμε 863 εκατ. € πλεόνασμα, όταν η υπόλοιπη γενική κυβέρνηση υπολογίζεται ότι θα παρουσιάσει έλλειμμα ύψους 1.323 εκατ. €.
Η δέσμευση τους λοιπόν είναι μια κίνηση αποσπασματικού χαρακτήρα, που δεν λύνει με μόνιμο τρόπο και μακροπρόθεσμα τις αιτίες που μας οδήγησαν στη σημερινή κρίση ρευστότητας.
Δημιουργεί μεγαλύτερα αδιέξοδα η δέσμευση των χρημάτων των Δήμων
Η δέσμευση των ταμειακών μας διαθεσίμων είναι μια λανθασμένη πολιτική απόφαση που αποδεικνύει ότι οι μέχρι σήμερα επιλογές του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου δημιουργούν αδιέξοδα που δύσκολα θα ξεπεραστούν, τις συνέπειες των οποίων όμως θα πληρώσουμε ακριβά όλοι μας. Από την σκληρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές μέχρι τη δέσμευση των ταμειακών διαθεσίμων των Δήμων, η απόσταση είναι μεγάλη.
Για τους παραπάνω λόγους:
- Ξεκαθαρίζουμε ότι πλέον ως θεσμός δεν μπορούμε να σηκώσουμε άλλα βάρη. Η Αυτοδιοίκηση πλήρωσε και με το παραπάνω «το μερίδιο της στο λογαριασμό» της δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας. Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα της χώρας στηρίχθηκαν στα πλεονάσματα των Δήμων κι όχι στα ελλείμματα που εξακολουθεί να παράγει η κεντρική κυβέρνηση.
- Καλούμε την Κυβέρνηση να ακυρώσει την απόφασή της να δεσμεύσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τα χρήματα των Δήμων.
- Σε διαφορετική περίπτωση, η Κ.Ε.Δ.Ε. θα προχωρήσει σε δυναμικές κινητοποιήσεις, δημιουργώντας έναν ισχυρό μέτωπο αντίστασης Δήμων κι εργαζομένων στους Ο.Τ.Α., στις απαράδεκτες κυβερνητικές μεθοδεύσεις.
- Θα προσφύγουμε άμεσα στο ΣτΕ για να ακυρώσουμε δικαστικά την θεσμικά απαράδεκτη απόφαση του οικονομικού επιτελείου της Κυβέρνησης .
- Παράλληλα, συγκαλείται αύριο Τρίτη 21 Απριλίου, στις 13.00 έκτακτο Δ.Σ. της Κ.Ε.Δ.Ε., στο οποίο θα προσκληθούν οι Πρόεδροι όλων των Π.Ε.Δ., για να καθοριστεί το πλάνο των κινητοποιήσεων της Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού.
Ακολουθεί η δήλωση του προέδρου της ΕΝΠΕ, Κώστα Αγοραστού :
«Σήμερα ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση του, αποφάσισε και διέταξε με πράξη νομοθετικού περιεχομένου τις περιφέρειες και τους δήμους της χώρας, να μεταφέρουν όλα τα ταμειακά τους διαθέσιμα, δηλαδή τα χρήματα που έχουν για τη λειτουργία τους, τα έργα και κάθε άλλη πληρωμή χρήματα στην Τράπεζα της Ελλάδας.
Πρόκειται για μια κίνηση δημοσιονομικού πανικού που δημιουργεί συνθήκες “παύσης πληρωμών” με κίνδυνο να σταματήσουν τα έργα (δρόμοι, νοσοκομεία, σχολεία, επενδύσεις καθώς και τους εργαζόμενους σε αυτά…). Η μισθοδοσία του συνόλου των υπαλλήλων και των εργαζομένων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στις Περιφέρειες και τους Δήμους της χώρας, ύστερα από τη δραματική σημερινή εξέλιξη και χωρίς ευθύνη των περιφερειών και των δήμων, καλύπτεται μόνον για 15 ημέρες»






