Την κατάργηση από την επίσημη λίστα των ασθενειών πέντε ψυχικών διαταραχών που υποτίθεται ότι συνδέονται με την ομοφυλοφιλία, ζήτησε ο ΠΟΥ βασιζόμενος σε βιβλιογραφία των τελευταίων ετών.
Οι προτάσεις της επιτροπής, οι οποίες θα πρέπει τώρα να εξεταστούν και να εγκριθούν από τον ΠΟΥ πριν εφαρμοστούν, αφορούν τη Διεθνή Ταξινόμηση των Νοσημάτων (ICD), το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο διαγνωστικό εγχειρίδιο, το οποίο χρησιμοποιείται στις περίπου 170 χώρες-μέλη του ΠΟΥ.
Σύμφωνα με τις νέες συστάσεις, «διαταραχή σεξουαλικής ωρίμανσης» που φέρει τον κωδικό F66.0 του ICD, θα πρέπει να καταργηθεί και τα άτομα που έχουν διαγνωστεί ότι πάσχουν από αυτήν, θα πρέπει απλά να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς με άγχος ή κατάθλιψη. Η διαταραχή αυτή θεωρείται ότι αφορά άτομα που υποφέρουν από άγχος ή κατάθλιψη λόγω αβεβαιότητας για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.
Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύσει και για τις υπόλοιπες τέσσερις διαταραχές του ICD που συνδέονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, προτείνει η επιτροπή στην έκθεσή της.
«Δεν δικαιολογείται από άποψη κλινικής πράξης, δημόσιας υγείας ή έρευνας να υπάρχει διαγνωστική ταξινόμηση που βασίζεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό» γράφει η επιτροπή στην έκθεσή της.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του «Science», οι εν λόγω ασθένειες θα πρέπει να καταργηθούν όχι μόνο επειδή δεν έχουν επιστημονική βάση και κλινική χρησιμότητα, αλλά και επειδή είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο κώδικας F66.0, για παράδειγμα, βασίστηκε στην ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ, στην οποία η ομοφυλοφιλία θεωρείται «ανώριμη» φάση της σεξουαλικής ανάπτυξης. Όμως, η επιστημονική βιβλιογραφία των τελευταίων δεκαετιών δεν δίνει στήριξη στη «γραμμική» σεξουαλική ανάπτυξη που περιέγραψε ο Φρόιντ, και επομένως θα ήταν άστοχο να χαρακτηριστεί ψυχικά ασθενής ένας νέος που νιώθει αντικρουόμενες σεξουαλικές επιθυμίες, ή μια γυναίκα που αντιλαμβάνεται έπειτα από χρόνια γάμου ότι έλκεται από γυναίκες.
Η διάγνωση της ομοφυλοφιλίας ως ασθένειας εξαλείφθηκε εξάλλου από το ICD τo 1990, ενώ η Αμερικανική Ένωση Ψυχιατρικής την αφαίρεσε από το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM) το 1970.






