Η χώρα βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι επισημαίνει σε έκθεσή της η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας και προειδοποιεί για την ανάγκη λήψης μέτρων προκειμένου η Ελλάδα να μη βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένη κοινωνική κρίση.
Μία στις τέσσερις θέσεις εργασίας χάθηκε στην αρχή της κρίσης, όπως σημειώνεται στη μελέτη της ΔΟΕ, η οποία παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση στο Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα.
Το αποτέλεσμα που προέκυψε είναι το 70%, από το σύνολο των σχεδόν 1,3 εκατομμυρίων ανέργων, να είναι χωρίς δουλειά για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους και αρκετοί, για δύο έτη ή και περισσότερο.
Μέσα σε πέντε χρόνια έχει υπερδιπλασιαστεί ο αριθμός των Ελλήνων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας. Το 2013 το ποσοστό αυτό ξεπερνούσε το 44%, ενώ το 2008 μετά βίας, υπερέβαινε το 20%.
Όπως υποστηρίζει η οργάνωση, ακόμη και αν ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης, είναι 2% απαιτούνται δεκατρία χρόνια για να επανέλθει η ελληνική οικονομία στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την κρίση.
Το 2034 θα μπορέσει να επανέλθει η αγορά εργασίας, στα επίπεδα του 2008, αντίστοιχα, και με τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της απασχόλησης του 1,3%.
Να ανασχεθεί η πολιτική των μειώσεων των μισθών και να ληφθούν επείγοντα μέτρα για τη στήριξη των θέσεων εργασίας και των επιχειρήσεων, ζητά η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, μετά από συμφωνία κυβέρνησης, εργοδοτών και εργαζομένων.
Την εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας προτείνει μεσοπρόθεσμα η ΔΟΕ και δηλώνει πρόθυμη να συνεργαστεί με την ελληνική κυβέρνηση και τους κοινωνικούς εταίρους, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η στρατηγική αυτή «βασίζεται σε μία ανάλυση των βέλτιστων διεθνών πρακτικών, προσαρμοσμένων στη συγκεκριμένη κατάσταση της Ελλάδας, ενώ καλύπτει τόσο μέτρα εκτάκτου ανάγκης όσο και πιο μακρόπνοες βιώσιμες δράσεις» όπως αναφέρει η έκθεση.
Την εγγύηση ενεργοποίησης όλων των νέων σε αναζήτηση εργασίας και των πλέον ευπαθών ομάδων, την δημιουργία επιχειρήσεων «κοινωνικής οικονομίας» ως οδών δημιουργίας θέσεων εργασίας, την βελτιωμένη πρόσβαση σε πιστώσεις για τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς και μια επανεξέταση του ρυθμού και του μείγματος πολιτικών δημοσιονομικής εξυγίανσης ώστε να μην υπονομεύονται οι προσπάθειες ανάκαμψης, περιλαμβάνουν τα μέτρα έκτακτου ανάγκης.
Μακροπρόθεσμα, η μελέτη προάγει την υιοθέτηση μέτρων όπως η διεύρυνση της οικονομικής βάσης με διευκόλυνση της επέκτασης των βιώσιμων επιχειρήσεων, ενίσχυση των δεσμών μεταξύ τουρισμού και αγρο-τροφιμικού τομέα και προαγωγή των επενδύσεων που ενισχύουν την απασχόληση.
Θεωρεί αναγκαία την καταπολέμηση της αδήλωτης και της φτωχά αμειβόμενης εργασίας μέσω μιας ευρύτερης φορολογικής βάσης και βελτιωμένων κινήτρων για τη χαμηλά αμειβόμενη εργασία, με παράλληλη απομάκρυνση των φορολογικών βαρών από το εργατικό δυναμικό, τις μικρές εταιρείες και την κατανάλωση βασικών αγαθών, προς άλλες φορολογικές βάσεις όπως η περιουσία.
Αυτό, εκτιμάται στην έκθεση, σε συνδυασμό με την τόσο αναγκαία ενεργοποίηση των πόρων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, θα διεύρυνε με τη σειρά του το πλαίσιο πολιτικών για τη στρατηγική ανάπτυξης και απασχόλησης.
Η διασφάλιση επαρκούς κάλυψης του συστήματος κοινωνικής προστασίας και η ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω σχεδιασμού προγραμμάτων δεξιοτήτων και προσόντων με προγράμματα μαθητείας και εργασιακής εμπειρίας για τους νέους, καθώς και την ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και των ενεργών προγραμμάτων αγοράς εργασίας, περιλαμβάνονται επίσης στη δέσμη μέτρων.
Την επανοικοδόμηση του κοινωνικού διαλόγου ανάμεσα στην κυβέρνηση, τους εργοδότες και τους εργαζομένους και την «αντιμετώπιση του κατακερματισμού της συλλογικής διαπραγμάτευσης και των κενών ως προς την κάλυψη, έτσι ώστε να καλλιεργηθεί μια ισορροπημένη ανάκαμψη»προτείνει ακόμη η ΔΟΕ.






