Του Χρήστου Ν. Κώνστα
«Χτύπησε στον τοίχο των Βρυξελλών» το σχέδιο του υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Γιώργου Σταθάκη, να προχωρήσει στην υλοποίηση των προεκλογικών υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ περί «σεισάχθειας» και πλήρους κατάργησης των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας για τα «κόκκινα δάνεια» των τραπεζών.
Στις διαβουλεύσεις του Brussels Group, οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έβαλαν φρένο στα σχέδια του Έλληνα υπουργού, περιορίζοντας δραματικά τον αριθμό των «δικαιούχων προστασίας» έναντι πλειστηριασμών.
Μετά από τις συζητήσεις του Γιάννη Δραγασάκη, αλλά και του Γιώργου Σταθάκη με το προεδρείο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, απόλυτη προστασία πρώτης κατοικίας θα υπάρχει μόνον για τους μακροχρόνια άνεργους δανειολήπτες, για άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλά και για όσους υπάγονται στον ν.4320/2015 «περί ανθρωπιστικής κρίσης», δηλαδή σε δανειολήπτες που δεν έχουν εισόδημα μεγαλύτερο των 6.000 ευρώ τον χρόνο!
Για όλους τους υπόλοιπους, η νέα ιδέα του υπουργού Οικονομίας είναι να «πρασινίσουν» τα «κόκκινα» δάνεια!Με απλά λόγια, οι δανειολήπτες που δεν είναι μακροχρόνια άνεργοι, δεν είναι ΑΜΕΑ και δεν υπάγονται στον ν. 4320/15 θα πρέπει να πληρώνουν ένα μέρος της δόσης του στεγαστικού τους δανείου, ώστε αυτό να μη θεωρείται «κόκκινο» και κατόπιν η κάθε τράπεζα να ακολουθεί τον δικό της κώδικα δεοντολογίας για τη ρύθμιση των οφειλών…
«Ακολουθήστε το παράδειγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υιοθετήστε έναν νόμο για τους πλειστηριασμούς ακινήτων που να προστατεύει μόνον όσους έχουν πραγματικά αδυναμία», είπαν οι εκπρόσωποι των «θεσμών» στην ελληνική αντιπροσωπεία των Βρυξελλών.
Τα «κόκκινα δάνεια» στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ξεπέρασαν τα 84 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των «κόκκινων» δανείων, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη εκροή καταθέσεων που από την αρχή του έτους ξεπερνά τα 30 δισ. ευρώ, αποδυναμώνει την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών και, αν η κατάσταση δεν αλλάξει, οι τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με την ανάγκη νέων αυξήσεων κεφαλαίων.
Επειδή,όμως, τα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας βρίσκονται ήδη εκτός Ελλάδος σε ειδικό εικονικό λογαριασμό του Λουξεμβούργου ούτε η ιδέα περί δημιουργίας εθνικού φορέα διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων μπορεί να υλοποιηθεί. Ο αρχικός σχεδιασμός της κυβέρνησης προέβλεπε τη δημιουργία Εθνικού Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Εκεί θα μπορούσαν να μεταφερθούν «κόκκινα» δάνεια νοικοκυριών κάτω από το όριο της φτώχειας, για τα οποία θα υπάρχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις. Ο φορέας αυτός μέχρι να λάβει «σάρκα και οστά» θα χρειαστεί να περάσουν περί τους έξι με οκτώ μήνες, αλλά ήδη το βέτο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα προκαλέσει νέες καθυστερήσεις…
Στην προ τριημέρου συνάντηση που είχε ο κ. Σταθάκης με το προεδρείο της ΟΤΟΕ, αποκαλύφθηκε ότι πλέον η προσπάθεια της κυβέρνησης στο θέμα των «κόκκινων» δανείων επικεντρώνεται στις εξής πρωτοβουλίες:
- Να αξιοποιήσει και να βελτιώσει νομοθετικά και θεσμικά εργαλεία που υπάρχουν για την αναδιάρθρωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
- Τη συντόμευση του χρόνου εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων.
- Την προστασία του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ως προς την αποπληρωμή των δανείων.
- Τη δημιουργία μηχανισμού διαμεσολάβησης μεταξύ τραπεζών – δανειοληπτών.
- Την αλλαγή στον πτωχευτικό κώδικα.
Στους συνδικαλιστές των τραπεζοϋπαλλήλων κατέστη σαφές ότι ο πήχης για τη διευκόλυνση των δανειοληπτών έχει κατέβει πολύ χαμηλά. Βασικό εργαλείο για την προστασία των δανειοληπτών παραμένει ο νόμος Κατσέλη.
Στο επίπεδο αυτό θα νομοθετηθούν περαιτέρω παρεμβάσεις, προκειμένου να αποσυμφορηθεί η κατάσταση στα Ειρηνοδικεία με τις χιλιάδες εκκρεμείς εκδικάσεις υποθέσεων νοικοκυριών που έχουν προσφύγει για διαγραφή χρεών.
Εκτιμάται ότι περίπου 170.000 δανειολήπτες έχουν προσφύγει στις διατάξεις του νόμου, αλλά οι ημερομηνίες που έχουν οριστεί στα δικαστήρια φτάνουν ακόμη και τα 15 χρόνια μετά την υποβολή της αίτησης. Σκοπός είναι, όπως αναφέρουν πληροφορίες, το διάστημα να μειωθεί στα τρία χρόνια.
Με το σχέδιο Σταθάκη προωθούνται νομοθετικές ρυθμίσεις, ώστε στα Ειρηνοδικεία να δημιουργηθούν ειδικά τμήματα που θα δικάζουν αυτές τις υποθέσεις, ενώ ταυτόχρονα οι «φάκελοι» θα ομαδοποιηθούν με κάποια κριτήρια, ώστε αυτοί να προχωρούν γρήγορα.
Όσον αφορά τα δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, βασικό εργαλείο θα παραμείνει ο«Νόμος Δένδια» με κάποιες τροποποιήσεις. Ο νόμος προβλέπει τη ρύθμιση των δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών με τζίρο έως και 2,5 εκατ. ευρώ ετησίως. Για τις περιπτώσεις αυτές, προβλέπεται η ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων σε συνδυασμό και με τη διευθέτηση οφειλών προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, αλλά με επιπλέον κίνητρα ως προς τη διαγραφή προστίμων και προσαυξήσεων…
Για όλους τους υπόλοιπους δανειολήπτες ισχύει ο Κώδικας Δεοντολογίας των τραπεζών που αποτελεί την τελευταία ελπίδα για μια εξωδικαστική επιλογή ρύθμισης οφειλών.Ο Κώδικας Δεοντολογίας προβλέπει λύσεις, όπως η μερική διαγραφή χρεών, η παροχή πρόσθετης εξασφάλισης από τον δανειολήπτη, η πώληση και η ενοικίαση του ακινήτου που μπορούν να συνοδεύονται από παραχώρηση του δικαιώματος διαμονής σε αυτό έναντι μισθώματος κ.λπ.
Για την εφαρμογή του υιοθετούνται οι έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης».
Προστασία α΄ κατοικίας από πλειστηριασμούς. Ισχύει ακόμη ο νόμος Χατζηδάκη
1.Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ.
2.Το καθαρό οικογενειακό εισόδημα είναι μέχρι 35.000 ευρώ.
3.Η συνολική αξία κινητής και ακίνητης περιουσίας πρέπει να είναι μικρότερη ή ίση με 270.000 ευρώ. Από το ποσό αυτό, το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών του οφειλέτη δεν πρέπει να ξεπερνά τα 15.000 ευρώ.
4.Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, αλλά και οι άνεργοι με εισόδημα πέραν του επιδόματος ανεργίας, αν έχουν εισόδημα μέχρι 15.000 ευρώ, θα πρέπει να καταβάλλουν ως μηνιαία δόση το 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος.
5.Όσοι έχουν εισόδημα άνω των 15.000 ευρώ, το ποσοστό της δόσης υπολογίζεται στο 10% μέχρι το ποσό αυτό και 20% για το υπερβάλλον.
6.Για τις κοινωνικά ευπαθείς κατηγορίες δανειοληπτών προβλέπεται καταβολή μηνιαίας δόσης σε ποσοστό 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος, για ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μέχρι 20.000 ευρώ.
7.Για οικογενειακά εισοδήματα άνω των 20.000 ευρώ υπολογίζεται ποσοστό 10% μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ και ποσοστό 20% στο υπερβάλλον εισόδημα.






