Του Φώτη Σιούμπουρα
Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε που ο Γ. Παπανδρέου μετέβη στο ακριτικό Καστελόριζο, προκειμένου να ανακοινώσει την παράδοση της Ελλάδας στην αγκαλιά του ΔΝΤ και του Μηχανισμού Στήριξης και ουδείς από τους απλούς πολίτες αυτής της χώρας μπορούσε να φανταστεί τι θα επακολουθούσε. Και μέχρι σήμερα κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς έκρυβε εκείνο το ύφος του τότε πρωθυπουργού, αλλά και το όλο σκηνικό (με φόντο την «πράσινη βάρκα»), που είχε επιλεγεί για να γίνει η μοιραία ανακοίνωση.
Συμβόλιζε όντως κάτι η επιλογή του Καστελόριζου ή απλώς ήταν μία ανοιξιάτικη επιθυμία του ευρισκόμενου τότε πρωθυπουργού σε «εντεταλμένη υπηρεσία για τη σωτηρία της χώρας» (όπως ο ίδιος είπε), να βρεθεί στο ήρεμο αυτό νησί του Αιγαίου για την «τουριστική του προβολή», όπως αφελώς υποστήριξε; Γεγονός, πάντως, είναι ότι εάν οι Έλληνες υποψιάζονταν έστω και τα μισά από αυτά που θα συνέβαιναν τα χρόνια του μνημονίου δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Γιώργος Παπανδρέου θα κατάφερνε να επιστρέψει από το Καστελόριζο.
Είναι πολύ πιθανό να μην υποψιαζόταν ούτε ο ίδιος πού ακριβώς οδηγούσε τη χώρα και πόσο θα του κόστιζε και του ίδιου η μοιραία εκείνη απόφαση. Ανικανότητα ή επιλογή; Εξ ανάγκης απόφαση ή συνειδητή πολιτική κίνηση; Απλή και άδολη αφέλεια ή σχεδιασμένη πρωτοβουλία; Οι απαντήσεις ποικίλλουν, αλλά σχεδόν όλοι συμφωνούν, ειδικά πέντε χρόνια μετά: Ήταν ένα καθοριστικό λάθος, μία πορεία σε ένα μεγάλο τούνελ, ένας δρόμος με μεγάλο κοινωνικό, οικονομικό, εθνικό και πολιτικό κόστος. Η ελληνική κοινωνία είναι αγνώριστη πέντε χρόνια μετά και η οικονομία δεν έχει ακόμη παρουσιάσει σημάδια ανάκαμψης.
Η πενταετία του μνημονίου, τελικά, άλλαξε τα πάντα – τα περισσότερα σίγουρα όχι προς το καλύτερο. Οι πιο σημαντικές επιπτώσεις; Παρέτεινε για μία πενταετία τουλάχιστον την ύφεση στην ελληνική οικονομία, οδήγησε σε μαρασμό την αγορά και εκτίναξε την ανεργία κοντά στο 30%!
Μείωσε τους μισθούς σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ίσως και περισσότερο από 25% μεσοσταθμικά, κατήργησε διαχρονικές πρόνοιες για τις εργασιακές σχέσεις, περιόρισε τον δημόσιο τομέα.
Διέλυσε την κοινωνική συνοχή, προκάλεσε μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις και δοκίμασε πολλές φορές τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, μεταφέροντας εξ αντικειμένου μέρος της εξουσίας από την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο στους δανειστές, που υπαγορεύουν σημαντικές πολιτικές.
Στο πολιτικό τοπίο γκρέμισε τον παραδοσιακό δικομματισμό, «έκαψε» πολιτικές οικογένειες, οδήγησε στον αφανισμό σχεδόν όλη τη μεταπολιτευτική τάξη πολιτικών και άλλαξε ριζικά τον συσχετισμό δυνάμεων. Ο διαχωρισμός μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων διαπέρασε οριζόντια το πολιτικό σύστημα και έφερε στην εξουσία για πρώτη φορά σε αυτόν τον τόπο αριστερή κυβέρνηση ή αν θέλετε το σύνθετο «πολιτικό μόρφωμα» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Στον καθαρά οικονομικό τομέα, η ύφεση έφτασε στο 4,9% το 2010, στο εφιαλτικό 8,9% το 2011 και στο 6,6% το 2012 –έτος κατά το οποίο προβλεπόταν η ανάκαμψη και η επάνοδος στις αγορές.
Η οικονομία συνέχισε να συρρικνώνεται το 2013 (-3,9%), ενώ η ισχνή ανάκαμψη που κατέγραψε το 2014 δείχνει πλέον ότι ήταν μια σύντομη αναλαμπή στο βαθύ οικονομικό σκοτάδι.
Η ανεργία, τελικά, κορυφώθηκε το 2013 στο 27,5% και δεν έχει πέσει έκτοτε κάτω από το 25%. Ο πληθωρισμός έφτασε το 4,7% το 2010 και το 3,1% το 2011, υπονομεύοντας αποφασιστικά τον στόχο της εσωτερικής υποτίμησης. Το χρέος, παρά τη δραστική αναδιάρθρωση του 2012, αναρριχήθηκε πέρυσι στο 177,1% του ΑΕΠ.
Η χώρα σήμερα βρίσκεται –μόνη από τις 19 της ευρωζώνης– εκτός του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα της ευρωζώνης που εισήχθη στην… εντατική των μνημονίων.
Θα είναι η τελευταία που θα πάρει «εξιτήριο» (αν πάρει) –χωρίς αναγκαστικά να έχει θεραπευθεί. Το γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, πέντε χρόνια μετά το Καστελόριζο, είναι ένα ερώτημα στο οποίο θα πρέπει ίσως πρώτα εμείς να απαντήσουμε και μετά οι εταίροι-δανειστές μας.





