Της Μαρίνας Πρωτονοταρίου
Με την πλάτη στον τοίχο βρίσκονται οι ελληνικές επιχειρήσεις,ούσες αντιμέτωπες με την έλλειψη ρευστότητας και την αβεβαιότητα. Τα επιχειρηματικά σχέδια και οι επενδύσεις είναι παγωμένα εδώ και μήνες και, πλέον, πολλοί είναι οι επιχειρηματικοί κλάδοι και οι επιχειρήσεις που ανησυχούν για τη βιωσιμότητά τους, καθώς ασφυκτιούν οικονομικά και δεν ξέρουν τι φόρους θα χρειαστεί να πληρώσουν τους επόμενους μήνες.
Πάγιο αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου είναι το σταθερό θεσμικό και φορολογικό περιβάλλον και αυτό σήμερα όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά αλλάζει καθημερινά και προς άγνωστη κατεύθυνση. Στην έλλειψη ρευστότητας στην αγορά και στην αβεβαιότητα για τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας έρχεται να προστεθεί και η αβεβαιότητα για την τελική διαμόρφωση της φορολογικής πολιτικής της νέας κυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό, ο στόχος για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την απελευθέρωση επενδύσεων συνεχώς απομακρύνεται.
Ανησυχία για αύξηση φόρων
Στον κλάδο των ποτών κυριαρχεί η ανησυχία για το ενδεχόμενο αύξησης του φόρου και τις συνέπειες που μπορεί να έχει κάτι τέτοιο στη δραστηριότητά τους. Το Συμβούλιο Παραγωγών & Εταιρειών Διακίνησης Αλκοολούχων Ποτών (ΣΠΕΔΑΠ) ζητεί από την κυβέρνηση και το υπουργείο Οικονομικών να λάβει ξεκάθαρη θέση απέναντι στη φημολογούμενη, εδώ και περίπου τρεις εβδομάδες, επιβολή επιπρόσθετης φορολογίας στα αλκοολούχα ποτά και να «δώσει τέλος στην αγωνία τη δική μας και των εργαζομένων στην ευρύτερη αλυσίδα αξίας του κλάδου.
Η πολιτική υπερφορολόγησης είχε ως αποτέλεσμα τα αλκοολούχα ποτά να συνεισφέρουν το 80% των ειδικών φόρων για μόλις 19% της αλκοόλης, η οποία καταναλώνεται στη χώρα μας μέσω αυτής της κατηγορίας οινοπνευματωδών. Την ίδια ώρα, ωστόσο, εξαιτίας της ανισορροπίας στην αγορά και της συνεπακόλουθης έξαρσης του λαθρεμπορίου, τα διαφυγόντα έσοδα από φόρους εκτινάχθηκαν.
Την περίοδο της κρίσης, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης Οινοπνευματωδών Ποτών (ΕΦΚΟΠ) αυξήθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις κατά 125%, ενώ ο ΦΠΑ σκαρφάλωσε στο 23% από το 19%, με αποτέλεσμα ο ειδικός φόρος στα αλκοολούχα ποτά να είναι ο υψηλότερος στην ΕΕ, με βάση το διαθέσιμο εισόδημα και ο πέμπτος υψηλότερος σε απόλυτους αριθμούς.
Οι υψηλότατες αυτές αυξήσεις προκάλεσαν, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, αφενός συρρίκνωση του αποτυπώματος του κλάδου (μείωση της ελληνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών κατά 10% και των νόμιμων πωλήσεων αλκοολούχων ποτών κατά 45,7%) και αφετέρου έξαρση του παράνομου εμπορίου και του λαθρεμπορίου, καθώς οι γειτονικές χώρες έχουν επιβάλει πέντε φορές μικρότερο ΕΦΚΟΠ.
Ο φόρος 26% και οι παρενέργειες
Σημαντικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα κάποιων επιχειρήσεων, αλλά και στις τιμές που θα καταλήγουν στον καταναλωτή,αναμένεται να έχει η διάταξη που προβλέπει την παρακράτηση φόρου 26% για συναλλαγές με επιχειρήσεις που έχουν έδρα σε κράτη «μη συνεργάσιμα» ή κράτη με «προνομιακό φορολογικό καθεστώς».
Ο επιχειρηματικός κόσμος ζητά την απόσυρση της διάταξης,θεωρώντας ότι παραβιάζει τόσο το κοινοτικό δίκαιο όσο και τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων. Ωστόσο, λεπτομέρειες για την επιβολή του νόμου θα δοθούν στην εφαρμοστική υπουργική απόφαση, η οποία και θα προβλέπει απαλλαγή από την καταβολή του φόρου στις συναλλαγές, οι οποίες αυταπόδεικτα είναι πραγματικές και όχι εικονικές.
Το επίμαχο άρθρο 21 (περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές), μέσω του οποίου η κυβέρνηση επιχειρεί να βάλει «φρένο» στις τριγωνικές συναλλαγές, ορίζει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις που εμφανίζουν στα βιβλία τους ποσά δαπανών, τα οποία καταβλήθηκαν σε επιχείρηση που εδρεύει σε χώρα μη συνεργάσιμη φορολογικά ή σε χώρα με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (Βουλγαρία, Κύπρο) ή σε άλλη συνδεδεμένη με αυτήν επιχείρηση που δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις περί «φακέλου τεκμηρίωσης» (που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογικών Συναλλαγών), θα υποχρεώνεται να πληρώσει φόρο 26% επί των δαπανών αυτών και μόνο εφόσον αποδείξει σε διάστημα δώδεκα μηνών ότι πρόκειται περί πραγματικής συναλλαγής σε συνήθεις τρέχουσες τιμές αγοράς θα δικαιούται να πάρει πίσω τον καταβληθέντα φόρο. Επί της ουσίας, η δαπάνη δεν θα αναγνωρίζεται μέχρι οι επιχειρήσεις να αποδείξουν ότι οι συναλλαγές είναι πραγματικές.
Ακόμη,όμως, και αν βάσει της ρύθμισης προβλέπεται επιστροφή των ποσών της παρακράτησης, εφόσον δεν τεκμηριωθεί ότι είναι κανονική συναλλαγή, το διάστημα που θα μεσολαβεί, σύμφωνα με την εκτίμηση του ΣΕΒ, θα είναι περίπου ένα έτος. Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα-επιθυμία του κράτους να επιστρέψει και όχι να συμψηφίσει τις συγκεκριμένες επιστροφές, υφίσταται και το πραγματικό πρόβλημα ότι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει καμία δυνατότητα χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων για να καλυφθεί αυτή η «αφαίμαξη» ρευστού.
Η ρύθμιση αυτή αναμένεται να δημιουργήσει πολλάπροβλήματα ρευστότητας σε διάφορους κλάδους.Στην περίπτωση των ενεργειακών εταιρειών, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ, αφού στην αγορά ηλεκτρισμού οι εισαγωγές ρεύματος που έγιναν πέρυσι κάλυψαν το 17% της συνολικής ζήτησης, με τη ΔΕΗ να κυριαρχεί με το μεγαλύτερο μερίδιο. Οι εισαγωγές αυτές προήλθαν από τη Βουλγαρία, η οποία εμπίπτει στην κατηγορία των χωρών με ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς και, πλέον, θα επιβαρύνονται με άμεσο αποτέλεσμα στην τελική τιμή, που θα βαρύνει τον καταναλωτή.
Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 28 Μαρτίου 2015.






