Της Έλλης Τριανταφύλλου
Την αφορμή που όλοι, ηγεσία και αντιφρονούντες, αναζητούν για ένα πρώτο «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στη Νέα Δημοκρατία θα αποτελέσει, όπως όλα δείχνουν, η διαφαινόμενη συμφωνία κυβέρνησης– πιστωτών.
Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση που τελικώς οι διαπραγματεύσεις του Μεγάρου Μαξίμου δεν έχουν ευτυχή κατάληξη και η χώρα περιέλθει σε κατάσταση ακόμη μεγαλύτερης ασφυξίας, τα στρατόπεδα στη Νέα Δημοκρατία παίρνουν θέση για τη μετωπική σύγκρουση που είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί.
Αλλαγή γραμμής από τον πρόεδρο
Απολύτως ενδεικτική της υπόγειας έντασης που καταγράφεται στο εσωτερικό της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι η αλλαγή γραμμής στην οποία είναι σαφές ότι προχωρά εσχάτως ο πρώην πρωθυπουργός, Αντ. Σαμαράς, απέναντι στους επικριτές του. Για τους γνωρίζοντες τα νεοδημοκρατικά τεκταινόμενα, η πρόσφατη παρέμβαση του κ. Σαμαρά από το βήμα της προσυνεδριακής συνδιάσκεψης στο Ηράκλειο της Κρήτης, προοιωνίζεται σύγκρουση στο εσωτερικό του κόμματος, αφού στην πραγματικότητα ο πρώην πρωθυπουργός «πέταξε το γάντι» στους αμφισβητίες του, στους οποίους καταλόγισε προσπάθεια υπονόμευσης του κόμματος. «Κάποιοι παίζουν προσωπικά πολιτικά παιχνιδάκια, την ώρα που η Ελλάδα περνάει τις πιο κρίσιμες στιγμές. Αυτά είναι δωράκια που κάνουν στον ΣΥΡΙΖΑ! Και αυτό δεν το συγχωρεί κανένας από εμάς», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Σαμαράς, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες, τα επόμενα εικοσιτετράωρα, θα κλιμακώσει την επιθετική του ρητορική έναντι όσων των αμφισβητούν.
«Ο καθένας ας αναλάβει τις ευθύνες του»
Ανάλογη όξυνση των τόνων καλλιεργείται και από στελέχη του στενού περιβάλλοντος του πρώην πρωθυπουργού, τα οποία αφήνουν να εννοηθεί ότι η περίοδος της ανοχής εξαντλήθηκε και ότι, εφεξής, ο καθένας θα αναλάβει τις ευθύνες του. Η φράση αυτή δεν είναι τυχαία. Στην ουσία, επιβεβαιώνει τις ασφαλείς πληροφορίες που θέλουν τον κ. Σαμαρά αποφασισμένο να προχωρήσει ακόμη και σε μεμονωμένες ή μαζικές διαγραφές, στην περίπτωση που δεν γίνει σεβαστή η όποια απόφαση της ΝΔ για τη στάση της έναντι της ηγεσίας, αλλά και να προβεί σε ονομαστικές καταγγελίες βουλευτών ως υπονομευτών της παράταξης.
Το ερώτημα στο οποίο, ωστόσο, θα κληθεί να απαντήσει στο μέλλον –όχι το πολύ μακρινό– η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, είτε προκληθεί ανοιχτά είτε όχι, είναι γιατί, παρά τα όσα καταλογίζει στην κυβέρνηση Τσίπρα, τα ποσοστά της αξιωματικής αντιπολίτευσης διολισθαίνουν σταθερά, αγγίζοντας, πρωτόγνωρα για το κόμμα όρια της τάξεως του 15%-18%, με τον ΣΥΡΙΖΑ να προηγείται πάνω από 20 ποσοστιαίες μονάδες. Και για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, όπως ορίζει η λογική, αλλά αξιοποιούν και οι αντιφρονούντες, δεν αρκούν τα όποια εσωτερικά μέτρα εναντίον των αμφισβητιών. Και ας επιμένουν οι προεδρικοί φρουροί ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην έλλειψη ψυχικής και πολιτικής ενότητας και συνοχής.
Επί του παρόντος, προεδρικοί και αντίπαλοι παίρνουν θέση μάχης. Οι πρώτοι με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να μένουν άλλο αναπάντητες οι προκλήσεις και οι δεύτεροι με τη λογική ότι κάθε μέρα χαμένη οδηγεί με βεβαιότητα σε πορεία μη αναστρέψιμης φθοράς.
Oι αντιφρονούντες
Για τους δεύτερους, το πρόβλημα είναι ότι, προς στιγμήν, δεν υπάρχει ενιαία στάση ούτε συνεκτική πολιτική προσέγγιση. Η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία εσχάτως πληθαίνει τις παρουσίες της και διευρύνει τις επαφές της, επιμένει ότι, εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση, το κόμμα θα έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ. Την άποψη αυτή προσυπογράφει και ο πρώην υπουργός Ν. Δένδιας, με τον οποίο, μάλιστα, συναντήθηκαν προ ημερών, προκειμένου να συντονίσουν τις περαιτέρω κινήσεις τους. Σε άλλο μήκος κύματος κινείται ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, Κυρ. Μητσοτάκης, ο οποίος αν και θεωρεί υπαρκτό τον κίνδυνο διάσπασης του κόμματος, πιστεύει ότι θα πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί ο διχασμός της παράταξης.
Πέραν της επιμονής τους για διεξαγωγή έκτακτου συνεδρίου, τα παραπάνω στελέχη τάσσονται ανοιχτά υπέρ της υπερψήφισης από τη ΝΔ της συμφωνίας κυβέρνησης πιστωτών. Πλην της κας Μπακογιάννη και των Ν. Δένδια και Κυρ. Μητσοτάκη, δυναμικά υπέρ του «ναι» τάσσονται οι Όλγα Κεφαλογιάννη, Άννα Καραμανλή και Έλενα Ράπτη και οι Ευρ. Στυλιανίδης, Κ. Τσιάρας, Χρ. Δήμας, Θ. Καράογλου, Ν. Μηταράκης, Κ. Χατζηδάκης, Β. Κικίλιας, Κ. Γκιουλέκας, Αλ. Κοντός, Κ. Τζαβάρας, Μ. Σαλμάς, Γ. Κουμουτσάκος κ.ά. (Αναλυτικό ρεπορτάζ στις σελίδες 10-11). Δεν έχουν, ωστόσο, ενιαία στάση ως προς τα εσωκομματικά, αν και οι περισσότεροι κινούνται μάλλον στην κατεύθυνση της δρομολόγησης των εσωτερικών εξελίξεων στη ΝΔ.
Η στάση της Ντόρας
Έχοντας κατά νου την προηγούμενη, δυσάρεστη για την ίδια, εμπειρία της διεκδίκησης της ηγεσίας του κόμματος, η Ντόρα Μπακογιάννη, αν και ανέδειξε πρώτη την ανάγκη να πάει το κόμμα σε έκτακτο συνέδριο για να χαράξει δημοκρατικά τα επόμενα βήματα μετά την ήττα, υπήρξε μάλλον συγκρατημένη την πρώτη μετεκλογική περίοδο, σε ό,τι αφορά την προσωπική της εμπλοκή στην κούρσα της διαδοχής, αν και όποτε ανοίξει στη ΝΔ. Λέγεται, μάλιστα, ότι το ξεκαθάρισε και χωρίς περιστροφές στο πολυθρύλητο δείπνο της Μ. Γιαννάκου ότι θα στηρίξει όποιον αποφασίσει η πλειοψηφία για τη διαδοχή στο κόμμα. Στο μεσοδιάστημα, ωστόσο, το τοπίο άρχισε να αλλάζει για την πρώην υπουργό, την οποία κάποια στελέχη εμφανίζουν σήμερα ως τη μόνη λύση για τη μετά Σαμαρά περίοδο στη ΝΔ. Το σκεπτικό όσων την επισκέπτονται, προκειμένου να της ζητήσουν να ηγηθούν της επιχείρησης αλλαγής φρουράς στο κόμμα είναι ότι είναι η μόνη που συγκεντρώνει μία σειρά από προϋποθέσεις: δεν κατείχε υπουργική θέση κατά τις μνημονιακές περιόδους της χώρας, έχει σταθερές πολιτικές θέσεις, οι οποίες εκφράζουν την Κεντροδεξιά και όχι στενά τη Δεξιά, διαθέτει ένα πολύτιμο δίκτυο προσωπικών επαφών στην Ευρώπη και είναι γυναίκα και, ως εκ τούτου, μπορεί να εμφυσήσει μία άλλη πολιτική λογική στη Νέα Δημοκρατία και ευρύτερα στη διαχείριση του τόπου.
Η στάση του Κ. Καραμανλή
Στο ερώτημα αν μπορεί να ενώσει όλες τις φωνές της παράταξης, οι υποστηρικτές της απαντούν με βεβαιότητα καταφατικά. Προεξοφλούν, μάλιστα, ότι η στάση του πρώην πρωθυπουργού, Κ. Καραμανλή, θα είναι στη χειρότερη περίπτωση ουδέτερη. Μάλιστα, δεν αποκλείουν, αν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες, να αποδεχθεί τελικά ως μόνη ενδεδειγμένη τη συγκεκριμένη λύση και ο νυν πρόεδρος του κόμματος, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν θα θελήσει να βάλει την υπογραφή του σε μία πιθανή διάσπαση του κόμματος.
Όλα αυτά, ωστόσο, επί του παρόντος, κινούνται στο επίπεδο των προσωπικών επαφών, των εκτιμήσεων και των σεναρίων, διότι πολλά από όλα αυτά θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις του επόμενου διαστήματος για την τύχη της χώρας και σε επόμενη φάση από τις αποφάσεις του ίδιου του Αντ. Σαμαρά, ο οποίος επίσης μετράει τα επόμενα βήματά του…






