Γράφει ο Γιάννης Σπ. Παργινός
Η ελληνική κοινωνία «μπουσουλάει» στο βαθύ σκοτάδι, μέχρις ότου έρθει το ξημέρωμα της πολυπόθητης συμφωνίας με τους δανειστές. Από εκεί και πέρα υπάρχει το άγνωστο, για το «πώς» θα είναι η «ημέρα» της συμφωνίας, καθώς και η μετέπειτα περίοδος. Στους ρυθμούς αυτής της αβεβαιότητας ταλανίζεται το πολιτικό σύστημα της χώρας, η κοινωνία και η Ευρωζώνη, από τη στιγμή που η όποια απόφαση δεν μπορεί να μην επηρεάσει το υπάρχον status quo των διεθνών οικονομικών και πολιτικών ισορροπιών.
Έμπλεος αγωνίας, λοιπόν, και γνώστης πλέον –τόσο των λεπτών ενδοκυβερνητικών και κομματικών συσχετισμών όσο και του σκληρού «πόκερ» της ευρωπαϊκής «νομενκλατούρας»– , ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ταξίδεψε στην πρωτεύουσα της Λετονίας, επιζητώντας την όσο το δυνατόν ταχύτερη, αν όχι την «εδώ και τώρα», λύση του προβλήματος. Το ελληνικό ζήτημα δεν ήταν στην ατζέντα της Συνόδου Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών, καθώς η προεδρία της Λετονίας συγκάλεσε την έκτακτη και μονοθεματική σύνοδο για τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους ανατολικούς της γείτονες και, ιδιαίτερα, με αντικείμενο το Ουκρανικό. Παρά ταύτα, ο πρωθυπουργός πήγε στη Ρίγα με στόχο να δώσει ώθηση στις διαπραγματεύσεις, ώστε να καταστεί εφικτή μια συμφωνία ως το τέλος Μαΐου. Προς τούτο, οι επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου επένδυσαν τα μέγιστα στην τριμερή συνάντηση που είχαν στο περιθώριο της συνόδου ο Έλληνας πρωθυπουργός με τη Γερμανίδα καγκελάριο και τον Γάλλο πρόεδρο, καθώς και στις πολιτικές εξηγήσεις που ο κ. Τσίπρας έδωσε στους λοιπούς ομολόγους του, στους διαδρόμους της συνόδου. Ο Αλέξης Τσίπρας εκφράζει μια σχεδόν απόλυτη σιγουριά, όταν συνομιλεί με πρωτοκλασάτους υπουργούς και κορυφαίους κομματικούς, ότι η επιθυμία, που έχουν εκφράσει τόσο η Μέρκελ όσο και ο Ολάντ, σηματοδοτεί μια «πολιτική συμφωνία κυρίων», η οποία και θα παρακάμψει όλα τα εμπόδια στο Brussels Group, και θα «κλειδώσει» τη συμφωνία.
Την αισιοδοξία της ελληνικής κυβέρνησης «τόνωσε» κι ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, καθώς την περασμένη Δευτέρα βρέθηκε στο επίκεντρο με δημοσιεύματα που τον έφεραν εμπνευστή συγκεκριμένου σχεδίου συμφωνίας. Παρά τη διάψευση στην οποία κατέληξε, ο κ. Γιούνκερ τόνισε πως διαβλέπει συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές γύρω στα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου. Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά, ο χρόνος θα δείξει αν πρόκειται για έναν απλό και αφελή διακαή πόθο του πρωθυπουργού ή για σιγουριά, πηγάζουσα από τη «θερμή» γραμμή Μαξίμου, καγκελαρίας και Ιλισίων.
Η αποχώρηση του ΔΝΤ
Από την αρχή της ελληνικής κρίσης υπήρξε μια διάσταση απόψεων μεταξύ Ευρώπης και ΔΝΤ για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί. Το μεν ΔΝΤ ήταν εξαρχής θιασώτης ενός ενδεχόμενου «hair cut» («κουρέματος») του χρέους, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο και διαχειρίσιμο από οποιαδήποτε κυβέρνηση αλλά ταυτόχρονα εναντιωνόταν σε χαλαρή πολιτική αναφορικά με το Εργασιακό και το Ασφαλιστικό. Είναι γνωστές οι θέσεις του πρώην γενικού διευθυντή Ντομινίκ Στρος Καν, καθώς και πολλών εκπροσώπων κρατών-μελών του ΔΝΤ που ελέγχουν την Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία δεν επέμεινε στην εφαρμογή του καταστατικού που θέτει προϋπόθεση το «κούρεμα». Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη απέκλεισε κάθε μορφή «κουρέματος» χρέους, ενώ έδειχνε περισσότερο διαλλακτική σε κάποια χαλαρότητα στο Εργασιακό και το Ασφαλιστικό.
Είναι γνωστό ότι τον Νοέμβριο του 2012, όταν τέθηκαν οι νέοι δημοσιονομικοί στόχοι και υπολογίστηκαν οι προοπτικές του ΑΕΠ, σε σχέση με τη δυναμική του χρέους, τεχνοκράτες διεθνούς κύρους, Ευρωπαίοι πολιτικοί κι αναλυτές είχαν επισημάνει το εξής παράδοξο: πρώτα μπήκε ο στόχος του χρέους για το 2022, έτσι ώστε να χαρακτηριστεί αυτό βιώσιμο και εν συνεχεία «κούμπωσαν» οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων για τη δεκαετία και ο πήχης για την ανάπτυξη, ενώ –προκειμένου να ξεπεραστούν και οι τελευταίοι ενδοιασμοί του ΔΝΤ– ελήφθη η δέσμευση για περαιτέρω ελάφρυνση, εάν, όταν κι εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Προϊόντος του χρόνου, γίνεται ολοένα και πιο σαφής και διακριτός ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της ελληνικής οικονομίας. Το ΔΝΤ, με αυτήν την αρνητική εμπειρία για την ελληνική οικονομία, επανέρχεται και ξαναβάζει στο… τραπέζι το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους και το μπαλάκι βρίσκεται, πλέον, στο γήπεδο των Ευρωπαίων.
Οι όροι της κυβέρνησης
«Διαπραγματευόμαστε με επιμονή για μία νέα συμφωνία που θα διασφαλίζει την ανάπτυξη, την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές» δήλωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο συνέδριο του Economist. Ο πρωθυπουργός εξηγεί, δε, τους 4 όρους-προϋποθέσεις πάνω στους οποίους η κυβέρνηση διαπραγματεύεται για μια έντιμη και βιώσιμη κοινωνικά και οικονομικά συμφωνία με τους εταίρους, που θα ανοίγει αναπτυξιακή προοπτική για τη χώρα:
1) Χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα ως στόχους, για φέτος και το 2016, για να ανακτήσουμε τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο.
2) Καμία νέα περικοπή σε μισθούς και συντάξεις, σε μέτρα, δηλαδή, που θα εντείνουν την ανισότητα.
3) Την αναγκαία αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, ώστε να μπει τέλος στον φαύλο κύκλο της τελευταίας 5ετίας, όπου η χώρα αναγκάζεται να παίρνει νέα δάνεια για να ξεπληρώνει τα παλιά.
4) Ένα ισχυρό πακέτο-πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, συντονισμένη χρηματοδότηση επενδύσεων.
Το ελληνικό δίλημμα
Εύγλωττα διακρίνεται η επαναφορά στον πολιτικό λόγο και την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης του θέματος «αναδιάρθρωση χρέους» και επισημαίνεται ως αναγκαία, μετά από μια μακρά περίοδο απουσίας στις δημόσιες παρεμβάσεις κορυφαίων κυβερνητικών παραγόντων. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: Πώς επανέρχεται η αναδιάρθρωση χρέους, σε μια περίοδο που ο θιασώτης αυτής, το ΔΝΤ, συζητείται να αποχωρήσει από το πρόγραμμα στήριξης; Κι επιπλέον, μήπως ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας διαπραγματεύεται με τους Ευρωπαίους την αποχώρηση του ΔΝΤ, βάζοντας στην ατζέντα κάποια άλλη μορφή ελάφρυνσης του χρέους ή κάποια άλλη διεκδίκηση; Και για τους πιο ευφάνταστους, μήπως «παίζει» το χαρτί του ΔΝΤ κι όχι των Ευρωπαίων; Απάντηση σαφής θα μπορεί να δοθεί μετά την όποια συμφωνία. Μέχρι τότε, όλα τα σενάρια είναι ανοιχτά!






