Άμυνα - Διπλωματία

Τα …μυστήρια της Τεχεράνης

Γιώργος Τσίπρας

Του Χρήστου Καπούτση

Μυστήριο καλύπτει τη μυστική επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Τεχεράνη πριν από μέρες ο σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών και εξάδελφος του πρωθυπουργού, Γεώργιος Τσίπρας. Το υπουργείο Εξωτερικών τηρεί «σιγήν ιχθύος», παρά το γεγονός ότι το θέμα έφτασε στη Βουλή μέσω σχετικής ερώτησης που κατέθεσε βουλευτής.

Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό θέμα, διότι η «μυστική διπλωματία» είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες και περιέχει υψηλό ρίσκο, καθώς, σε περίπτωση αποτυχίας ή αποκάλυψης,  είναι δυνατόν να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στη χώρα.

Αν επρόκειτο για σοβαρή μυστική αποστολή στο Ιράν, για την προώθηση μείζονος εθνικού θέματος, το πρώτο εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί επελέγη ο άπειρος Γ. Τσίπρας και όχι ένας έμπειρος διπλωμάτης… Τι μπορεί να αναζητεί τώρα η Ελλάδα στο Ιράν, μια χώρα στην οποία η ΕΕ έχει επιβάλει εμπάργκο στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένης και της αγοράς πετρελαίου;

Αν ο Γ. Τσίπρας μετέβη στην Τεχεράνη με δική του πρωτοβουλία ή με την έγκριση του πρωθυπουργού ή του υπουργού Εξωτερικών, όπου είχε ή προσπάθησε να έχει διαβουλεύσεις με αξιωματούχους του καθεστώτος της Τεχεράνης, με αντικείμενο ενδεχόμενη ιρανική χρηματοδοτική βοήθεια προς τη χώρα μας, τότε η υπόθεση μάλλον ξεφεύγει από τα όρια της «μυστικής διπλωματίας» και καθίσταται… οπερετική. Κι αυτό διότι δείχνει επικίνδυνη άγνοια της γεωπολιτικής συγκυρίας στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Μέσης Ανατολής. Κυρίως, όμως, διότι εκθέτει σε «περιττούς» κινδύνους τις σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και με τις ΗΠΑ.

Την περίοδο αυτή στη γεωγραφική περιοχή από τη Λιβύη, την Υεμένη, την Αίγυπτο, το Ισραήλ,τη Συρία, την Ιορδανία, το Ιράκ, το Ιράν, το Κατάρ μέχρι και τη Σαουδική Αραβία συντελούνται κοσμογονικές αλλαγές, ενώ διπλωματικές πρωτοβουλίες αναλαμβάνονται από πολύ ισχυρούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος. Το Ιράν είναι το «κλειδί» των γεωστρατηγικών εξελίξεων. Το Ιράν και οι έξι δυνάμεις (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία και Γερμανία) διεξάγουν τώρα «λεπτές» διαπραγματεύσεις για το επίμαχο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Ο νεοεκλεγείς Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχει προβάλει ανοιχτά τις αντιρρήσεις του σχετικά με μία ενδεχόμενη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Μάλιστα, η απόφαση του Μπ. Νετανιάχου να συμμαχήσει με τους ρεπουμπλικάνους πολιτικούς αντιπάλους του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα έχει καταστήσει προβληματικές τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις.

Μετά την εκλογική νίκη του, ο Νετανιάχου εμφανίζεται πολιτικά πανίσχυρος και θα συγκροτήσει μια ακροδεξιά κυβέρνηση. Διαθέτει τη στήριξη –πέρα, φυσικά,από τους δικούς του βουλευτές, αυτούς του δεξιού κόμματος Λικούντ– των δύο εθνικιστικών κομμάτων (Εβραϊκή Εστία, Ισραέλ Μπεϊτένου) και των δύο υπερορθόδοξων εβραϊκών κομμάτων (Σας, Ενωμένο Ψηφοδέλτιο της Τορά), κόμματα που θεωρούν το Ιράν θανάσιμη απειλή για το Ισραήλ.

Το Ισραήλ θεωρεί ότι η ενίσχυση της ιρανικής επιρροής στο Ιράκ και στην Υεμένη, αλλά και στη Συρία και στον Λίβανο, συνιστούν μείζονα απειλή για την επιβίωση του εβραϊκού έθνους. Επίσης,η προθυμία των ΗΠΑ να αποδεχθούν έναν νέο διευρυμένο ρόλο για το Ιράν έχει δυσαρεστήσει έντονα την ισραηλινή κυβέρνηση.Ο Μπ. Νετανιάχου δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, με στόχο την καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Οι σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ είναι αναβαθμισμένες και έχουν υπογραφεί ισχυρές στρατιωτικές συμφωνίες. Μάλιστα, οι Πολεμικές Αεροπορίες του Ισραήλ και της Ελλάδας έχουν πραγματοποιήσει υψηλού επιπέδου αεροπορικές ασκήσεις.Συνεπώς, δεν επιτρέπονται διπλωματικοί«ερασιτεχνισμοί» από ελληνικής πλευράς…

Αναβάθμιση των σχέσεων με Κίνα και Ρωσία

Με στόχο την επίτευξη συμφωνιών στον οικονομικό, στον πολιτικό, στον διπλωματικό και στον αμυντικό-βιομηχανικό τομέα, επισκέπτεται ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, επικεφαλής κυβερνητικού κλιμακίου, το Πεκίνο και τη Μόσχα.

Τρία μεγάλα επενδυτικά προγράμματα θα βρίσκονται στην ατζέντα των συνομιλιών που θα έχει το κυβερνητικό κλιμάκιο υπό τον πρωθυπουργό, Α. Τσίπρα, σε Πεκίνο και Μόσχα. Πρόκειται για το λιμάνι του Πειραιά, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και το Θριάσιο εμπορευματικό κέντρο, μαζί με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Πρόκειται για επενδυτικά σχέδια υψηλής προστιθέμενης αξίας για την ελληνική οικονομία, αλλά και με τεράστια γεωπολιτική αξία, τόσο για τη Μόσχα όσο και για το Πεκίνο.

Βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με το εξής δίλημμα: Θα προχωρήσει στην αξιοποίηση των παραπάνω επενδυτικών προγραμμάτων μέσω διακρατικών συμφωνιών (ελληνοκινεζικών ή ελληνορωσικών) ή μέσω διεθνών διαγωνισμών, όπως απαιτεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία; Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει τους περιοριστικούς κανόνες ανταγωνισμού και εσωτερικής αγοράς της ΕΕ.

Το ενδιαφέρον της Κίνας για τον Πειραιά έγκειται στο γεγονός ότι οι Κινέζοι επιθυμούν να γίνει το λιμάνι η πύλη μεταφοράς των κινεζικών προϊόντων στην Ευρώπη. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που η Cosco συμμετέχει στον «παγωμένο» διαγωνισμό της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και ΓΑΙΑΟΣΕ, για βελτίωση των σιδηροδρομικών υποδομών, αλλά για την ανάπτυξη του Εμπορευματικού Κέντρου του Θριασίου. Η ελληνική κυβέρνηση έχει επενδύσει και στην περαιτέρω ανάπτυξη των πολιτικο-διπλωματικών σχέσεων της Ελλάδας με την Κίνα, γι’ αυτό δημιουργείται στο υπουργείο Εξωτερικών μια νέα διεύθυνση, η Α12,που θα ασχολείται αποκλειστικά με την Κίνα.

Επίσης, κατά την επίσκεψή τους στη Μόσχα,ο πρωθυπουργός, Α. Τσίπρας, και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Π. Καμμένος, θα συζητήσουν τη συμμετοχή της μεγάλης ρωσικής κρατικής εταιρείας σιδηροδρόμων JSC Russian Railways στους διαγωνισμούς για τον ΟΛΘ και την ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει επενδύσεις, ενώ οι Ρώσοι, μέσω της αναβάθμισης των ελληνορωσικών σχέσεων, αποβλέπουν στην αύξηση της πολιτικής επιρροής τους στην κρίσιμη γεωπολιτικά περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.  Επίσης, έχει προγραμματιστεί ειδική σύσκεψη στο Κρεμλίνο με τη συμμετοχή του προέδρου της Ρωσίας, Βλ. Πούτιν, του πρωθυπουργού, Α. Τσίπρα, και των υπουργών Άμυνας των δύο κρατών, με θέμα, μεταξύ άλλων,τη βελτίωση των ελληνορωσικών διπλωματικών σχέσεων και τη συνεργασία στον αμυντικό-βιομηχανικό τομέα.

Η Ελλάδα διαθέτει το ρωσικόπυραυλικό σύστημα μεγάλου βεληνεκούς S-300,που βρίσκεται εγκατεστημένο στην Κρήτη, αποτελεί στρατηγικό όπλο για τη χώρα μας και δημιουργεί μια ισχυρή αντιαεροπορική ομπρέλα. Όμως, το λειτουργικό και, γενικά, το λογισμικό τωνS-300 το γνωρίζουν μόνο οι Ρώσοι. Επίσης, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν ρωσικά αυτοκινούμενα αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα TOR – M1, αυτοκινούμενα αντιαεροπορικά Osa – AKM, αντιαρματικούς πυραύλους Kornet, συστήματα κατευθυνόμενων πυρομαχικών πυροβολικού Krasnopol – M1 και τρία σκάφη ταχείας μεταφοράς του Πολεμικού Ναυτικού, γνωστά ως ZUBR (αερόστρωμνα). Όλα αυτά,όμως, για να είναι επιχειρησιακά αξιόπιστα, χρειάζονται ανταλλακτικά και τεχνική υποστήριξη (συντήρηση) που μόνο η Ρωσία μπορεί να προσφέρει.

Επισημαίνουμε ότι την ενεργοποίηση της Μεικτής Διυπουργικής Επιτροπής (ΜΔΕ) Ελλάδας-Ρωσίας αποφάσισαν Μόσχα και Αθήνα, προετοιμάζοντας εντατικά τις επισκέψεις του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στις 8 Απριλίου και του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Π. Καμμένου, στη Μόσχα, ώστε να αποδώσουν τα μέγιστα  αποτελέσματα. Όμως, οι προβληματικές σχέσεις της Δύσης (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ)με τη Ρωσία,λόγω της κρίσης στην Ουκρανία, θέτουν πολλούς πρόσθετους περιορισμούς στα περιθώρια της συνεργασίας Ελλάδας – Ρωσίας.

Ελληνογερμανικές σχέσεις

Μία μέρα πριν από τη συνάντηση της καγκελαρίου, Α. Μέρκελ, με τον πρωθυπουργό, Α. Τσίπρα, συναντήθηκαν, όχι τυχαία, στο Βερολίνο οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών.Κατά την τρίωρη συζήτησή τους, οι δύο υπουργοί, Νίκος Κοτζιάς και Γουόλτερ Στάινμαγερ, αναζήτησαν τα κοινά σημεία που θα ενδυναμώσουν τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Γερμανία, ξεπερνώντας τις αγκυλώσεις και τις παρανοήσεις του πρόσφατου παρελθόντος.

Ειδικότερα, οι δύο υπουργοί αποφάσισαν να προσχωρήσουν πιο συντονισμένα σημαντικές πρωτοβουλίες, που έχουν «παγώσει»,όπως το Ελληνογερμανικό Ταμείο για το Μέλλον ή ακόμη και το Ινστιτούτο για την Ανάπτυξη (στο οποίο η γερμανική κρατική επενδυτική τράπεζα KfW έχει συνεισφέρει 100 εκατ. ευρώ στο ιδρυτικό του κεφάλαιο). Στην αναβάθμιση των ελληνογερμανικών σχέσεων στοχεύει και η σύσταση συντονιστικής ομάδας στο υπουργείο Εξωτερικών υπό τον πρώην πρέσβη της Ελλάδος στο Βερολίνο, Δημήτρη Ράλλη. Αναπόφευκτα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τέθηκε και το ζήτημα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου, αλλά οι δύο υπουργοί συμφώνησαν, πολύ γρήγορα,ότι… διαφωνούν.

*Ρεπορτάζ από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας το «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 28 Μαρτίου 2015.

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER