Πόση σχέση έχουν τα όπλα με την διαπραγμάτευση, οι Αξιωματικοί με τους «θεσμούς», τα χαρακώματα με τα ελλείμματα και ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός Μιχαήλ Κωσταράκος, με τον «τσάρο» της ελληνικής οικονομίας Γιάνη Βαρουφάκη;
Μεγάλη είναι η απάντηση αν κρίνουμε από τα όσα είπε σε ομιλία του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ο Α/ΓΕΕΘΑ, όπου φρόντισε μάλιστα ο ίδιος να τονίσει πως όλοι οι οργανισμοί που μετέχει η χώρα μας είναι μια αρένα που λύνονται διαφορές, είτε αυτές αφορούν τα εθνικά μας θέματα είτε το θέμα του ελλείμματος.
Οι επισημάνσεις του Α/ΓΕΕΘΑ αλλά και τα «καμπανάκια» που χτύπησε σίγουρα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον για κάθε διαπραγματευτική ομάδα αφού ο Στρατηγός Μιχαήλ Κωσταράκος, που σύντομα θα αφήσει την Αθήνα για να ηγηθεί του Ευρωστρατού, αναφέρθηκε σχεδόν σε όλα τα φλέγοντα ζητήματα που έχουν Στρατηγικό ενδιαφέρον, με ξεκάθαρο τρόπο, θυμίζοντας και μια σειρά από ρήσεις θεωρητικών της Στρατηγικής (Σουν Τσου, Κλαούζεβιτς, Κολιόπουλος, Μαυρόπουλος, κτλ…) με πρώτο βέβαια τον Θουκυδίδη που έλεγε πως «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».
Κάνοντας μάλιστα μια κεντρική τοποθέτηση που θα μπορούσε όμως να έχει εφαρμογή σε όλα τα εθνικά θέματα, συμπεριλαμβανομένης της οικονομίας ο Α/ΓΕΕΘΑ τόνισε μεταξύ άλλων πως η Στρατηγική οφείλει να προβλέπει και να προλαμβάνει και πρέπει να έχει σαφώς καθορισμένη την επιθυμητή τελική κατάσταση, ενώ σημείωσε πως η επιτυχής διαπραγμάτευση εξαρτάται από την ύπαρξη κοινού ενδιαφέροντος των μερών για την συμφωνία, την πειστική προβολή του κοινού οφέλους που μπορεί να προκύψει αλλά και από την ικανότητα του διαπραγματευτή να εξακριβώσει και να ικανοποιήσει τις κόκκινες γραμμές της άλλης πλευράς με επιδέξιο τρόπο.
Όπως μάλιστα τόνισε ο Στρατηγός στις Ένοπλες Δυνάμεις οι διαπραγματευτές διδάσκονται να ξέρουν τι θέλουν και τι μπορούν να ζητήσουν, να αποφεύγουν τα ψέματα, να δημιουργούν εμπιστοσύνη, να εξηγούν τα οφέλη της συμφωνίας, να κατανοούν την άλλη πλευρά αλλά και να προβάλουν τις συνέπειες από την μη επίτευξη συμφωνίας, να κατανοούν την αξία των προθεσμιών, να αναλαμβάνουν καλά υπολογισμένους κινδύνους και να επιβεβαιώνουν πως όλοι κατανοούν την συμφωνία…..
«Καμπανάκι» και για το «Σκοπιανό»
Αίσθηση όμως έκανε και η αναφορά του Α/ΓΕΕΘΑ στο λεγόμενο «Σκοπιανό» και την πιθανότητα να τραυματιστούν οι σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ. Αφού ο Α/ΓΕΕΘΑ ανέφερε: «Οι κίνδυνοι (risks) δεν πρέπει να συγχέονται με τις απειλές (threats). Οι απειλές υπάρχουν ούτως ή άλλως και οι τρωτότητές μας τους επιτρέπουν να εκδηλωθούν. Οι κίνδυνοι είναι δυνατό να εκδηλωθούν μόνο μετά την υιοθέτηση και εφαρμογή συγκεκριμένης στρατηγικής. Ένα παράδειγμα, εκτός των στενών αρμοδιοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων για να κατανοήσετε τη διαφορά είναι το εξής: Ως γνωστό, απειλή για τη Χώρα αποτελεί η αλυτρωτική ρητορική των Σκοπίων, εκφραζόμενη με ποικίλους τρόπους. Η στρατηγική της Ελλάδας επί του παρόντος περιλαμβάνει τον αποκλεισμό της ένταξης της χώρας αυτής στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, πριν τη διευθέτηση του θέματος του συνταγματικού της ονόματος χωρίς τη λέξη ή παράγωγα της λέξης «Μακεδονία». Η Στρατηγική μας αυτή μας έχει φέρει σε αντιθέσεις με κάποιες μεγάλες δυνάμεις (βλέπε ΗΠΑ) που επιθυμούν την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, για λόγους δικούς τους και βλέπουν ότι η συγκεκριμένη Στρατηγική της Ελλάδας είναι ανεπιθύμητη για αυτές. Αναδύεται λοιπόν ο κίνδυνος να τραυματισθούν οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, λόγω της συγκεκριμένης Στρατηγικής μας».
Κ.Α.
Δείτε ολόκληρη την ομιλία του Α/ΓΕΕΘΑ, Στρατηγού Μιχαήλ Κωσταράκου
Ομιλία κ. Α/ΓΕΕΘΑ
Στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών
του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Θεσσαλονίκη, 30 Απρ 2015
Αισθάνομαι μεγάλη χαρά, που βρίσκομαι σήμερα στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενός εξέχοντος πανεπιστημιακού Ιδρύματος του οποίου η φήμη είναι διεθνώς αναγνωρισμένη.[1] Η χαρά μου εντείνεται από το γεγονός ότι απευθύνομαι σε νέους, φερέλπιδες επιστήμονες. Εσείς είστε το μέλλον της Πατρίδας μας. Είναι πάντα χαρά για κάποιον σαν εμένα να συνομιλεί με τους νέους μας, όσο κι’ αν αυτό αποτελεί πρόκληση.
Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο πανεπιστημιακό ίδρυμα στο οποίο να ταιριάζει καλύτερα η σπουδή της Πολιτικής Επιστήμης, υπό το πρίσμα της ποιότητας του Πανεπιστημίου σας, αλλά κυρίως υπό το πρίσμα της πολιτιστικής παράδοσης που αυτό εκπροσωπεί. Μιας πολιτιστικής παράδοσης που εδράζεται στο βαρύ όνομα του Αριστοτέλη του συνθεμελιωτή κατά την άποψη μου, μαζί με τον Πλάτωνα της Πολιτικής Επιστήμης.
Ταυτόχρονα, αισθάνομαι και συγκίνηση, όπως κάθε φορά που βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη. Ίσως δεν είναι γνωστό στους περισσότερους από εσάς, αλλά η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη στη οποία γεννήθηκα και στην οποία πέρασα ένα σημαντικό και ιδιαίτερα παραγωγικό κατά τη γνώμη μου διάστημα της στρατιωτικής μου σταδιοδρομίας. Μπορώ λοιπόν κι εγώ, μετά λόγου γνώσης να συνταχθώ με εκείνους οι οποίοι την χαρακτηρίζουν σαν μια πόλη με ιδιαίτερο χρώμα, γεμάτη ενέργεια, ζωντάνια και δυναμισμό. Χαρακτηριστικά που μεταδίδει και στους κατοίκους της και τους κάνει να τη λατρεύουν.
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φοιτητές,
Προσκλήθηκα σήμερα να σας αναπτύξω ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και διαχρονικό θέμα, τη Στρατηγική και τις Διαπραγματεύσεις, με περαιτέρω εμβάθυνση στην εξέταση της θέσης της Ελλάδας τους Διεθνείς Οργανισμούς που μετέχει. Και χαρακτηρίζω το θέμα ως διαχρονικό διότι, παρά το ό,τι οι όροι αυτοί εμφανίζονται στο προσκήνιο κατά κύριο λόγο σε περιόδους κρίσης, κυρίως διπλωματικής, στρατιωτικής ή οικονομικής, στην πραγματικότητα, στρατηγικοί σχεδιασμοί εκπονούνται και υλοποιούνται συνεχώς ενώ διαπραγματεύσεις λαμβάνουν χώρα διαρκώς, σε διάφορα επίπεδα, είτε υπό το φως των προβολέων, είτε περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά και εν κρυπτώ.
Η Στρατηγική δεν αποτελεί κάποιο νεοπαγές εφεύρημα. Ο κάθε άνθρωπος, σε προσωπικό επίπεδο, καταστρώνει στρατηγικές για διάφορα θέματα που τον απασχολούν, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του και να εκπληρώσει τις προσδοκίες του. Το ίδιο συνέβαινε και συμβαίνει και στις διάφορες ομάδες ατόμων με κοινές επιδιώξεις, σε κάθε επίπεδο, είτε αυτό είναι εργασιακό, αθλητικό, πολιτικό ή άλλο.
Δεν θα επιχειρήσω να εμβαθύνω στη θεωρία της Στρατηγικής. Αναμφίβολα, έχετε γνώση του θέματος. Σας είναι, λιγότερο ή περισσότερο, γνωστά το πώς προσεγγίζουν τη «Στρατηγική» διάφοροι θεωρητικοί στη διάρκεια των τελευταίων 2500 ετών. Από την κλασσική ρεαλιστική ελληνική σκέψη του Θουκυδίδη σύμφωνα με τον οποίο η στρατηγική μεταξύ των κρατών επιβάλλεται από την τιμή, το συμφέρον και το φόβο όπου τελικά «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του», μέχρι και σήμερα υπήρξαν πολλοί και σημαντικοί που μας έδωσαν τις προσεγγίσεις τους. Κυριότεροι, κατά τη γνώμη μου, υπήρξαν:
- Ο Κινέζος στρατηγός SunTzu, σύγχρονος του Θουκυδίδη, ο οποίος στο διαχρονικής αξίας έργο του «Η Τέχνη του Πολέμου», εισήγαγε τη «Στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης».
- Ο Πρώσος στρατηγός CarlVonClausewitz ο οποίος στο έργο του
«Περί Πολέμου (OnWar)» εμβάθυνε στη φύση του πολέμου όπως είχε διεξαχθεί από το Ναπολέοντα και όρισε τη στρατηγική σε σχέση με αυτόν. Να μην ξεχνάμε ότι μέχρι τότε η στρατηγική ήταν στην ουσία αυτό που λέει η αρχαία ελληνική λέξη «Στρατηγία»: «Η τέχνη του στρατηγού»[2]. - Ο Άγγλος BasilLiddellHartεπιβεβαίωσετην έμμεση προσέγγιση του SunTzu, κυρίως όμως συνέδεσε τη στρατηγική με την πολιτική διαστέλλοντας το πεδίο εφαρμογής της πολύ πέραν των στρατιωτικών θεμάτων. Ο LiddellHart διατύπωσε και μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη για το σκοπό του πολέμου. Είπε ότι «σκοπός του πολέμου είναι μια καλύτερη ειρήνη»[3]. Σκεφτείτε το.
- Έχουμε βέβαια και τους δικούς μας θεωρητικούς. Μεταξύ αυτών, τον Κωνσταντίνο Κολιόπουλο που δίνει ένα γενικό ορισμό της Στρατηγικής επισημαίνοντας την εφαρμογή της σε συγκρουσιακό περιβάλλον, αλλά και τον Παναγιώτη Μαυρόπουλο που εστιάζεται στο επίπεδο της πολιτικής.
- Τέλος σας προβάλλονται οι κάποιες ειδικές έννοιες Στρατηγικής, όπως τις έχουμε αποδεχθεί στις Ένοπλες Δυνάμεις. Στον Διακλαδικό Κανονισμό μας έχουμε αποτυπώσει το χρησιμοποιούμενο από εμάς ορισμό της Εθνικής Στρατηγικής και της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής που είναι μια εκ των Στρατηγικών που συνθέτουν την Εθνική Στρατηγική.Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο στις θεωρήσεις περί Στρατηγικής. Στο ΓΕΕΘΑ είμαστε υποχρεωμένοι να λειτουργήσουμε και να σχεδιάσουμε. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε στη θεωρία. Πρέπει να είμαστε και είμαστε της πράξης. Για το λόγο αυτό υιοθετήσαμε και εφαρμόζουμε ένα πλαίσιο στρατηγικής ανάλυσης που το περιγράφω.
- Κέντρο οποιασδήποτε στρατηγικής είναι η εξυπηρέτηση κάποιων συμφερόντων. Και επειδή για μας η στρατηγική που εξετάζεται είναι εθνική, τα εξυπηρετούμενα συμφέροντα είναι τα εθνικά συμφέροντα. Τα εθνικά συμφέροντα περιέχουν πάντοτε τις αξίες του έθνους.
- Για την ανάδυση της εθνικής στρατηγικής λαμβάνεται υπόψη η ανάλυση του γεωστρατηγικού περιβάλλοντος ενδιαφέροντος της Ελλάδας. Στο γεωστρατηγικό (εξωτερικό) περιβάλλον διαμορφώνονται απειλές κατά των εθνικών συμφερόντων και παρουσιάζονται ευκαιρίες τις οποίες δυνάμεθα να εκμεταλλευθούμε για να εξυπηρετήσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.
- Ομοίως, στο εσωτερικό στο εσωτερικό του κράτους εντοπίζουμε, κατόπιν ανάλυσης, τις αδυναμίες-τρωτότητες που μας χαρακτηρίζουν αλλά και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα-ισχυρά σημεία υπεροχής μας.
- Για να ολοκληρώσουμε τη βάση που θα στηρίξουμε τη στρατηγική μας συνήθως δεν έχουμε όλα τα δεδομένα. Οπότε, τα υποθέτουμε, υπό μορφή παραδοχών, είτε αναπτύσσουμε και να επεξεργαζόμαστε εναλλακτικά και πιθανά σενάρια.
- Με βάση την ανάλυση του περιβάλλοντος και τις παραδοχές, καθορίζουμε τους στόχους (ends) της στρατηγικής.
- Οι στόχοι πάντοτε είναι προσανατολισμένοι στην εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων.
- Με βάση τους στόχους αλλά και τα διατιθέμενα μέσα, επιλέγουμε τους τρόπους-μεθόδους (ways) που θα ακολουθήσουμε για να επιτύχουμε τους στόχους μας. Αυτό το στάδιο αποτελεί την ανάδυση της στρατηγικής. Οι τρόποι (ways) είναι αυτή καθεαυτή η στρατηγική.
- Τα μέσα (means) τα οποία διαθέτουμε για την άσκηση εθνικής στρατηγικής συνήθως είναι διπλωματικά, πληροφοριακά (επιρροής), στρατιωτικά, οικονομικά, χρηματοοικονομικά, ασφαλείας πληροφοριών (intelligence), νομικής υποστήριξης. Άλλα μέσα μπορούν να είναι τα πολιτισμικά, θρησκευτικά κ.λπ.
- Κατά τον καθορισμό της στρατηγικής μας (ways) λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
o Αντιμετωπίζονται όλες οι απειλές που καταδείχθηκαν κατά την ανάλυση του εξωτερικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, λαμβάνεται μέριμνα για την εξάλειψη ή τη μείωση των επιπτώσεων όλων των τρωτοτήτων μας, όπως καταδείχθηκαν από την ανάλυση του εσωτερικού περιβάλλοντος.
o Γίνεται εκμετάλλευση όλων των ευκαιριών που παρουσιάζονται και όλων των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτουμε. - Τέλος, υπολογίζουμε τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από την υιοθέτηση της συγκεκριμένης στρατηγικής. Όταν επισημανθούν οι κίνδυνοι, καταδεικνύονται και τρόποι αντιμετώπισής τους.
- Οι κίνδυνοι (risks) δεν πρέπει να συγχέονται με τις απειλές (threats). Οι απειλές υπάρχουν ούτως ή άλλως και οι τρωτότητές μας τους επιτρέπουν να εκδηλωθούν. Οι κίνδυνοι είναι δυνατό να εκδηλωθούν μόνο μετά την υιοθέτηση και εφαρμογή συγκεκριμένης στρατηγικής. Ένα παράδειγμα, εκτός των στενών αρμοδιοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων για να κατανοήσετε τη διαφορά είναι το εξής: Ως γνωστό, απειλή για τη Χώρα αποτελεί η αλυτρωτική ρητορική των Σκοπίων, εκφραζόμενη με ποικίλους τρόπους. Η στρατηγική της Ελλάδας επί του παρόντος περιλαμβάνει τον αποκλεισμό της ένταξης της χώρας αυτής στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, πριν τη διευθέτηση του θέματος του συνταγματικού της ονόματος χωρίς τη λέξη ή παράγωγα της λέξης «Μακεδονία». Η Στρατηγική μας αυτή μας έχει φέρει σε αντιθέσεις με κάποιες μεγάλες δυνάμεις (βλέπε ΗΠΑ) που επιθυμούν την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, για λόγους δικούς τους και βλέπουν ότι η συγκεκριμένη Στρατηγική της Ελλάδας είναι ανεπιθύμητη για αυτές. Αναδύεται λοιπόν ο κίνδυνος να τραυματισθούν οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, λόγω της συγκεκριμένης Στρατηγικής μας.
- Οι σκοποί, οι τρόποι, τα μέσα και οι κίνδυνοι αποτελούν τα στοιχεία της στρατηγικής.Όπως αντιλαμβάνεστε, τελικά Στρατηγική είναι ο συσχετισμός των διαθεσίμων μέσων (“means”), μέσω συγκεκριμένων μεθόδων και τρόπων δράσης (“ways”) προκειμένου να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα (“ends”). Και για να φθάσουμε από την παρούσα κατάσταση σε μία άλλη, ανώτερη, καλύτερη ή γενικώς μεγαλύτερης αξίας, έχουμε πάντοτε πεπερασμένους πόρους. Και για αυτό η διαχείρισή τους οφείλει να είναι λελογισμένη και να υπακούει σε κάποιες αρχές. Και οι αρχές που ακολουθούμε εμείς, στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι οι εξής οκτώ:
- Η Στρατηγική πρέπει να προβλέπει και να προλαμβάνει. Η Στρατηγική παρέχει κατευθύνσεις για την χρήση της ισχύος κατά τρόπο πειστικό (“persuasive”) ή καταναγκαστικό (“coercive”) ως προς τον αντίπαλο, προκειμένου να επιτευχθεί κάποια επιθυμητή τελική κατάσταση, η οποία ασφαλώς αναφέρεται στο μέλλον. Εν προκειμένω για τις Ένοπλες Δυνάμεις, είναι πρόδηλο ότι η Στρατηγική μας οφείλει να υφίσταται και να εφαρμόζεται από τον καιρό της ειρήνης. Ειδάλλως θα οδηγηθούμε σε κρίσεις οι οποίες, γενικώς, δεν είναι επιθυμητές. Καταλαβαίνετε ότι όχι μόνο πρέπει να προβλέπουμε αλλά και να προλαμβάνουμε τις κρίσεις. Στρατηγική και διαχείριση Κρίσεων είναι τελείως διαφορετικά πράγματα, θα έλεγα αντίθετα μεταξύ τους.
- Απαραίτητος ο σαφής καθορισμός της τελικής κατάστασης. Είναι αυτονόητο νομίζω ως αρχή. Αυτό που δεν είναι αυτονόητο είναι ότι η αρχή αυτή εκπληρώνεται. Ο λόγος είναι ότι η κουλτούρα της στρατηγικής αντίληψης των πραγμάτων δεν έχει εμπεδωθεί σε όλους. Και αναφέρομαι στις πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες οφείλουν να μας καθορίσουν την τελική κατάσταση. Αν αυτή δεν είναι σαφής (και πολλές φορές δεν ήταν) το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καταστροφικό. Ευτυχώς τώρα δεν συμβαίνει. Έχουμε ξεκάθαρη τελική κατάσταση την οποία έχει εγκρίνει η πολιτική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Θα ήθελα πάντως, στο σημείο αυτό, να σημειώσω την απουσία της επίσημης καταγραφής και κοινοποίησης σε όλους τους Έλληνες των Εθνικών Συμφερόντων. Καταλαβαίνεται ότι χωρίς να γνωρίζεις τα Εθνικά Συμφέροντα, δεν μπορείς να προσανατολίσεις ανάλογα τους στόχους της Στρατηγικής. Αρμοδιότητα να καθορίσει τα Εθνικά Συμφέροντα έχει η Κυβέρνηση. Εμείς για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στο σχεδιασμό μας, προτείναμε ένα κατάλογο Εθνικών Συμφερόντων, ο οποίος έγινε αποδεκτός έμμεσα από την ιεραρχία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, διά της έγκρισης της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής. Δεν αποτελεί όμως την επίσημη έκφραση της Κυβέρνησης περί του θέματος. Βλέπετε τον κατάλογο που προτείναμε ενώ, από τα Εθνικά Συμφέροντα, αυτά που κυρίως σχετίζονται με την εφαρμογή της στρατιωτική ισχύος είναι τα προβαλλόμενα. - Μια άλλη αρχή είναι η Κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των επιθυμητών στόχων, των μεθόδων με τις οποίες επιδιώκεται η επίτευξη των στόχων και των διαθεσίμων πόρων. Η χρήση περισσότερων ή λιγότερων πόρων σε κάθε επιμέρους στάδιο της στρατηγικής που έχει εκπονηθεί, είναι δυνατόν να οδηγήσει είτε στη μη διαθεσιμότητά τους σε μεταγενέστερο στάδιο, είτε στη μη επίτευξη του επιθυμητού στόχου αντιστοίχως. Το αποτέλεσμα τόσο της υπερβολής όσο και της έλλειψης επάρκειας θα είναι η συνολική αποτυχία του εγχειρήματος. Ομοίως, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται οφείλουν να είναι οι κατάλληλες κάθε φορά (με την ίδια λογική που χρησιμοποιείς το κατάλληλο εργαλείο για να κάνεις μια συγκεκριμένη εργασία).
- Ο πολιτικός σκοπός κυριαρχεί επί της Στρατηγικής. Ο πολιτικός σκοπός, ο οποίος εκφράζεται από την πολιτική ηγεσία, την Κυβέρνηση, μας παρέχει όχι μόνο την επιδιωκόμενη τελική κατάσταση, αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούμε. Παράδειγμα: Σεβασμός των Αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή εφαρμογή της Αρχής της «Αναλογικότητας».
- Η Στρατηγική είναι ιεραρχική. Όπως σας ανέφερα και προηγουμένως η Στρατηγική των Ενόπλων Δυνάμεων, η εθνική στρατιωτική Στρατηγική είναι μια εκ των συνιστωσών της Εθνικής Στρατηγικής. Πηγάζει δηλαδή ευθέως από τις επιταγές της Κυβέρνησης, η οποία εξασφαλίζει και διατηρεί τον έλεγχο και τη επιρροή της επί αυτής. Η νομοθεσία προβλέπει ότι την Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική την εγκρίνει ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας.
- Η Στρατηγική έχει ολιστικό χαρακτήρα. Δεν υφίσταται αυτόνομη και αυτονομημένη Στρατιωτική Στρατηγική. Κατά την εκπόνηση της στρατηγικής δεν μπορεί κανείς να αγνοεί τις στρατηγικές ανωτέρου επιπέδου (εθνική στρατηγική) ή τις στρατηγικές άλλων φορέων (π.χ. βιομηχανική στρατηγική, στρατηγική εκμετάλλευσης εθνικών πόρων κ.λπ.). Κάθε παράγοντας, εσωτερικός ή εξωτερικός οφείλει να καταγράφεται και να εξετάζεται, για την αποφυγή ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων.
- Η Στρατηγική εκπονείται κατόπιν ενδελεχούς ανάλυσης και κατανόησης του στρατηγικού περιβάλλοντος. Προς τούτο οι αναλύσεις μας είναι, θα έλεγα, «εξουθενωτικές» και διαλαμβάνουν τόσοι το εξωτερικό περιβάλλον όσιο και το εσωτερικό.
- Η Στρατηγική έχει κόστος. Δεν παραβλέπεται ότι από κάθε Στρατηγική αναδύονται κίνδυνοι. Αυτούς πρέπει να τους υπολογίσουμε και τους υπολογίζουμε με το μοντέλο που προβάλλεται. Πρόκειται για ένα κατάλογο ελέγχου κάποιων παραγόντων (τύπου checklist) με τον οποίο διερευνούμε την πιθανότητα η Στρατηγική μας να καταλήξει σε μη διαχειρίσιμους κινδύνους. Διακρίνουμε 5 ομάδες παραγόντων που ελέγχονται, σχετιζόμενες με την καταλληλότητα, τα επιθυμητά αποτελέσματα, την εφικτότητα, την αποδοχή και αντοχή της Στρατηγικής στο χρόνο.Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να μείνει από το πρώτο τμήμα της παρουσίασής μου, είναι ότι οι πραγματικές στρατηγικές έχουν πραγματικό κόστος τόσο σε πόρους όσο και σε επακόλουθες καταστάσεις.Επανέρχομαι στο πλαίσιο στρατηγικής ανάλυσης που σας περιέγραψα λίγο πριν. Αντιλαμβάνεστε ότι αν πρόκειται για Εθνική Στρατηγική τότε οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν για την Κυβέρνηση ένα από τα μέσα άσκησης της Στρατηγικής αυτής. Αν όμως περάσουμε σε χαμηλότερο επίπεδο, αυτό της Στρατιωτικής Στρατηγικής, τότε τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Οι Ένοπλες Δυνάμεις εμπλέκονται σε όλες τις κατηγορίες μέσων. Εν τάχει:
- Τα Διπλωματικά μέσαπεριλαμβάνουν τις διπλωματικές μας αποστολές(πρεσβείες, λοιπές αποστολές), όπου επιδιώκεται κατάλληλη οργάνωση και στελέχωσή τους, με ανάλογο στρατιωτικό προσωπικό (Ακόλουθοι Άμυνας κ.λπ.). Ασφαλώς εδώ ο πρώτος ρόλος παραμένει στην ελληνική διπλωματία με την οποία όμωςέχουμε στενή συνεργασία τόσο ως ΓΕΕΘΑ αλλά και ως Υπουργείο Εθνικής
- Τα Πληροφοριακάμέσα περιλαμβάνουν κυρίως τη δημόσια διπλωματία (publicdiplomacy). Κυριότεροι εκφραστές της δημόσιας διπλωματίας είναι ασφαλώς οι πολιτειακές και πολιτικές αρχές (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Πρωθυπουργός, μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, λοιπά θεσμικά πολιτικά πρόσωπα). Εδώ οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν σημαντικός ρόλο κυρίως διά των ΑΚΑΜ κ.λπ., στη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών, από και με χώρες ενδιαφέροντος. Χωρίς ορθή πληροφόρηση και ανταλλαγή πληροφοριών δεν είναι δυνατή η άσκηση ορθής δημόσιας διπλωματίας, ούτε φυσικά και της κλασσικής διπλωματίας και της ενεργοποίησης των λοιπών παραγόντων της Εθνικής Ισχύος.
- Τα Στρατιωτικάμέσα περιλαμβάνουν κατ’ αρχήν τους Κλάδους των ΕΔ (Στρατό Ξηράς, Πολεμικό Ναυτικό και Πολεμική Αεροπορία) που είναι επιφορτισμένη με την εξασφάλιση της άμυνας της Χώρας. Επιπλέον περιλαμβάνουν τα Όργανα Δημόσιας Στρατιωτικής Διπλωματίας,τους Εθνικούς Αντιπροσώπους, τις Πολυεθνικές Οντότητες Επιχειρήσεων και Εκπαίδευσης που εδρεύουν στη Χώρα μας (NRDC-GR, ΚΕΝΑΠ, ΠΚΕΕΥΕ) και τις στρατιωτικές διευκολύνσεις σε άλλες χώρες.Κυρίες και Κύριοι,Η Ελλάδα έχει αποδίδει, και ορθά κατά τη γνώμη μου, μεγάλη σημασία στην ενεργό συμμετοχή της στα διεθνή fora, προκειμένου να δύναται να συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων και στη διαμόρφωση αυτών κατά τρόπο ευνοϊκό προς τα Εθνικά Συμφέροντα. Η Χώρα είναι ιδρυτικό μέλος των Ηνωμένων Εθνών, μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1981 (τότε ως ΕΟΚ) και του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη από το 1995. Επιπλέον, συμμετέχει σε μεγάλο αριθμό διεθνών οργανισμών, παγκόσμιας και περιφερειακής εμβέλειας. Η συμμετοχή σε αυτούς τους Οργανισμούς συνεπάγεται την καθημερινή εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις χαμηλού ή υψηλού προφίλ.Θα σας μεταφέρω την προσωπική μου άποψη για την εικόνα της θέσης της Ελλάδας στους Διεθνείς Οργανισμούς στους οποίους συμμετέχουμε δια του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
Το ειδικό βάρος μιας χώρας σε Οργανισμούς προσανατολισμένους στην κατεύθυνση της Άμυνας και εν γένει της Ασφάλειας, εξαρτάται
- Το επίπεδο της οικονομικής τους συνεισφοράς στον προϋπολογισμό του Οργανισμού, και
- Το επίπεδο της συμμετοχής της με δυνάμεις σε αποστολές του Οργανισμού.Η Ελλάδα, υπό το βάρος της προσπάθειας ανάκαμψης από την δημοσιονομική κρίση, δεν δύναται να συνεισφέρει, πέραν του αναλογούντος σε αυτήν ποσού, στη χρηματοδότηση της λειτουργίας των Οργανισμών. Εκπληρώνει βεβαίως τις οικονομικές της υποχρεώσεις, όπως αυτές προκύπτουν από τα καταστατικά κείμενα.Διαθέτει όμως ένα αμυντικό σύστημα το οποίο συγκαταλέγεται στα κορυφαία σε παγκόσμιο επίπεδο, τόσο σε επίπεδο αριθμών, όσο και σε επίπεδο ετοιμότητας και εκπαίδευσης. Τη στιγμή που εκθέσεις κυβερνητικών φορέων και μη διαψευσθέντα δημοσιεύματα εφημερίδων αποκαλύπτουν αποκαρδιωτικές διαθεσιμότητες σε πολυδιαφημισμένα κύρια οπλικά συστήματα χωρών μεγάλου ειδικού βάρους στη διεθνή σκηνή, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις απολαμβάνουν της αυξημένης ετοιμότητας του επιχειρησιακού επιπέδου τους. Και αυτό αναγνωρίζεται διεθνώς, τόσο ως απόρροια της συμμετοχής μονάδων μας σε αποστολές και επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και των ειδικών αποστολών υψηλού προφίλ που αναλαμβάνονται από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Και αναφέρομαι στις αποστολές εκκένωσης αμάχων από εμπόλεμες ζώνες ή περιοχές έντασης και ταραχών. Αποστολές όπως εκείνες στο Δυρράχιο (1997), το Λίβανο (2006) και την Τρίπολη της Λιβύης (2014) αλλά και το 2011.Η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός των οποίων απολαμβάνουν οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις μεταξύ των Συμμάχων και Εταίρων, αποτυπώνεται και σε τρία επιπλέον, χαρακτηριστικά γεγονότα:
- Επιχείρηση «ATALANTA»
o Με τα ψηφίσματα 1814, 1816, 1838 και 1846/2008, του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβε τη διεξαγωγή της επιχείρησης «ATALANTA», για την αντιμετώπιση της πειρατείας στο Κέρας της Αφρικής.
o Σκοπός της επιχείρησης είναι:
§ Η προστασία των πλοίων του Παγκοσμίου Προγράμματος Επισίτισης, τα οποία διανέμουν επισιτιστική βοήθεια στη Σομαλία για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης
§ Η προστασία των εμπορικών σκαφών, τα οποία πλέουν στον Κόλπο του Αden και ανοικτά των ακτών της Σομαλίας, καθώς και η αποτροπή, παρεμπόδιση και πάταξη πειρατικών ενεργειών και ενεργειών ένοπλης ληστείας και γενικότερα η προσπάθεια να διατηρηθούν οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών ανοικτές στη ναυσιπλοΐα.
o Η διοίκηση της επιχείρησης κατά το πρώτο τετράμηνο αυτής, οπότε και έπρεπε να αντιμετωπισθούν πρωτόγνωρες καταστάσεις και να τεθούν οι βάσεις επιτυχούς συνέχισής της, ανατέθηκε σε Έλληνα Αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού, επιβαίνοντα με το πολυεθνικό επιτελείο του επί της Φρεγάτας «ΨΑΡΑ». - Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία έχει αναλάβει καθήκοντα AirPolicing στην Αλβανία, εκ περιτροπής με την Ιταλία, ενώ τον περασμένο χρόνο (18-03-2014) υπογράφηκε και τεχνική συμφωνία με τη Βουλγαρία για την εκτέλεση διασυνοριακών επιχειρήσεων εναέριας επιτήρησης (“cross-borderaerialsurveillanceoperations”).
- Με το ψήφισμα 2134/2014 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβε τη διεξαγωγή της επιχείρησης «EUFORRCA», για την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ασφάλειας στην πρωτεύουσα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, Bangui. Η διοίκηση της επιχείρησης, η οποία ολοκληρώθηκε επιτυχώς την 23 Μαρτίου 2015, ανατέθηκε στο Ελληνικό Στρατηγείο Επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην περιοχή της Λάρισας, το οποίο η Χώρα μας διέθεσε.Οι προαναφερθείσες αναθέσεις σημαντικών καθηκόντων στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και η επιτυχής ανταπόκρισή τους σε αυτά, αποτελούν την έμπρακτη αναγνώριση του επιπέδου τους, το οποίο αντανακλά και στη θέση της Ελλάδας στους διεθνείς Οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι επιχειρήσεις. Σήμερα, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων συμμετέχουν σε 13 επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, με την επίδειξη της ελληνικής σημαίας, σε χώρες δοκιμαζόμενες από αστάθεια και ανθρωπιστική κρίση και τη συμβολή στις διεθνείς προσπάθειες στήριξής τους, δίνουν στην Ελλάδα διπλωματικό κεφάλαιο για περαιτέρω αξιοποίηση.Θα μείνω σε αυτό που ανέφερα πριν από λίγο, στο «διπλωματικό κεφάλαιο». Και θα επιμείνω γιατί η διπλωματία είναι κατ’ εξοχήν αυτή που ασχολείται με τη διαπραγμάτευση.Το παγκοσμιοποιημένο διεθνές περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως σύνθετο κα πολύπλοκο. Έως και τη λήξη του «Ψυχρού Πολέμου», οι διεθνείς σχέσεις ήταν γενικά πιο απλές. Η ύπαρξη του αντίπαλου δέους κρατούσε κάθε άλλης μορφής ένταση σε καταστολή. Η απώλεια του δέους αυτού, απελευθέρωσε δυνάμεις οι οποίες αύξησαν το επίπεδο ανασφάλειας και των τριβών σε πολλές περιοχές του γεωστρατηγικού ενδιαφέροντός μας, μεταξύ των οποίων και στην άμεση γειτονιά μας.
Οι Οργανισμοί που συμμετέχουμε δεν είναι πλέον fora όπου οι Σύμμαχοι ή οι εταίροι θα ανταλλάξουν απόψεις και θα συζητήσουν πως θα αντιμετωπίσουν την κοινή απειλή. Είναι περισσότερο μια αρένα όπου οι «Σύμμαχοι» επιλύουν τις διαφορές τους. Και αυτό δεν είναι υπερβολή. Σκεφθείτε μόνο τι γίνεται σε μερικά από τα εθνικά μας θέματα, όπως το Κυπριακό, το Μακεδονικό, αλλά και το θέμα του ελλείμματος. Οι συζητήσεις που διεξάγονται κατ’ εξοχήν αναδεικνύουν τις διαφορές μας με του Συμμάχους και εταίρους μας. Και καθιστούν τις διαπραγματεύσεις επιτακτική ανάγκη.
Στο σύγχρονο διεθνές σύστημα, όπως αυτό διαμορφώθηκε την επαύριον δύο Παγκοσμίων Πολέμων, η προσφυγή στην απειλή χρήσης ή τη χρήση βίας, είναι καταδικαστέα. Η επίλυση των όποιων διαφορών μέσω διαπραγματεύσεων αποτελεί απαίτηση. Η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά στην σύμπηξη συνεργασιών, μόνιμων ή ευκαιριακών, μεταξύ δρώντων με συμπλέοντα συμφέροντα, είτε, αντιθέτως και συνηθέστερα, στην επίλυση διαφορών κατά τρόπο επωφελή και συμφέροντα για κάθε πλευρά.
Η Χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να απέχει. Και η ιστορία απέδειξε ότι όταν κάποιος απέχει τότε τα αποτελέσματα δεν είναι ευνοϊκά για αυτόν.
Τι απαιτείται για να έχεις πιθανότητες επιτυχίας στις διαπραγματεύσεις; Διπλωματικό κεφάλαιο. Και σε αυτό δεν αναφέρομαι μόνο στους διπλωμάτες του Υπουργείου Εξωτερικών.
Η διαπραγμάτευση είναι πλήρως ενταγμένη στην καθημερινότητα των αντιπροσώπων μας στο ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Το ζητούμενο των επαφών των αντιπροσώπων μας με τους ομολόγους τους των άλλων χωρών-μελών είναι η διερεύνηση των προθέσεών τους επί του ενός ή του άλλου θέματος και η προσπάθεια προσεταιρισμού και εξασφάλισης της ευνοϊκήςτους στάσης στα εθνικά μας θέματα.Καθημερινά αποστέλλονται οδηγίες κατάλληλου χειρισμού των θεμάτων αυτών, πάντοτε σε συντονισμό με τις αρμόδιες υπηρεσίες στην Ελλάδα, σε επίπεδο Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και Υπουργείου Εξωτερικών αλλά και τρίτων συναρμοδίων Υπουργείων κατά περίπτωση. Ασφαλώς όταν παίρνουμε από κάποιους τους χρωστάμε. Η διαπραγμάτευση είναι «δούναι και λαβείν». Και στις συναλλαγές ξέρουμε ότι όλοι είναι ευχαριστημένοι, όταν όλοι είναι κερδισμένοι.
Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η παρουσία της Χώρας μας με καταρτισμένο, υψηλού επιπέδου προσωπικό στους Οργανισμούς αυτούς και η ανελλιπής συμμετοχή μας, μέσω των εθνικών αντιπροσώπων, στα συνέδρια και τις Ομάδες Εργασίας που επεξεργάζονται αντικείμενα αυξημένου ενδιαφέροντος η ιδιαίτερης ευαισθησίας είναι εθνική απαίτηση και όχι πολυτέλεια.
Επιπλέον, δραστηριοποιηθεί έντονα στην ανάπτυξη των διμερών σχέσεων με διάφορες χώρες. Η εξωστρέφεια που επιδείχθηκε ήδη αποδίδει καρπούς. Η σύναψη Συμφωνιών Στρατιωτικής Συνεργασίας και η υλοποίηση Προγραμμάτων Στρατιωτικής Συνεργασίας με αυτές, ενδυναμώνει τους δεσμούς φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των χωρών μας, δεσμών οι οποίοι σταδιακά διαχέονται ευρύτερα στις αντίστοιχες κοινωνίες και λαούς. Κατά την ανταλλαγή επισκέψεων υψηλού επιπέδου με τις αντίστοιχες πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες των Ενόπλων Δυνάμεων, γίνονται διαπραγματεύσεις για την από κοινού προώθηση θεμάτων αμοιβαίου ενδιαφέροντος και για την υποστήριξη ενός αλλήλου σε θέματα ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος για κάποιον εκ των συνομιλητών. Διότι, όπως ανέφερα και προηγουμένως, οι διαπραγματεύσεις δεν αφορούν μόνο στην επίλυση διαφορών μεταξύ μερών. Αφορούν και στη σύμπηξη συμμαχιών και συνεργασιών για την προώθηση των Εθνικών Συμφερόντων.
Κάθε διαπραγμάτευση είναι διαφορετική. Από το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων, τον αριθμό των εμπλεκομένων μερών και την εθνική προέλευσή τους, την πολυπλοκότητα και τη βαρύτητα του θέματος, τη σημασία που η κάθε πλευρά αποδίδει στο αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, το ιστορικό ή συναισθηματικό φορτίο που το προς διευθέτηση θέμα φέρει για κάθε πλευρά, αλλά και λόγω πλήθους επιπλέον μεταβλητών, κάθε διαπραγμάτευση αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση[4].
Σύμφωνα με κάποιους που έχουν σπουδάσει το θέμα υφίστανται πέντε παράγοντες που παίζουν κρίσιμο ρόλο στη επιτυχή έκβαση διαπραγματεύσεων[5]. Αυτοί είναι οι ακόλουθοι:
- Η ύπαρξη κοινού ενδιαφέροντος για την επίτευξη συμφωνίας
- Η ικανότητα του διαπραγματευτή να εξακριβώσει και να ικανοποιήσει τα «σημεία αντίστασης» – τις κόκκινες γραμμές – της άλλης πλευράς.
- Το σημείο συνάντησης των δύο πλευρών βρίσκεται στο διάστημα μεταξύ των αντιστοίχων «κόκκινων γραμμών». Όσο ευρύτερο είναι το διάστημα αυτό, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα των πλευρών να δοκιμάσουν συνδυασμούς παραχωρήσεων και αιτημάτων, ώστε να διαμορφωθεί ένα πακέτο το οποίο ικανοποιεί όλους τους εμπλεκόμενους.
- Σύμφωνα με τον deCallieres, «Το μεγαλύτερο μυστικό των διαπραγματεύσεων είναι να προβάλεις πειστικά το κοινό όφελος και των δύο πλευρών, από την επίλυση μιας διαφοράς. Η αποτυχία να ικανοποιηθεί αυτή η αρχή, θα κυοφορεί τον σπόρο της διάλυσής της.»
- Ο τελευταίος παράγοντας για επιτυχείς διαπραγματεύσεις, είναι η ανθρώπινη διάσταση των επιδέξιων διαπραγματευτών.Είναι ασφαλώς κατανοητό ότι, σε επίπεδο κρατών, οι διαπραγματεύσεις αναλαμβάνονται από εκπροσώπους με βαθιά γνώση του προς διευθέτηση αντικειμένου, ειδική εκπαίδευση σε θέματα διαπραγματεύσεων και εκτενή εμπειρία, προκειμένου να διασφαλίζονται, κατά το δυνατόν, υψηλές πιθανότητες επιτυχίας. Συνήθως, οι διαπραγματευτές πλαισιώνονται από ομάδα εμπειρογνωμόνων και τεχνοκρατών, οι οποίοι με τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, καλύπτουν όσο το δυνατό καλύτερα το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, υφίστανται τακτικές και κανόνες, που ακολουθούμενοι μεγιστοποιούν τις πιθανότητες για μια επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων. Εμείς, στους δικούς μας διαπραγματευτές, διδάσκουμε ένα αριθμό κανόνων που σε γενικές γραμμές είναι εφαρμόσιμοι σε κάθε διαπραγμάτευση[6]. Ας δούμε ποιοι είναι αυτοί:
- Γνώριζε τι θέλεις και με τι μπορείς να ζήσεις. Είναι κρίσιμο το να ξέρεις τι θέλεις πραγματικά να αποκομίσεις από μια διαπραγμάτευση, και ποιο είναι το ελάχιστο αποδεκτό αποτέλεσμα από αυτές. Με λίγα λόγια να γνωρίζεις ποια είναι τα περιθώριά σου, που στην ουσία είναι οι «κόκκινες γραμμές» μεταξύ των δύο πλευρών.
- Μελέτησε τον αντίπαλο διαπραγματευτή. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι κατά βάθος, οι διαπραγματεύσεις είναι μια διαπροσωπική και ανθρώπινη διεργασία, η διάρκεια της οποίας είναι απροσδιόριστη και, ενδεχομένως, μακρόχρονη. Η εκ προοιμίου μελέτη του εκπροσώπου της άλλης πλευράς, μπορεί να αποκαλύψει σημεία του χαρακτήρα, της τακτικής, των αδυναμιών, των εμμονών και ευαισθησιών, τα οποία, αξιοποιήσιμα, θα δώσουν πλεονέκτημα στην ημέτερη πλευρά.
- Απέφευγε τα ψέματα και δημιούργησε κλίμα εμπιστοσύνης. Τα ψεύδη, αναπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, αποκαλύπτονται. Η πλέον σημαντική ιδιότητα ενός διαπραγματευτή είναι η αξιοπιστία του. Εάν αυτή τρωθεί, η ζημιά δεν είναι αναστρέψιμη. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να εμπιστεύεσαι και να απολαμβάνεις της εμπιστοσύνης του συνομιλητή σου. Οι υποσχέσεις που δίδονται πρέπει να τηρούνται. Οι υπαναχωρήσεις τραυματίζουν τη σχέση και αποτελούν πισωγύρισμα για τη διαδικασία.
Προσωπικά έχω προσπαθήσει πολύ στο θέμα αυτό. Έχω έλθει σε επαφή με όλους τους ομολόγους μου στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ αλλά και πλήθος άλλων κρατών ενδιαφέροντος, όπως τα βαλκανικά και τα αραβικά κράτη, κράτη της πρώην Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, το Ισραήλ και η Κίνα. Στόχος μου είναι η καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης. Δε σας κρύβω ότι είμαι ευτυχής που οι σχέσεις μου με κάποιους από αυτούς έχουν ξεπεράσει την εμπιστοσύνη και έχουν φτάσει στη φιλία. - Να εξηγείς στην άλλη πλευρά κατά τρόπο σαφή, τα οφέλη που θα αποκομίσει από την επίτευξη της συμφωνίας. Είναι σημαντικό να κατανοήσει τα κέρδη που θα της αποφέρει μια συμφωνία και ο τρόπος με τον οποίο θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντά της.
- Δείχνε ότι κατανοείς το πόσο δύσκολο είναι για την άλλη πλευρά να προβεί σε παραχωρήσεις. Η επίδειξη συμπάθειας και κατανόησης κάνει πιο εύκολη και πιο πιθανή την προσφορά δύσκολων παραχωρήσεων από τους συνομιλητές.
- Πέραν της κατανόησης, πρόβαλε επίσης και τις συνέπειες από την μη επίτευξη συμφωνίας. Τις περισσότερες φορές, μια «λιγότερο από ιδανική» συμφωνία είναι προτιμότερη από τη μη συμφωνία.
- Να κατανοείς την αξία και τους περιορισμούς των προθεσμιών. Οι προθεσμίες έχουν ως σκοπό τη εξάσκηση πίεσης στους διαπραγματευόμενους. Δεν πρέπει να τίθενται αναίτια και οπωσδήποτε όχι αν δεν είναι κάποιος προετοιμασμένος να ζήσει με τις συνέπειες παρέλευσής τους χωρίς αποτέλεσμα.
- Να αναλαμβάνεις μόνο καλά υπολογισμένους κινδύνους (risks). Παρότι η φιλοσοφία των διαπραγματεύσεων είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας επωφελούς για όλους (win-winoutcome), χρειάζεται η καλλιέργεια της πεποίθησης στην άλλη πλευρά ότι και η αποχώρηση από τις διαπραγματεύσεις, αν δεν προωθηθούν τα οικεία συμφέροντα, είναι μια επιλογή.
- Επιβεβαίωσε ότι όλες οι πλευρές κατανοούν τα συμφωνηθέντα. Το γλωσσικό εμπόδιο και η διαφορετική αντίληψη της ερμηνείας λέξεων και όρων μπορεί να αποβεί, σε δεύτερο χρόνο, καταστροφική για μια συμφωνία. Όροι οι οποίοι δύνανται να έχουν πολλαπλές ερμηνείες πρέπει να ξεκαθαρίζονται και να συμφωνείται το ακριβές νόημά τους.
- Συναφώς με τον προηγούμενο κανόνα, η σύνοψη των συμφωνηθέντων και της προόδου που συντελέσθηκε στο τέλος κάθε συνάντησης, ξεκαθαρίζει το τοπίο και θέτει τη βάση έναρξης της επόμενης συνάντησης.Αυτό που λέμε και θα πρέπει να κατανοεί ο καθένας από τους διαπραγματευτές μας είναι ότι διαπραγμάτευση είναι συγκροτημένη και επίσημη διαδικασία συζητήσεων, με σκοπό την εξεύρεση λύσεως σε κάποιο πρόβλημα. Η έμφαση αποδίδεται στην αναγνώριση ύπαρξης προβλήματος, το οποίο είναι προς το κοινό συμφέρον να επιλυθεί. Δεν πρόκειται για εμπλοκή σε μια «open-ended» διαδικασία χειραγώγησης ή επηρεασμού του αντιπάλου, με συνεχείς εναλλαγές θέσεων, με προσφορές και αντιπροσφορές και με απειλές χρήσης βίας, με σκοπό τον εξαναγκασμό του αντιπάλου σε υποχώρηση. Αυτό μάλλον θυμίζει, επιτρέψτε μου την έκφραση, «παζάρι» χαμηλής ποιότητας.
Κυρίες και Κύριοι,
Η Ελλάδα αποτελεί πηγή σταθερότητας και «πάροχο ασφαλείας» (securityprovider) σε μια γεωγραφική περιοχή στην οποία συσσωρεύονται «καταναλωτές ασφάλειας» (securityconsumers). Η γεωγραφική της θέση, η ιστορική της πορεία σεβασμού των παγκοσμίως αναγνωρισμένων αρχών και αξιών και η ισχύς της, της προσδίδουν αναγνώριση στους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει. Κάτι το οποίο διαπιστώνω τακτικά σε επίπεδο ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης και που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω προσωπικά και σε επίπεδο Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπου πρόσφατα προσκλήθηκα να συμμετάσχω, ως Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων μιας χώρας που προσφέρει στις αποστολές του Οργανισμού.
Απαιτείται όμως προσπάθεια και επαγρύπνηση. Η θέση την οποία έχουμε, πρέπει να διατηρηθεί και να αναβαθμισθεί. Απαιτείται η ενεργός συμμετοχή, η διεπαφή, η μελέτη του διεθνούς περιβάλλοντος και των εξελίξεων, υπό πρίσμα αντικειμενικό. Η έγκαιρη διάγνωση της πορείας των διεθνών εξελίξεων και τάσεων δημιουργεί ευκαιρίες για εκείνον ο οποίος έχει τη διορατικότητα να τις εντοπίσει και την ευελιξία να διαμορφώσει έγκαιρα τις κατάλληλες στρατηγικές ώστε να τις εκμεταλλευθεί. Και σας διαβεβαιώνω ότι ό,τι έχουμε κερδίσει τα τελευταία χρόνια δεν είναι τυχαίο. Είναι προϊόν συγκροτημένης στρατηγικής και προέκυψαν μέσω διαπραγματεύσεων.
Απαιτείται εξωστρέφεια και διεπαφή, με ειλικρίνεια, αποφασιστικότητα και ρεαλισμό. Στο διεθνές σύστημα δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι ή μόνιμοι εχθροί, παρά μόνο σύμπλευση και απόκλιση συμφερόντων, σε διαφορετικά ζητήματα. Το σημερινό παράδειγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι χαρακτηριστικό.
Κυρίως όμως απαιτείται η ύπαρξη εκείνου του ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο κατάλληλα καταρτισμένο και εκπαιδευμένο, θα υλοποιήσει όλα τα ανωτέρω. Και αυτός είναι ο δικός σας ρόλος, ως νέοι επιστήμονες.
Η πορεία σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι εύκολη. Τα κράτη δεν παραχωρούν εύκολα τα δικαιώματά τους, δεν φεύγουν εύκολα από τις παγιωμένες θέσεις τους, δεν αποποιούνται τα εθνικά τους συμφέροντα. Κάποιες φορές αναπόφευκτα θα οδηγηθούμε λόγω των διαφορών σε κρίση. Η διαχείριση των κρίσεων είναι πολύ σημαντική. Και θα πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις κρίσεις.
Τα παραδείγματα των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού, αλλά και της διαδικασίας ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή, το Παλαιστινιακό ζήτημα είναι χαρακτηριστικά για να μας θυμίσουν ότι η προσφυγή στις διαπραγματεύσεις δεν παρέχει κανένα εχέγγυο σύντομης ή επιτυχούς κατάληξης. Ευτυχώς, υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η συμφωνία ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ (CampDavid, 1979) αλλά και της πρόσφατης συμφωνίας – πλαισίου που επιτεύχθηκε στη Γενεύη για το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Τελειώνοντας θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ζούμε σε μια περιοχή του πλανήτη που για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι ισχυρός. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι στις διαπραγματεύσεις, τα διπλωματικά μέσα έχουν ισχύ μόνο όταν έχει κάποιος τη δυνατότητα και τη βούληση να χρησιμοποιήσει και τα υπόλοιπα μέσα. Και όσο και αν φαντάζει σκληρό και ωμό, ο Θουκυδίδης είναι πάντα επίκαιρος.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στην εκπλήρωση των προσωπικών σας θεμιτών φιλοδοξιών και επιδιώξεων. Προσμένω τις ερωτήσεις και τα σχόλιά σας.






