Γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας
Η προ ημερών δημοσιευθείσα είδηση, που αφορούσε την πρώτη επίσημη αποτίμηση της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη και σχολιάστηκε ελάχιστα. Τι έλεγε; Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μετά από αξιολόγηση των μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής και των προοπτικών ανάπτυξης της χώρας μας σήμερα, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της «πρώτη φορά Αριστεράς» κυβέρνησης, το ελληνικό χρέος μπορεί να περιοριστεί στο 120% του ΑΕΠ το 2031! Έναν χρόνο νωρίτερα, το φθινόπωρο του 2014, όταν συγκυβερνούσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αξιολογώντας επίσης τα τότε μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, το ΔΝΤ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό χρέος, χωρίς «κουρέματα» και νέες ρυθμίσεις, θα μπορούσε να περιοριστεί στο 120% το 2020 και έτσι να κριθεί τότε βιώσιμο.
Η πρώτη, δηλαδή, επίσημη αποτίμηση της διακυβέρνησης Τσίπρα, που γίνεται από το ΔΝΤ, είναι απολύτως αποκαρδιωτική. Μέσα σε λίγους μήνες, το χρέος εκτοξεύθηκε στο 190%. Γυρίσαμε χρόνια πίσω και θα επιστρέψουμε μετά από 16 χρόνια στο 2009, τότε που το δημόσιο χρέος που άφησε η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή ήταν 120% του ΑΕΠ.
Γιατί όλα αυτά; Απλούστατα γιατί, όπως επισημαίνεται και στην έκθεση του ΔΝΤ, με τα «διαπραγματευτικά κόλπα» του κ. Βαρουφάκη και τις παλινωδίες της αριστερής διακυβέρνησης κατέρρευσε η όποια αξιοπιστία είχε κερδηθεί, επιβλήθηκαν τα capital controls, ετέθη επισήμως στα κοινοτικά όργανα ζήτημα εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη και διά αυτής της απειλής αποδεχθήκαμε το 3ο μνημόνιο.
Ιδιαίτερης σημασίας, όμως, ήταν και τα όσα είπε στο συνέδριο για την «Ώρα της οικονομίας» ο επικεφαλής του προγράμματος βοήθειας της Ελλάδας, Ντέκλαν Κοστέλο. Ο Ιρλανδός ήταν σαφής. Το πακέτο, είπε, των 48 προαπαιτουμένων που ψήφισε η ελληνική κυβέρνηση ήταν βαρύ, αλλά πιο δύσκολη για όλους είναι η ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Είναι το κρίσιμο τεστ όχι μόνο για την κυβέρνηση αλλά και για την Ελλάδα, αυτό το «ακυβέρνητο καράβι» κατά τη γερμανική «Die Welt» – τώρα, βέβαια, όταν οι Γερμανοί λένε ότι η Ελλάδα είναι «ακυβέρνητο καράβι», προφανώς εννοούν όχι το από ποιον κυβερνάται, αυτό είναι δεδομένο (εντάξει, δεν εννοούμε από τη Μέρκελ και τους δανειστές), αλλά το αν κυβερνάται με την αποτελεσματικότητα που εκείνοι θέλουν.
Εν πάση περιπτώσει, για να επανέλθουμε, η επίλυση του ασφαλιστικού ζητήματος, που εκκρεμεί από την εποχή Γιαννίτση (δηλαδή από το 2001) και επιδεινώθηκε την τελευταία πενταετία από την έκρηξη της ανεργίας και τις μειώσεις αποδοχών, άρα και εισφορών, μπορεί να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά και όσο –στο μέλλον– αναπτύσσεται η οικονομία, μπορεί να μας οδηγήσει στην έξοδο από την πολυετή βαθιά κρίση χρέους.
Το πρόβλημα του χρέους, αλλά και του Ασφαλιστικού, που η κυβέρνηση ουσιαστικά όλο και μεταθέτει για αργότερα, δεν είναι, δυστυχώς, τα μόνα που ταλανίζουν σήμερα τη χώρα.
Στην Παιδεία, π.χ., η χώρα ζει ημέρες καθυστέρησης. Τα πειραματικά τελείωσαν επειδή η αριστεία είναι αμαρτία, το ψηφιακό σχολείο ισοπεδώθηκε χάριν της … τεχνοφοβίας και τα πανεπιστήμια… φυτοζωούν.
Ο τομέας της Υγείας νοσεί βαθύτατα, οι συγκοινωνίες καταδιώκονται από «αριστερή ιδεοληψία» και σε λίγο τα λεωφορεία θα ξεμείνουν από ελαστικά.
Στον τομέα της ανάπτυξης λιμνάζουν άπειροι κοινοτικοί πόροι και ακόμα περισσότεροι επενδυτικοί φάκελοι συσσωρεύονται στα υπουργικά γραφεία.
Στον πρωτογενή αγροτικό τομέα επιβάλλονται φόροι επί φόρων και εγκαταλείπονται κρίσιμες πολιτικές, απόλυτα προετοιμασμένες.
Στα δημόσια έργα επανέρχονται πρακτικές κατάτμησης, με μόνο σκοπό τη διευκόλυνση ημετέρων στη διεκδίκησή τους.
Και στο προσφυγικό η χώρα κινδυνεύει να ξεμείνει από συμμάχους, απειλείται με αποκλεισμό από τη Συνθήκη Σένγκεν και με εγκλωβισμό εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στο έδαφός της.
Και τι κάνουν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του προκειμένου η χώρα να ξεφύγει από τον πνιγηρό εναγκαλισμό της με τα θέματα αυτά; Αντί να κλείσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα –ακόμη και μέσα στο 2015– όλα τα προαπαιτούμενα, να περάσει το Ασφαλιστικό, να τελειώνουν με τα σκληρά μέτρα μια ώρα αρχύτερα και να προωθήσουν εδώ και τώρα τις ιδιωτικοποιήσεις για να «γυρίσει» η οικονομία, σηκώνουν πάλι την παντιέρα της αντίστασης κατά της «νεοφιλελεύθερης Ευρώπης» και, ακολουθώντας την πορεία των προκατόχων τους, κατηγορούν τα ΜΜΕ ότι τους «υπονομεύουν». Παράλληλα, εξαπολύουν και επίθεση κατά του ΔΝΤ, κατηγορώντας το ότι η στάση του «δεν είναι εποικοδομητική», όπως τουλάχιστον είπε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΡΤ. Ξαφνικά, δηλαδή, η κυβέρνηση βρήκε άλλον έναν εχθρό της. Εκτός από τους γνωστούς τρεις (αντιπολίτευση, μίντια, Σόιμπλε), θέλει τώρα να διώξει το ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα επειδή, λέει, «απαιτεί σκληρά μέτρα». Και, εντάξει, κανείς στη χώρα μας δεν θα ήθελε την παρουσία εδώ του ΔΝΤ, η συμμετοχή μάλιστα του οποίου στο ελληνικό πρόγραμμα λήγει τον Μάρτιο του 2016. Τότε θα μπορούσε δηλαδή και να αποχωρήσει, αν η ελληνική κυβέρνηση κρίνει ότι δεν χρειάζεται άλλο τα λεφτά του. Τέτοιο θέμα, όμως, μέχρι τώρα δεν είχε θέσει ο κ. Τσίπρας. Μάλιστα, το περασμένο καλοκαίρι είχε απαντήσει στη διευθύντρια του Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, ότι επιθυμεί τη συνέχιση της συμμετοχής του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Επιπλέον, θεωρούσε το ΔΝΤ σύμμαχο της Ελλάδας στο θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους.
Και το ερώτημα που τίθεται, βεβαίως, είναι αν έχουμε να κάνουμε με μια καλά μελετημένη κίνηση της κυβέρνησης, η οποία θα αποφέρει κάποιο όφελος στη χώρα, ή αν πρόκειται για άλλη μια προπαγανδιστική κίνηση, απ’ αυτές που μας έχει συνηθίσει και η οποία, όμως, θα καταλήξει σε άτακτη υποχώρηση.
Φοβάμαι, πάντως, ότι η κυβέρνηση επιμένει στην ίδια ανούσια και αναποτελεσματική προπαγάνδα, κάθε φορά που το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα επιβαρύνεται σε βάρος της. Η χώρα, η οικονομία και οι πολίτες έχουν πληρώσει, όμως, έως τώρα αρκετά αυτές τις παλινωδίες, τις προπαγανδιστικές κινήσεις και την υποτιθέμενη σκληρή διαπραγμάτευση. Ας αφήσουν στην άκρη τις βαρύγδουπες, αλλά άσφαιρες πολεμικές και ας προσπαθήσουν να εφαρμόσουν τις συμφωνίες που οι ίδιοι υπέγραψαν. Όλα τα άλλα είναι απλώς προπέτασμα καπνού.





